Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Σοφία Βέμπο»

καμία σύνοψη επεξεργασίας
μ (Robot: Αφαίρεση κατηγοριών έτους γέννησης/θανάτου)
|βραβεύσεις =
}}
Η '''Σοφία Βέμπο''' ([[Καλλίπολη]] [[Ανατολική Θράκη|Ανατολικής Θράκης]], [[10 Φεβρουαρίου]] [[1910]] – [[Αθήνα]], [[11 Μαρτίου]] [[1978]]) ήταν κορυφαία [[Έλληνες|Ελληνίδα]] ερμηνεύτρια και [[ηθοποιός]] της οποίας η καλλιτεχνική πορεία εκτείνεται από το [[Μεσοπόλεμος|Μεσοπόλεμο]] έως τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια και τη [[δεκαετία 1950|δεκαετία του ’50]]. Χαρακτηρίστηκε "«Τραγουδίστρια της Νίκης"» εξαιτίας των εθνικών τραγουδιών που ερμήνευσε κατά τη διάρκεια του [[Ελληνοϊταλικός πόλεμος του 1940|Ελληνοϊταλικού πολέμου του 1940]].
== Βιογραφία ==
Το όνομα '''Βέμπο''' επέλεξε η ίδια να υιοθετήσει κάνοντας και τις απαραίτητες νόμιμες διαδικασίες επειδή έτσι (εσφαλμένα) είχε συνηθίσει να προφέρει το όνομά της το κοινό. Το πραγματικό της όνομα ήταν '''Σοφία Μπέμπου'''. Γεννήθηκε στην Καλλίπολη της Ανατολικής Θράκης στις [[10 Φεβρουαρίου]] του [[1910]] όπου ο πατέρας της Αθανάσιος Μπέμπος, καταγόμενος από την [[Τσαριτσάνη Λάρισας|Τσαριτσάνη]] είχε εγκατασταθεί εκεί δουλεύοντας ως καπνεργάτης. Το [[1912]] η οικογένειά της μετεγκαταστάθηκε στη [[Κωνσταντινούπολη]], όπου εκεί γεννήθηκε ο αδελφός της Γιώργος, που τον αποκαλούσαν Τζώρτζη, η αδελφή της Αλίκη και ο μικρότερος αδελφός της [[Ανδρέας Βέμπος|Ανδρέας]]. Το [[1914]], με την υπογραφή της ελληνοτουρκικής συμφωνίας [[ανταλλαγή πληθυσμών|ανταλλαγής πληθυσμών]] που συνομολόγησε η κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου, η οικογένειά της αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη και επέστρεψε στην Τσαριτσάνη και από εκεί εγκαταστάθηκε μόνιμα στο [[Βόλος|Βόλο]].
 
Στο Βόλο η '''Έφη Μπέμπο''', όπως αρεσκόταν να λέγεται, μετά τις εγκύκλιες σπουδές της αναγκάστηκε λόγω φτώχειας να δουλεύει για να βοηθήσει την οικογένειά της. Έτσι ξεκίνησε να δουλεύει ταμίας στο κατάστημα "«Φλωρία"» του Βόλου. Παράλληλα της άρεσε η μουσική και αγοράζοντας μία κιθάρα άρχισε να εξασκείται σ' αυτή με τη βοήθεια της φίλης της Μαρίτσας Χασάπη.<br />
Τον Σεπτέμβριο του [[1933]] αποφάσισε να πάει στη [[Θεσσαλονίκη]] να βρει τον αδελφό της Τζώρτζη που σπούδαζε εκεί που είχε καιρό να στείλει γράμμα. Έτσι παίρνοντας την κιθάρα της επιβιβάστηκε στο Α/Π "«ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑ"» όπου στη διάρκεια του ταξιδιού της άρχισε με την κιθάρα της το τραγούδι. Σε ελάχιστο χρόνο όλοι οι επιβάτες του πλοίου και το πλήρωμα βρίσκονταν γύρω της και την χειροκροτούσαν ενθουσιασμένοι από τη φωνή της. Αυτή θεωρητικά ήταν και η πρώτη δημόσια εμφάνιση της Σοφίας.<br />
Μεταξύ των επιβατών ήταν και ένας καλλιτεχνικός διευθυντής που, ακούγοντάς την, ενθουσιάστηκε τόσο πολύ που στο τέλος την πλησίασε και της συστήθηκε, Κωνσταντίνος Τσίμπας, ήταν ο μεγαλύτερος [[ιμπρεσάριος]] της [[Θεσσαλονίκη]]ς, (που αργότερα αποδείχθηκε και πράκτορας των Γερμανών), ο οποίος και πρότεινε στη Μπέμπο με την άφιξή της στη Θεσσαλονίκη να δουλέψει στο μεγάλο κοσμικό κέντρο ΑΣΤΟΡΙΑ. Φθάνοντας η Μπέμπο στη Θεσσαλονίκη, όπου την περίμενε ο αδελφός της, συζήτησε την πρόταση του Τσίμπα οπότε με τη συγκατάθεση εκείνου η Μπέμπο την επομένη ξεκίνησε τις πρώτες καλλιτεχνικές της εμφανίσεις, όπου οι θαμώνες κάθε βράδυ παρέτειναν το πρόγραμμά της με τα συνεχή χειροκροτήματά τους.
 
== Αρχή καριέρας ==
Μέσα σε μια μόλις εβδομάδα η φήμη της έχει φθάσει στην [[Αθήνα]] όπου και αμέσως της γίνεται πρόταση να εμφανιστεί στο θέατρο του [[Φώτης Σαμαρτζής|Φώτη Σαμαρτζή]]. Η Μπέμπο, ενημερώνοντας σχετικά τους γονείς της που δεν έφεραν αντίρρηση, αποδέχθηκε την πρόταση και στις 25 Οκτωβρίου του 1933 βρίσκεται στην αθηναϊκή σκηνή του θεάτρου "«Κεντρικόν"», του Φώτη Σαμαρτζή, στη πλατεία Κολοκοτρώνη, συμμετέχοντας στην επιθεώρηση "«Παπαγάλος 33"», με τον θίασο Σαμαρτζή - Μηλιάδη.<br />
Στην επιθεώρηση αυτή η Μπέμπο παρουσιαζόταν σαν τσιγγάνα με μια κιθάρα με την οποία και απέδιδε το πρώτο της τραγούδι που ήταν "«''Μια γυναίκα πέρασε»''". Η επιτυχία που είχε ήταν εκπληκτική, όταν στο τέλος υποκλίθηκε και περνώντας την κιθάρα της στον ώμο κατευθύνθηκε προς τα παρασκήνια, οι άλλοι ηθοποιοί της φώναζαν<br />
- ''Που πας, δεν ακούς τον κόσμο που σου φωνάζουν "«μπιζ"»''<br />
- ''Και τι με νοιάζει εμένα αν φωνάζουν μπιζ''; αποκρίθηκε η Μπέμπο, μη γνωρίζοντας τον όρο που σήμαινε επανάληψη.<br />
Τέσσερις φορές χρειάστηκε η Μπέμπο να επαναλάβει αυτό το τραγούδι κατά τη πρεμιέρα προκειμένου να ικανοποιήσει το κοινό που παραληρούσε και χειροκροτούσε όρθιο. Στο τέλος της παράστασης όλοι οι ηθοποιοί την συνεχάρησαν λέγοντας της "«μπράβο ήσουν υπέροχη"», μεταξύ των οποίων ο [[Ορέστης Μακρής]], η [[Μαρίκα Νέζερ]], ο [[Φώτης Αργυρόπουλος]] κ.ά.<br />
Τότε υπέγραψε συμβόλαιο 10.000 δραχμών το μήνα, αστρονομικό για την εποχή εκείνη για έναν τραγουδιστή και για μία θεατρική περίοδο. Σημειώνεται μάλιστα ότι στη παράσταση αυτή ο [[Πολ Νορ]] την βάπτισε καλλιτεχνικά '''Σοφία Βέμπο''' (αντί Έφη Μπέμπο). Από εκείνη την πρώτη παράσταση η καλλιτεχνική εξέλιξη της Σοφίας Βέμπο πλέον, υπήρξε αλματώδης.
 
== Προπολεμική καριέρα ==
Η πρώτη αυτή μεγάλη αναγνώριση της Σοφίας Βέμπο στο αθηναϊκό κοινό προκάλεσε την ανανέωση του συμβολαίου της και την εμφάνισή της σε δύο θέατρα, στο "«Κεντρικόν"» και το "«Μουντιάλ"». Η φήμη της όμως έφθασε στην Αίγυπτο όπου η Βέμπο ανταποκρινόμενη σε σχετική πρόσκληση εμφανίζεται στο "«Γκραν Τριανόν"» της Αλεξάνδρειας σημειώνοντας και εκεί τεράστια επιτυχία. Επιστρέφοντας, το 1934 συνεχίζει τις παραστάσεις της στο θερινό θέατρο του Σαμαρτζή επί της οδού Καρόλου με νέα τραγούδια που γράφονται γι΄ αυτήν και που γίνονται αμέσως επιτυχίες όπως τα "«''Μαύρα μου μάτια»''", "«''Μη ζητάς φιλιά»''", ενώ μαζί της εμφανίζεται και η αδελφή της Αλίκη.<br />
Η πρώτη ηχογράφηση τραγουδιών της Βέμπο έγιναν στην εταιρεία Παρλοφόν, μετά την αρχική άρνηση του Α. Βιτάλη, υπεύθυνου της εταιρείας Κολούμπια, με το αιτιολογικό ότι η φωνή της Βέμπο ξέφευγε από το καθιερωμένο τότε στυλ της λετζέρα σοπράνο. Όταν όμως αντελήφθη πόσο λάθος είχε από την μεγάλη επιτυχία που σημείωσε το "«Μη ζητάς φιλιά"» έσπευσε αμέσως στη Βέμπο και σύναψε συμβόλαιο μεγάλης περιόδου. Έτσι όλα τα επόμενα τραγούδια τα ηχογραφούσε η Κολούμπια σε δίσκους των 78 στροφών με πρώτο το "«Σ' αγαπώ"», (των Κ. Νικολαΐδη και Κ. Γιαννίδη), που είχε ομοίως τεράστια επιτυχία. Το ίδιο έτος (1934) ακολούθησε και το τραγούδι "«''Για το φιλί σου το στερνό»''".
 
Το [[1935]] η Βέμπο τραγουδά το "«''Ας πεθάνω»''" του οποίου οι στίχοι ήταν δικοί της, που υπήρξε νέα μεγάλη επιτυχία. Τότε και επιστρατεύτηκαν όλοι σχεδόν οι στιχουργοί να της γράφουν τραγούδια με πρώτο τον [[Κώστας Γιαννίδης|Κώστα Γιαννίδη]] και συνθέτη τον Σουγιούλ. Έτσι αυτό το έτος ακολουθούν τα τραγούδια "«''Αφήστε με να πιω»''", (στίχοι και μουσική Κ. Γιαννίδη), "«''Να γιατί ακόμα σ' αγαπώ»''", (επίσης στίχοι και μουσική Κ. Γιαννίδη), "«''Δεν έχεις τίποτα, μα έχεις κάτι»''" (των Ν. Νικολαΐδη και Ν. Ντ'Άντζελι), και το "«Κι αν μ' αγαπάς μη μου το πεις»''".<br />''
Το [[1936]] νέες επιτυχίες της Βέμπο που τραγουδά όλη η Αθήνα είναι "«''Συγνώμη σου ζητώ συγχώρεσέ με»''" και το "«''Κάτι με τραβά κοντά σου»''", (των Αιμ. Σαββίδη, Γαϊτάνου και Μ. Σουγιούλ).<br />
Το [[1937]] αποτελεί σταθμό στη καριέρα της Βέμπο. Εκτός της ηχογράφησης των νέων της τραγουδιών "«''Για μια Γυναίκα»''" και "«''Αντίο»''" το Φθινόπωρο μεταβαίνει μετά από πρόσκληση, για δεύτερη φορά στην Αίγυπτο, προκειμένου να επανεμφανιστεί στο "«Γκράν Τριανόν"» της Αλεξάνδρειας. Κατά την διάρκεια των εκεί παραστάσεων της η Βέμπο δέχεται την πρόταση του κινηματογραφιστή παραγωγού Τόγκο Μιζράχι, με τον οποίο υπογράφει συμβόλαιο και συμμετέχει στη ταινία «Προσφυγοπούλα». Τον ίδιο ακριβώς χρόνο του συμβολαίου ο Ν. Παπαδόπουλος, των κινηματογραφικών γραφείων Σαντίγκου έλαβε άμεση παραγγελία από Αμερική για επείγουσα πραγματοποίηση στην Αθήνα ενός κινηματογραφικού «σορτς»<ref name="«Τα Παρασκήνια» 16-7-1938">«Τα Παρασκήνια» (16-7-1938)</ref> στο οποίο να τραγουδά απαραίτητα η δημοφιλής<ref name="«Τα Παρασκήνια» 16-7-1938"/> ντιζέζ δις Σοφία Βέμπο προκειμένου να συμπεριληφθεί στη νέα σαιζόν των αμερικανικών κινηματογράφων περιοχών που διαμένουν Έλληνες. Η Βέμπο πιστή στα συμβόλαιά της δήλωσε στον Παπαδόπουλο τη δέσμευση του συμβολαίου της οπότε θα έπρεπε να ζητήσει την άδεια από τον Μιζράχι.<br />
Το [[1938]] χαρακτηρίστηκε χρυσή χρονιά της Σοφίας Βέμπο. Κατά την επιστροφή της από την Αίγυπτο στις 15 Φεβρουαρίου 1938 παραμένει στον [[Πειραιάς|Πειραιά]] για δύο μέρες προκειμένου κατά ευτυχή σύμπτωση να συναντήσει τον χρηματοδότη του Μιζράχι, τον Μπέχα που κατευθυνόταν με πλοίο προς Ιταλία και που θα προσέγγιζε στον Πειραιά. Τελικά η συνάντηση έγινε, παρουσία του Παπαδόπουλου,<ref name="«Τα Παρασκήνια» 16-7-1938"/> η άδεια δόθηκε πλην όμως το γύρισμα του σορτς με πλάνα από τον εθνικό κήπο, και από τον λόφο Νυμφών με θέα την Ακρόπολη ξεκίνησε μετά την επιστροφή της Βέμπο από την Κωνσταντινούπολη όπου κατόπιν πρόσκλησης εμφανίσθηκε στο κοσμικό θέατρο Μαξίμ με τεράστια και εκεί επιτυχία.
 
Παράλληλα, οι δισκογραφικές επιτυχίες της Σ. Βέμπο το έτος αυτό είναι εκπληκτικές{{πηγή}}. Η Εταιρεία Κολούμπια στο νέο συμβόλαιο της μεταβιβάζει το 10% των κερδών από την πώληση του κάθε δίσκου της, γεγονός που συμβαίνει για πρώτη φορά, ενώ όλοι οι άλλοι πληρώνονταν κατ΄ αποκοπή (μεροκάματο) για κάθε δισκογραφία. Το Καλοκαίρι του 1938 στο θέατρο Σαμαρτζή που έχει ανεβάσει την επιθεώρηση «Σιρουέτα» η Βέμπο τραγουδά το "«''Κάποιο μυστικό»''" και το "«''Κλαις»''" σε στίχους Κοφινιώτη και μουσική Λεό Ραπίτη, των οποίων ακολούθησε η σούπερυπερεπιτυχία επιτυχία "«''Ζεχρά»''", σε στίχους Αιμ. Σαββίδη και σε μουσική Σουγιούλ που κυριολεκτικά χάλασε κόσμο. Ακολούθησαν το «Θα σε περιμένω», το βουκολικό "«''Διαμαντούλα»''" του Θ. Σακελλαρίδη και το "«''Άσε τον παλιόκοσμο να λέει»''" των Α. Σακελάριου και Μ. Σουγιούλ. Το Καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς εγκαθίσταται ραδιοφωνική κεραία στο [[Ζάππειο]], στην Αθήνα, όπου τα τραγούδια της Βέμπο αποτελούν την πρώτη πειραματική μετάδοση. Τα Χριστούγεννα του 1938 την παραμονή, η Σοφία Βέμπο τραγουδά στο μεγάλο ρεβεγιόν του «Σαντεκλαίρ» στην [[Κύπρος|Κύπρο]]. Επίσης συνεργάστηκε με τους μεγάλους Κύπριους μουσικούς Μιχαλάκη και Αντωνάκη Γιασεμίδη.
 
Το [[1939]] η Σοφία Βέμπο έχει ήδη καταξιωθεί ως η πρώτη τραγουδίστρια του ελληνικού ελαφρού τραγουδιού. Το κινηματογραφικό «σορτς» που γυρίστηκε το προηγούμενο έτος με τον τίτλο «Η Ελλάς του 1938 ομιλεί», όπου στη κυριολεξία ήταν ένα ''ζουρνάλ'' και που συμμετείχε με δύο τραγούδια<ref>Γιάννης Σολδάτος: «Ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου»</ref> σπάει κυριολεκτικά τα ταμεία των αμερικανικών κινηματογράφων ενώ ζητούνται κόπιες στη Λατινική Αμερική. Σημειώνεται ότι την φωνοληψία της ταινίας αυτής είχε επιμεληθεί η ελληνική εταιρεία M. NOVAK Co.<br />
Στο μεταξύ οι θεατρικές της παρουσιάσεις με νέες δισκογραφικές επιτυχίες συνεχίζονται, αρχικά στο θέατρο Σαμαρτζή με τα τραγούδια "«''Πόσο λυπάμαι»''" (των Β. Σπυρόπουλου και Κ. Γιαννίδη) και "«''Την αλήθεια να μου πεις»''", ενώ το Καλοκαίρι συνεχίζοντας στο θέατρο Μουντιάλ τραγουδά τα δύο ταγκό "«''Στην ακρογιαλιά»''" και το "«''Χειμώνας»''", που και τα δύο έγιναέγιναν επιτυχίες. Παραμονές των Χριστουγέννων του 1939 η Βέμπο βρίσκεται στο απόγειό της, όταν στην επιθεώρηση «Νάνι – νάνι» τραγουδά το ομώνυμο τραγούδι το ρεφραίν του οποίου άφηνε με τον χρωματισμό της φωνής της υπονοούμενα, σημειώνοντας εξαιρετική επιτυχία. Λίγο πριν το τέλος του έτους η Βέμπο είχε γνωριστεί με τον μεγάλο συνθέτη μουσικής τζαζ, Απόστολο Μοσχούτη του οποίου σύνθεση ήταν το τραγούδι "«''Δυο λουλούδια σε μιαν άκρη»''".<br />
Το [[1940]] ανέτειλε με τα σύννεφα του πολέμου, πολλές χώρες ήδη έχουν καταληφθεί από τις δυνάμεις του άξονα. Στην Ελλάδα σημειώνονται οι πρώτες παραβιάσεις του εθνικού εναέριου χώρου από ιταλικά αεροπλάνα. Τον Ιανουάριο στο θέατρο Μουντιάλ έχει ανέβει η επιθεώρηση «Παύσατε πυρ» όπου η Σ. Βέμπο τραγουδά τη νέα της επιτυχία «''Το καινούργιο φεγγάρι''» (των Α. Σακελάριου και Γ. Κυπαρίσση) . Στην επιθεώρηση εκείνη η Σ. Βέμπο γνώρισε και τη [[Γεωργία Βασιλειάδου]] όπου και της υποσχέθηκε να τη βοηθήσει διαβλέποντας το ταλέντο της. Λίγο αργότερα το τραγούδι «''Ψαροπούλα''», (των Χ. Γιαννακόπουλου και Χ. Χαιρόπουλου), γίνεται η νέα μεγάλη επιτυχία. Το Καλοκαίρι ανεβαίνει η επιθεώρηση «Βραδινές τρέλες» στην οποία η Βέμπο τραγουδά το υπέροχο βαλς «Το πρωί με ξυπνάς με φιλιά» (των Χ. Γιαννακόπουλου και Γ. Κυπαρίσση). Στο μεταξύ η Σ. Βέμπο αναζητούσε τραγούδι με τοπικό ιδίωμα της ελληνικής υπαίθρου, στο αίτημά της αυτό έσπευσαν κάποιοι με διάφορα δημοτικά της εποχής πλην όμως η ίδια επέλεξε τελικά ένα από την περιοχή της που φέρεται να τραγουδούσε παλαιότερα η μητέρα της συμπληρώνοντας η ίδια κάποιους στίχους με τη βοήθεια του Μοσχούτη. Ήταν το τραγούδι «Στ' Λάρισ' βγαίν' ο αυγερινός». Όταν η Βέμπο το ολοκλήρωσε με ιδιαίτερο ενθουσιασμό, ίσως και από φόρτο αναμνήσεων το έδωσε στον Κ. Γιαννίδη, λίγο για να το παίξει σε πρόβα, εκείνος διαβάζοντάς το αρνήθηκε έντονα λέγοντάς της:<br />
:-''Είσαι καλά Σοφία μου που θα παίξω εγώ αυτό το βλαχοτράγουδο; Παραιτούμαι''!
== Μεταπολεμικές επιτυχίες ==
[[File:Sofia-vempo-general-state-archives.jpeg|thumb|Η Σοφία Βέμπο με τον Ευάγγελο Καλαντζή σε εκδήλωση της Βασιλικής Χωροφυλακής.]]
Το [[1949]] απόκτησε δική της θεατρική στέγη στο [[Μεταξουργείο]], το "«Θέατρον Βέμπο"». Μετά από μακροχρόνιο δεσμό με το [[Μίμης Τραϊφόρος|Μίμη Τραϊφόρο]] παντρεύτηκαν τελικά το [[1957]], ένας δεσμός πολυκύμαντος που διήρκεσε μέχρι το θάνατό της και υπήρξε καταλυτικός για τη μεγάλη ερμηνεύτρια. Στα μέσα της [[δεκαετία 1960|δεκαετίας του ’60]] αραιώνει τις θεατρικές εμφανίσεις της, τις οποίες σταματά οριστικά στις αρχές της επόμενης δεκαετίας. Τη βραδιά του [[Εξέγερση του Πολυτεχνείου|Πολυτεχνείου]] η Βέμπο ανοίγει το σπίτι της και κρύβει φοιτητές τους οποίους αρνείται να παραδώσει όταν η ασφάλεια χτυπά την πόρτα της.
Η εμφάνισή της στηστην εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στο Καλλιμάρμαρο για την επάνοδο της Δημοκρατίας, τραγουδώντας:/ Παιδιά της Ελλάδος παιδιά και τα τανκς γονάτισαν κείνη τη βραδιά..., ήρθε να απαλύνει τις θλιβερές εντυπώσεις από την παρουσία της πάνω στα κακόγουστα άρματα στις φιέστες των συνταγματαρχών λίγα χρόνια πριν στον ίδιο χώρο<ref>Λάμπρος Λιάβας, Το Ελληνικό τραγούδι:από το 1821 έως τη δεκαετία του 1950, εκδ. Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα 2009, σελ. 187</ref>
Πέθανε από εγκεφαλικό επεισόδιο στις [[11 Μαρτίου]] του [[1978]] και η κηδεία της μετατράπηκε σε ένα πάνδημο συλλαλητήριο. Η ''Τραγουδίστρια της Νίκης''<ref>Τη "βάφτισε" έτσι ο [[Αχιλλέας Μαμάκης]]. Τάκης Καλογερόπουλος, «Βέμπο Σοφία», στο Λεξικό της Ελληνικής Μουσικής, τομ. 1, εκδ. Γιαλλελή, Αθήνα, 1998, σελ. 354</ref> αποθεώνεται εκείνη τη μέρα από τον ελληνικό λαό που τη θεωρούσε ηρωίδα του.
 
 
== Κινηματογράφος ==
Η Σοφία Βέμπο έχει συμμετάσχει στις ελληνικές ταινίες «''"[[η Προσφυγοπούλα]]"»'' ([[1938]]) στοστον ρόλο της Σοφίας Νάκου, «''"[[Στέλλα (ταινία)|Στέλλα]]"»'' ([[1955]]) στοστον ρόλο της Μαρίας και στην ταινία του 1959 «''"[[Στουρνάρα 288]]"»'' σε διπλό ρόλο, της ηλικιωμένης καθηγήτριας πιάνου κυρίας Ευγενίας (πάλαι ποτέ διάσημης Τζένης Μπλανς) και της ΣοφίαΣοφίας Βέμπο. Χαρακτηριστική παραμένει η σκηνή στην οποία οι δύο γυναίκες συναντώνται και τραγουδούν μαζί.
 
== Παραπομπές ==
 
== Πηγές ==
* "«Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα"» τομ. 14ος, σελ. 17.
* [[ΕΡΤ]] : «Σοφία Βέμπο 100 χρόνια από τη γέννησή της» Ειδικό ραδιοφωνικό αφιέρωμα – Οκτώβριος 2010.
* «Τα Παρασκήνια» (εβδομαδιαίο περιοδικό κριτικής τέχνης – 16-7-1938) τεύχος 98.
Ανώνυμος χρήστης