Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Αργκό»

300 bytes αφαιρέθηκαν ,  πριν από 3 έτη
μ
Αναστροφή της επεξεργασίας από τον 188.73.255.189 (συνεισφ.), επιστροφή στην τελευταία εκδοχή υπό ΖῷονΠολιτικόν
μ (Αναστροφή της επεξεργασίας από τον 188.73.255.189 (συνεισφ.), επιστροφή στην τελευταία εκδοχή υπό ΖῷονΠολιτικόν)
Ετικέτα: Επαναφορά
Είναι η συνθηματική [[γλώσσα]] που χρησιμοποιούσαν παλαιότερα οι άνθρωποι του υποκόσμου της [[Γαλλία|Γαλλίας]] για να μπορούν να συνεννοούνται μεταξύ τους, χωρίς να γίνονται αντιληπτοί από άλλους. Σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη ο όρος αργκό προέρχεται από το γαλλικό «argot»<παλαιότ. «argoter» (ελλ. επαιτώ, ζητιανεύω). Η σημασία «ιδίωμα των περιθωριακών και αγυρτών» ερμηνεύεται από τη παρασύνδεση της λέξης με το παλαιότερο γαλλικό «hargoter» (λογομαχώ). Ο όρος επεκτάθηκε και σήμερα σημαίνει κάθε γλώσσα «κλειστή», συμβατική, που χρησιμοποιείται από διάφορες [[Κοινωνία|κοινωνικές]] ομάδες ανθρώπων. Ύστερα μάλιστα από τον [[Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος|Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο]] καθιερώθηκε και ως διεθνής [[ορολογία|όρος]].
Η αργκό αποτελείται από λέξεις και φράσεις της κοινής ομιλούμενης γλώσσας που έχουν όμως εντελώς διαφορετική σημασία, ή από λέξεις που διατηρούν την ίδια [[έννοια]], είναι όμως παραφθαρμένες ή [[Αυτοσχεδιασμός|αυτοσχέδιες]].
 
*Παραδείγματα
 
Σκάλωσα=Κόλλησε το μυαλό μου, Έφαγα Χ=Με απέρριψε, Βυσματώθηκα=Είχα δουλειά,Είναι σαύρα=Είναι απόκρυφη, Έλαβα Φάξ=Το κατάλαβα, Οφ Σάιντ=Εκτός θέματος
 
==Βιβλιογραφία==