Άνοιγμα κυρίου μενού

Αλλαγές

καμία σύνοψη επεξεργασίας
Ο Οιδίποδας τους λέει ότι δεν τον ξύπνησαν από βαθύ ύπνο, όχι μόνον τα ξέρει όλα αυτά, μα ήδη έχει κλάψει, γιατί ο πολίτης έχει να στενοχωριέται για τον ίδιο μοναχά, ενώ εκείνος στενοχωριέται για τον ίδιο μα και για τους πολίτες συνάμα. Τους λέει ότι πολύ έχει σκεφτεί για λύση και έστειλε μάλιστα επί τούτου τον αδελφό της γυναίκας του (τον [[Κρέων|Κρέοντα]]) στους [[Δελφοί|Δελφούς]] για να ρωτήσει τους θεούς τί να κάνουν.
 
Εμφανίζεται τότε κεφάτος ο Κρέοντας που αιτιολογεί την μάλλον ανάρμοστη χαρά του: «επειδή και το δύσκολο αν φέρνει λύση, αίσιο είναι». Και λέει τελικά ότι τα προβλήματά τους θα πάρουν τέλος όταν γίνει αυτό που ζητάει ο Απόλλων, που «θέλει με φόνο να εξαγνίσουν έναν φόνο». Λέει πως ο [[Απόλλων]] ζητάει εξαγνισμό για ένα έγκλημα παλαιό, θέλει να βρεθεί και να τιμωρηθεί εκείνος που σκότωσε τον [[Λάιος ο Λάμβακος|Λάιο]] τον βασιλιά, «που βασίλευε εδώ προτού έρθεις εσύ να αναλάβεις την διακυβέρνηση, Οιδίποδα». «Τον έχω ακουστά» λέει ο Οιδίπους, «μα δεν τον γνώρισα ποτέ. Πώς θα διαλευκάνουμε τώρα όμως ένα τόσο παλιό έγκλημα;» Ο Κρέοντας απαντά
{{απόσπασμα|
"το ζητούμενο βρίσκεται, εκείνο που ξεφεύγει είναι ό,τι παρατάμε <br>
10.649

επεξεργασίες