Άνοιγμα κυρίου μενού

Αλλαγές

μ
==Μουσική και λιμπρέτο==
[[Αρχείο:Mozart magic flute.jpg|μικρογραφία|300px|Η Βασίλισσα της Νύχτας. Σκηνικό του Καρλ Φρ. Σίνκελ, από παραγωγή του 1815.]]
Η μουσική της όπερας βρίσκεται σε αρμονική συμφωνία με το λιμπρέτο του Σικανέντερ και αποδίδει τα νοήματα και τα θέματα του έργου. Πλαισιώνεται από πολλά διαφορετικά είδη που συνέθεσε ο Μότσαρτ, όπως λαϊκά και κωμικά τραγούδια που εκτελεί κυρίως ο Παπαγκένο, ευγενικές ή λυρικές [[άρια|άριες]] του Ταμίνο, ''κολορατούρα'' άριες της Βασίλισσας της Νύχτας, δραματικά [[ρετσιτατίβο|ρετσιτατίβι]], καθώς και τελετουργική μουσική, όπως εντοπίζεται στις άριες του Ζαράστρο ή τα επιβλητικά χορωδιακά, που ανήκουν στην κατηγορία της μασονικής μουσικής του Μότσαρτ με τον επίσημο και ιερουργικό τόνο έξαρσης.<ref>Γ. Βασιλειάδης, ''Μότσαρτ: χρόνια ωριμότητας (1783-1791)'', 1991, σελ. 66-67.</ref> Το γερμανικό ζίνγκσπιλ συνυπάρχει με στοιχεία από την ιταλική κωμική όπερα (''opera buffa'') και το λαϊκό θέατρο της Βιέννης, ειδικότερα το είδος της λεγόμενης «κωμωδίας των μηχανών» (''Machinen-Komödie''). O Μότσαρτ ξεκίνησε τη σύνθεση της μουσικής κατά την άνοιξη του 1791 και ενώ παράλληλα επεξεργαζόταν το κοντσέρτο για πιάνο σε σι ύφεση μείζονα Κ.595, το κοντσέρτο για [[κλαρινέτο]] Κ.622, το κουαρτέτο εγχόρδων σε μι μείζονα K.641, και λίγο μεταγενέστερα την όπερα ''La clemenza di Tito'' και το [[ρέκβιεμ]] Κ.626. Οι πρώτες αναφορές στη μουσική του έργου χρονολογούνται στις 11 Ιουνίου 1791, στην αλληλογραφία του Μότσαρτ με τη σύζυγό του Κονστάντς. Η τονικότητα της μι ύφεσης μείζονας, στην οποία είναι γραμμένο το μεγαλύτερο μέρος του έργου, θεωρείται κατεξοχήν μασονική, καθώς οι τρεις υφέσεις στον οπλισμό της ερμηνεύονται ως συμβολικές των τριών βαθμών της μασονικής ιεραρχίας. Η τονικότητα τής φα μείζονος συναντάται επίσης στο εμβατήριο αρ. 9 και στην άρια αρ. 10 της όπερας, κατά τη μύηση του ήρωα Ταμίνο, και κατά μία ερμηνεία, ο μοναδικός οπλισμός της συμβολίζει το βαθμό του Μαθητή.<ref>βλ. K. Thomson, ''Μότσαρτ, ο τεκτονικός μίτος στο έργο του'', εκδ. Γκοβόστης, 1995, σελ. 53</ref>
 
Το λιμπρέτο συνέθεσε ο θεατρικός επιχειρηματίας, [[ηθοποιός]], τραγουδιστής και συγγραφέας [[Εμάνουελ Σικανέντερ]], παλιός φίλος του Μότσαρτ από την περίοδο που αποτελούσαν και οι δύο μέλη της Βιεννέζικης Τεκτονικής Στοάς της Αγαθοεργίας. H πατρότητα της σύνθεσης αμφισβητήθηκε το 1849, όταν ο Julius Cornet, στο έργο του ''Die Oper in Deutschland und das Theater der Neuzeit'', ανέφερε ως πραγματικό συγγραφέα τον Καρλ Λούντβιχ Γκίζεκε (1761-1833) &mdash; γνωστό και ως Σερ Καρλ Λιούις Μέτζλερ &mdash; ο οποίος είχε ολοκληρώσει διασκευές ποιημάτων για την όπερα, ενώ αργότερα ακολούθησε σταδιοδρομία μεταλλειολόγου στο πανεπιστήμιο του Δουβλίνου. Κατά τον Cornet, που μετέφερε διήγηση του ίδιου του Γκίζεκε, ο Σικανέντερ «απλώς τροποποίησε, περιέκοψε και ανασύνθεσε» το λιμπρέτο του, και «έδωσε στον εαυτό του τον τίτλο του συγγραφέα».<ref>όπως παρατίθεται στο Matheus Franciscus Maria van den Berk, ''The Magic Flute: Die Zauberflöte : an Alchemical Allegory'', Brill Academic Publishers, 2004, σελ. 377</ref> Η υπόθεση της πλαστής πατρότητας του έργου αμφισβητήθηκε έντονα το 1901 από τον Egon von Komorzynski, στην πραγματεία ''Emanuel Schikaneder. Ein Beitrag zur Geschichte des deutschen Theaters'' (β' έκδοση 1951) και αργότερα από τον Otto Rommel, στη μελέτη ''Die Alt-Wiener Volkskomödie'' (Βιέννη, 1952), όπου τονίζεται μεταξύ άλλων το γεγονός πως καμία άλλη αναφορά δεν επιβεβαιώνει την αναφορά του Cornet,<ref>βλ. Branscombe, 87-88</ref> με αποτέλεσμα οι ισχυρισμοί του Γκίζεκε να μην θεωρούνται μέχρι σήμερα αξιόπιστοι.<ref name="grove"/>
 
Ως προς το περιεχόμενό του, το λιμπρέτο χαρακτηρίζεται από μεγάλη ποικιλία σημείων αναφοράς και πολλά έργα έχουν προταθεί ως πιθανές πηγές στη βάση των οποίων στηρίχθηκε ο Σικανέντερ για τη σύνθεσή του. Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στη συλλογή [[παραμύθι|παραμυθιών]] ''Dschinnistan'' (''Τζινιστάν'', α' τόμος 1786) του Γερμανού λογοτέχνη [[Κρίστοφ Μάρτιν Βίλαντ]] (1733-1813) και ειδικότερα στην εξιστόρηση του Γιάκομπ Λάιμπσκιντ, ''Lulu oder Die Zauberflote'' που περιείχε και η οποία πιθανότατα πρόσφερε τον τίτλο της όπερας. Ως άλλες επιδράσεις αναφέρονται συχνά τo μυθιστόρημα ''Σέθος''<ref>K. Thomson, ό.π., σελ. 189</ref> (1731) του Αββά Ζαν Τερασόν, το [[δράμα|δραματικό]] έργο ''Θάμος, Βασιλιάς της Αιγύπτου'' του Τόμπιας Φίλιπ φον Γκέμπλερ και το λιμπρέτο της όπερας ''Όμπερον'' του Γκίζεκε που παρουσιάστηκε με μουσική του Πάουλ Βρανίτζκι το 1789. Πολλές ακόμα δευτερεύουσες πηγές έχουν προταθεί ως σημεία αναφοράς για το λιμπρέτο του ''Μαγικού Αυλού'', ωστόσο παραμένει ισχυρή η άποψη πως κυριότερη πηγή για τη σύνθεσή του υπήρξε το τεκτονκό τελετουργικό, όχι μόνο ιδωμένο στην τυπική του έκφραση, αλλά μέσα από τον ευρύτερο συμβολισμό του.<ref>βλ. J. Chailey, ''The Magic Flute Unveiled: Esoteric Symbolism in Mozart's Masonic Opera'', Inner Traditions International, 1971, σελ. 37</ref>
54.934

επεξεργασίες