Ξυλογραφία: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων

th mana sou
μ (Αντικατάσταση παρωχημένου προτύπου με references tag)
(th mana sou)
Η τέχνη αυτή ήταν γνωστή από αρχαιοτάτων χρόνων. Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι, οι ινδοί, οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι ήταν οι λαοί που γνώριζαν και χρησιμοποιούσαν την ξυλογραφία ταυτόχρονα με την χαρακτική των μετάλλων. Κατά τον μεσαίωνα η ξυλογραφία χρησιμοποιείται σε σφραγίδες και μονογράμματα και για την αποτύπωση έγχρωμων σχεδίων κυρίως σε υφασμάτινες επιφάνειες.
 
Οι παλαιότερες ξυλογραφίες που σώζονται βρέθηκαν στην Κίνα και τοποθετούνται χρονολογικά στην εποχή της δυναστείατο\\\nmdvgbsdfbgjhvkasdbv;xchzxvch.avcvzxchvacdτεία των Τανγκ, μεταξύ 618-905 μ.Χ[2]. Οι ξυλογραφίες αυτές ήταν μονόχρωμες και είχαν σκοπό να αναπαραχθούν σε αυτές πολλές εικόνες θρησκευτικών θεμάτων. Οι αρχαιότερες από αυτές χρονολογούνται από του 868μ.Χ. και ανακαλύφθηκαν το 1907 από τον Άουρελ Στάϊν μέσα σε σπηλιές όπου γινόταν η λατρεία του Βούδα εν Τουν Χουάγκ του Κινεζικού Τουρκεστάν.
 
Από την Κίνα η τέχνη της ξυλογραφίας διαδόθηκε στην Ιαπωνία κατά τον Η΄ αιώνα για την αναπαράσταση λαϊκών εικόνων που αναπαρίσταναν θρησκευτικά θέματα. Στην Ιαπωνία παρ'όλα αυτά δημιουργήθηκε μεταγενέστερα σχολή με καλλιτέχνες, όπου ενώ θεωρούσαν τη ζωγραφική ως ύψιστη τέχνη, επιδίδονται ταυτόχρονα στην τέχνη της ξυλογραφίας.
Ανώνυμος χρήστης