Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Πρώιμη φλαμανδική ζωγραφική»

Αναίρεση έκδοσης 6865002 από τον Gts-tg (Συζήτηση)
(Αναίρεση έκδοσης 6865002 από τον Gts-tg (Συζήτηση))
Ετικέτα: Αναίρεση
==Τεχνική και υλικά==
Οι Καμπέν, βαν Άικ και φαν ντερ Βάιντεν εγκαθίδρυσαν τον [[νατουραλισμός|νατουραλισμό]] ως κυρίαρχο ύφος στη βορειοευρωπαϊκή ζωγραφική του 15ου αιώνα. Οι καλλιτέχνες αυτοί ήθελαν να παρουσιάσουν τον κόσμο όπως ακριβώς ήταν,<ref>Ridderbos et al. (2005), 378</ref> και να απεικονίσουν τους ανθρώπους έτσι, ώστε να μοιάζουν περισσότερο ανθρώπινοι, με μεγαλύτερη πολυπλοκότητα συναισθημάτων από αυτή που παρουσιαζόταν ως τότε. Αυτή η πρώτη γενεά των πρώιμων Φλαμανδών καλλιτεχνών ενδιαφέρονταν για την ακριβή αναπαραγωγή αντικειμένων – κατά τον Πανόφσκι «ζωγράφιζαν χρυσό που έμοιαζε χρυσός»<ref>Panofsky (1969), 163</ref> – δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή σε φυσικά φαινόμενα όπως το φως, οι σκιές και οι ανακλάσεις. Ξέφυγαν από την επίπεδη προοπτική και τις σκιαγραφημένες μορφές των προγενέστερων καλλιτεχνών υπέρ των τρισδιάστατων χώρων απεικόνισης. Η θέση των θεατών και πώς αυτοί μπορούν να συνδέονται με τη σκηνή που απεικονίζεται απέκτησε για πρώτη φορά σημασία: Στο πορτρέτο ''[[Ο Γάμος των Αρνολφίνι]]'' ο φαν Άικ διατάσσει τη σκηνή σαν ο θεατής να έχει μόλις μπει στο δωμάτιο που βρίσκονται οι δύο μορφές.<ref>Smith (2004), 58–60</ref> Οι εξελίξεις στην τεχνική επέτρεψαν πολύ πιο πλούσιες, πιο πολυτελείς και ιδιαίτερα λεπτομερείς αναπαραστάσεις ανθρώπων, τοπίων, εσωτερικών χώρων και αντικειμένων.<ref name="j9">Jones (2011), 9</ref>
[[File:Dieric Bouts - The Entombment - WGA02961.jpg|thumb|280px|[[Ντίρικ Μπάουτς]] ''Ο Ενταφιασμός'', περ. 1440–55, ([[Εθνική Πινακοθήκη Λονδίνου]]), είναι αυστηρή αλλά λυρική απεικόνιση της λύπης και της θλίψης και ένας από τους λίγους διασωθέντες πίνακες του 15ου αιώνα με αυτά τα υλικά<ref>Campbell (1998), 39–41</ref>]]
Αν και η χρήση λαδιού ως μέσου συγκόλλησης των χρωμάτων μπορεί να αναχθεί στον 12ο αιώνα, οι καινοτομίες στη χρήση και στο χειρισμό του είναι προσδιοριστικές της εποχής. Η [[αβγοτέμπερα]] ήταν το κυρίαρχο μέσον μέχρι τα 1430 και, παρά το ότι αποδίδει λαμπρά και φωτεινά χρώματα, στεγνώνει γρήγορα και είναι δύσκολο μέσον για την επίτευξη ρεαλιστικών υφών ή βαθέων σκιάσεων. Το ελαιόχρωμα, αντίθετα, επιτρέπει τη δημιουργία ομαλών και ημιδιαφανών επιφανειών και μπορεί να εφαρμοστεί σε ποικιλία παχών, από λεπτές γραμμές ως αδρές πινελιές. Στεγνώνει αργά και δουλεύεται εύκολα όσο είναι ακόμα ρευστό Τα χαρακτηριστικά αυτά έδιναν περισσότερο χρόνο στον καλλιτέχνη ώστε να προσθέσει μικρές λεπτομέρειες<ref name="s61">Smith (2004), 61</ref> και επέτρεπαν τεχνικές όπως «ρευστό σε ρευστό». Οι απαλές μεταβάσεις σε αποχρώσεις είναι σχετικά εύκολες, καθώς τμήματα από τα ενδιάμεσα στρώματα χρώματος μπορούν να σκουπιστούν ή ν' αφαιρεθούν καθώς το χρώμα στεγνώνει. Το ελαιόχρωμα επιτρέπει διαφοροποιήσεις στο βαθμό ανάκλασης του φωτός, από τη σκιά ως τις λαμπρές ακτίνες<ref>Jones (2011), 10–11</ref> και στις στιγμιαίες απεικονίσεις των εφέ φωτισμού μέσω της χρήσης διάφανων στιλβωτικών.<ref>Borchert (2011), 22</ref> Αυτή η νέα ελευθερία στον έλεγχο του φωτός οδήγησε σε περισσότερο ακριβείς και ρεαλιστικές απεικονίσεις των υφών των διαφόρων επιφανειών. Οι βαν Άικ και φαν ντερ Βάιντεν τυπικά απεικονίζουν το φως να προσπίπτει σε επιφάνειες όπως κοσμήματα, ξύλινα πατώματα, υφάσματα και αντικείμενα του νοικοκυριού.<ref name="Toman 2011 322"/><ref>Borchert (2011), 24</ref>
 
75.398

επεξεργασίες