Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Οδυσσέας Ανδρούτσος»

καμία σύνοψη επεξεργασίας
[[Αρχείο:Gravia Androutsos PC070260.JPG|thumb|right|Το μνημείο του Οδυσσέα Ανδρούτσου στη Γραβιά|250px|right]]
[[Αρχείο:Gavia HaniPC070250.JPG|thumb|right|Το Χάνι της Γραβιάς|250px]]
Ο '''Οδυσσέας Ανδρούτσος''' ( [[Ιθάκη]] [[1788]] — [[Αθήνα]] [[5 Ιουνίου]] [[1825]]) ήταν επιφανής αγωνιστής οπλαρχηγός της [[Ελληνική Επανάσταση του 1821|Επανάστασης του 1821]]. Πολέμησε μέχρι το 1820 για λογαριασμό του [[Αλή Πασάς|Αλή Πασά]] και στη συνέχεια αγωνίστηκε για την επανάσταση. Φυλακίστηκε το 1825, κατηγορούμενος για συνεργασία με τους Τούρκους, στην [[Ακρόπολη Αθηνών|Ακρόπολη των Αθηνών]], όπου και δολοφονήθηκε πριν δικαστεί, στις 5 Ιουνίου του ίδιου χρόνου.<ref>Kωνσταντίνος Καλαντζής: Αυτόπτης μάρτυρας της δολοφονίας, συνέντευξη στην Εφημερίδα "Οι Καιροί", Αθήναι 1898</ref><ref name="ReferenceA">Πέτρος Μπίκος: «Ανδρούτσος, ο θρύλος της Γραβιάς» εκδόσεις Στρατίκη, Αθήνα, 1996</ref>.
 
== Γέννηση ==
Από τον γάμο του Αρβανίτη [[Ανδρέας Βερούσης|Ανδρέα Βερούση]] (από τις Λιβανάτες) με την Πρεβεζάνα [[Ακριβή Τσαρλαμπά]], ο Οδυσσέας Ανδρούτσος γεννήθηκε το 1788 ή το 1789 στην [[Πρέβεζα]]<ref>ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, τεύχος 151, Μάρτιος 2009, σελ. 12</ref><ref>Κανδηλώρος Τ.: «Ανδρούτσος Οδυσσεύς», εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη, τόμος 2, Αθήνα 1950</ref><ref>Xαράλαμπος Γκούβας: ''Η Ιστορία του Νομού Πρέβεζας'', A έκδοση, ISBN 978-960-87328-2-7</ref><ref>Λάζαρος Συνέσιος: ''Σταγόνες Ιστορίας της Πρέβεζας'', έκδοση Νομαρχίας Πρέβεζας, 1994</ref> ή στην [[Ιθάκη]]<ref name="Goudas">Αναστάσιος Ν. Γούδας, ''Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών'', H΄, σ. 122.</ref> εξ ού και το όνομα [[Οδυσσέας]]<ref name="ReferenceA"/>. Ως προς το έτος γεννήσεως, υπάρχουν διαφωνίες. Κατ’ άλλους, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος γεννήθηκε μεταξύ των ετών [[1788]]-[[1789]]<ref>Παναγιώτης Στάθης, ιστορικός, ''[[Ελευθεροτυπία]]'' «Ιστορικά», Μάρτιος 2009, σελ. 142</ref>. Νονοί του ήταν η [[Μαρία Σοφιανού]], σύζυγος του [[Λάμπρος Κατσώνης|Λάμπρου Κατσώνη]], κόρη προύχοντα από την [[Κέα]], και ο [[Ιωάννης Ζαβός]] άρχοντας της [[Ιθάκη]]ς.
 
== Παιδικά χρόνια (Πρέβεζα, Ιθάκη, Λευκάδα) ==
Ο πατέρας του Οδυσσέα, ο οποίος είχε λάβει μέρος στην επανάσταση του [[Λάμπρος Κατσώνης|Λάμπρου Κατσώνη]], συνελήφθη από τους Βενετούς, παραδόθηκε στους Τούρκους και αποκεφαλίστηκε το [[1797]] στην [[Κωνσταντινούπολη]], με αποτέλεσμα ο μικρός γιος του, Οδυσσέας Ανδρούτσος, να μείνει ορφανός σε ηλικία 7 ετών. Η χήρα μητέρα του Οδυσσέα [[Ακριβή Τσαρλαμπά]] μετακόμισε το έτος [[1797]] στη [[Λευκάδα]] και μεταξύ των ετών [[1798]]-[[1800]] ο μικρός Οδυσσέας Ανδρούτσος έκανε παρέα με το γνωστό μετέπειτα ποιητή [[Ιωάννης Ζαμπέλιος|Ιωάννη Ζαμπέλιο]].<ref>Ιωάννης Ζαμπέλιος: «Τραγωδίαι», 1860</ref> Τον επόμενο χρόνο, [[1798]], έγινε η [[Χαλασμός της Πρέβεζας|Μάχη της Νικόπολης]] και ο [[Χαλασμός της Πρέβεζας]] από τον Αλή Πασά Τεπελενλή και ο μικρός Οδυσσέας και η μητέρα του, [[Ακριβή Τσαρλαμπά]], διασώθηκαν γιατί είχαν καταφύγει στη [[Λευκάδα]]. Αργότερα επέστρεψαν στην [[Πρέβεζα]], όπου και έζησε μέχρι το [[1806]].
 
== Στην αυλή του Αλή Πασά Τεπελενλή ==
Το έτος [[1806]] ο [[Αλή πασάς|Αλή Πασάς Τεπελενλής]], ενθυμούμενος την προσωπική φιλία που είχε ο ίδιος με τον εκλιπόντα πατέρα του Οδυσσέα Ανδρούτσου, τον αναζήτησε και τον πήρε στην αυλή του στα [[Ιωάννινα]], ή κατά δεύτερη εκδοχή τον πήγε εκεί με αίτημα η μητέρα του. Εκεί ο Οδυσσέας Ανδρούτσος φοίτησε στη στρατιωτική σχολή του [[Αλή Πασάς|Αλή Πασά]] και είχε έναν ταραχώδη βίο, όμως σχεδόν πάντα ο Αλή Πασάς του συγχωρούσε κάθε παράπτωμα. Δεκαπενταετής κατατάχτηκε από τον Αλή Πασά στην προσωπική σωματοφυλακή του και σύντομα κατάφερε να γίνει αρχηγός της προσωπικής φρουράς του. Επίσης φαίνεται ότι προσήλθε, άγνωστο εάν ήταν επιφανειακά ή συνειδητά, στην [[Αλεβισμός|αλεβιτική]] θρησκεία των [[Μπεκτασήδες δερβίσηδες|Μπεκτασήδων]], στην οποία ανήκε και ο προστάτης του. Το [[1818]] μυήθηκε στη [[Φιλική Εταιρεία]] και το [[1819]] διορίστηκε [[δερβέναγας]] στην ανατολική [[Στερεά Ελλάδα|Στερεά]].
Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος πήρε μέρος στις μάχες του Βερατίου, Αργυροκάστρου και Γαρδικίου, και ο Αλή Πασάς του έδωσε την οπλαρχηγία της Λειβαδιάς. Το [[1820]] όταν και επήλθε η ρήξη του [[Αλή Πασάς|Αλή Πασά]] με την Πύλη, εγκατέλειψε την Λιβαδειά, αφού πρώτα μύησε τον Αθανάσιο Διάκο στην Φιλική εταιρεία και του εμπιστεύθηκε την εξουσία της οπλαρχηγίας του αφήνοντάς τον ως πρωτοπαλίκαρο.<ref>Έφη Αλλαμανή, «Έναρξη της επαναστάσεως στην περιοχή Λιβαδιάς. Μάχη της Λιβαδιάς και απελευθέρωσή της. Απελευθέρωση του Ταλαντίου», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τομ.ΙΒ, 1975, σελ.98</ref> Ο ίδιος κατέφυγε στην [[Αράχωβα]] όπου προσπάθησε μαζί με άλλους επιφανείς [[Έλληνες]] που όλοι είχαν μεταξύ τους κοινό την θητεία τους στην αυλή του [[Αλή πασάς|Αλή]], να δημιουργήσει μια ελληνοαλβανική συμμαχία πάντα σύμφωνα με τα σχέδια της [[Φιλική Εταιρεία|Φιλικής Εταιρείας]]. Το εγχείρημα αυτό όμως απέτυχε καθώς ο [[Ομέρ Βρυώνης]] αρνήθηκε να συμμετάσχει. Μετά από αυτή την εξέλιξη ο [[Ανδρούτσος]] κατέφυγε δια μέσου της Ακαρνανίας στα [[Επτάνησα]], στην [[Λευκάδα]]. Εκεί συναντήθηκε στις αρχές του [[1821]] με τους Καραϊσκάκη, [[Γεώργιος Βαρνακιώτης|Γεώργιο Βαρνακιώτη]], Ζόγγα, Μακρή, [[Κυριακούλης Μαυρομιχάλης|Κυριακούλη Μαυρομιχάλη]] και άλλους οπλαρχηγούς της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδας. Στη σύσκεψη που έγινε στην αγγλοκρατούμενη [[Αγία Λαύρα]] στα τέλη του [[Ιανουάριος|Ιανουαρίου]] του έτους αυτού, συμμετείχε και ο Ανδρούτσος. Το θέμα της ήταν οι προετοιμασίες που έπρεπε να γίνουν για να ξεσηκωθεί η [[Στερεά Ελλάδα|Στερέα Ελλάδα]]. Αποφασίστηκε η ανάθεση της εξέγερσης της Ανατολικής Στερεάς στον Ανδρούτσο και στον [[Πανουργιάς|Πανουργιά]]. Οι αποφάσεις της σύσκεψης μπήκαν αμέσως σε εφαρμογή: ο Ανδρούτσος επιτέθηκε με ομάδα ανδρών του στη γέφυρα της Τατάρνας (αρχές γ΄δεκαημέρου του [[Μάρτιος|Μαρτίου]]) , μαζί με τον ηγούμενο της εκεί μονής Κυπριανό, σε 60 Τούρκους, οι οποίοι με αρχηγό τον Δερβέναγα Χασάν Μπέη Γκέκα, συνόδευαν μεγάλη χρηματαποστολή. Μετά την επιτυχή επιχείρηση έφυγαν αφήνοντας άθικτα τα χρήματα για να φανεί έτσι πως η επίθεση ήταν καθαρά επαναστατική πράξη.<ref>Έφη Αλλαμανή, «Η Σύσκεψη της Λευκάδος και προεπαναστικά γεγονότα στη Δυτική Ελλαδα», ''Ιστορία του Ελληνικού Έθνους''', Εκδοτική Αθηνών, τόμ. ΙΒ΄, 1975, σελ. 79-80</ref>
Χαρακτηριστική για την έναρξη της επαναστάσεως στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα είναι η επιστολή που στις 22 [[Μάρτιος|Μαρτίου]] έστειλε ο Ανδρούτσος στους [[Γαλαξείδι|Γαλαξειδιώτες]]: ''Εγώ είμαι στο ποδάρι με τα παλληκάρια μου'', τους γράφει και τους προτρέπει να πάρουν και εκείνοι αμέσως τα άρματα.<ref>Έφη Αλλαμανή, «Έναρξη της επαναστάσεως στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα και οι πρώτες πολεμικές συγκρούσεις», ''Ιστορία του Ελληνικού Έθνους'', Εκδοτική Αθηνών, τόμ. ΙΒ΄, 1975, σελ. 96</ref>
 
== Στον απελευθερωτικό αγώνα του 1821 ==
[[Αρχείο:Οδυσσέας Ανδρούτσος και Ιωάννης Γκιούρας.jpeg|250x|μικρογραφία|δεξιά|Οδυσσέας Ανδρούτσος και Ιωάννης Γκιούρας καταστρέφουσι εν Φοντάνα μέγα τουρκικό στρατό το 1822.]]
 
Λίγο πριν τον τραγικό θάνατο του Αλή Πασά Τεπελενλή το [[1822]], και σε συνεννόηση με αυτόν, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος με ένα ασκέρι χιλίων πεντακοσίων ανδρών, ανεξαρτητοποιήθηκε και άρχισε ένα τρίχρονο αγώνα εναντίον των Οθωμανών με αποκορύφωμα την ηρωϊκή [[Μάχη στο Χάνι της Γραβιάς]] (8 Μαίου [[1821]]), όπου με 120 Έλληνες οχυρώθηκε μέσα στο χάνι αντιμετώπισε επιτυχώς πολλαπλάσιο στράτευμα από Οθωμανούς υπό τον [[Ομέρ Βρυώνης|Ομέρ Βρυώνη]]. Τότε γράφτηκε και το γνωστό δημοτικό τραγούδι ''«Τ’ Αντρούτσου η μάνα χαίρεται, του [[Αθανάσιος Διάκος|Διάκου]] καμαρώνει. Γιατί έχουν γιους αρματολούς, και γιους καπεταναίους. Ανδρούτσος φυλάει τη Γραβιά, Διάκος την Αλαμάνα».'' Στη μάχη αυτή, η στρατηγική ιδιοφυΐα του Ανδρούτσου θριάμβευσε. Έτσι δικαιωματικά κατέλαβε τη θέση του αρχηγού των όπλων της Βοιωτίας, και ουσιαστικά αυτός επηρέασε την τύχη της επαναστάσεως στην ανατολική Στερεά , κατά τα επόμενα έτη.<ref>Ιωάννα Διαμαντούρου, «Ο Αγώνας στην Ανατολική Στερεά. Η μάχη της Γραβιάς», ''Ιστορία του Ελληνικού Έθνους'', Εκδοτική Αθηνών, τόμ. ΙΒ΄, 1975, σελ. 115</ref>Την [[άνοιξη]] του [[1822]] κατηγορήθηκε από τον [[Ιωάννης Κωλέττης|Ιωάννη Κωλέττη]] για συνεργασία με τον εχθρό, με αποτέλεσμα να παραιτηθεί από το αξίωμα. Στις 27 Αυγούστου [[1822]] η γερουσία του Αρείου Πάγου του αναθέτει τη Διοίκηση της Αθήνας και εισέρχεται θριαμβευτής Φρούραρχος στην Ακρόπολη, συνοδευόμενος από τον [[Ιωάννης Μακρυγιάννης|Ιωάννη Μακρυγιάννη]], τον [[Γιάννης Γκούρας|Ιωάννη Γκούρα]], τον Ιωάννη Μαμούρη, τον Κατσικογιάννη και τρακόσους ένοπλους επαναστάτες. Η υποδοχή του λαού των Αθηνών ήταν αποθεωτική. Στην Αθήνα ο Οδυσσέας Ανδρούτσος γνώρισε πολλούς ξένους Φιλέλληνες οι οποίοι αναφέρονται ευνοϊκά στα απομνημονεύματά τους σε αυτόν (Ελευθεροτυπία: «Τα Ιστορικά», 23 Μαρτίου 2009). Ο Βρετανός [[Εδουάρδος Ιωάννης Τρελώνυ]] (Edward John Trelawny, 1792-1881) φίλος του Λόρδου Byron ήρθε μαζί του στην Ελλάδα. Το Νοέμβριο του 1823 γνώρισε τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και γοητεύτηκε από την προσωπικότητά του. Παντρεύτηκε την 13ετή ετεροθαλή αδελφή του Οδυσσέα, Ταρσίτσα Καμένου. Τον ακολούθησε παντού και του έμεινε πιστός ως το τέλος. Ο Ανδρούτσος συνέχισε απτόητος την πολεμική του δράση εναντίον των Τούρκων μέχρι το [[1824]].
 
== Σύλληψη και θανάτωση του Ανδρούτσου ==
[[Αρχείο:Ο Καπετάν Ανδρούτσος το 1795. Θεόφιλος..jpg|μικρογραφία|Ο Καπετάν Ανδρούτσος το 1795. [[Θεόφιλος Κεφαλάς - Χατζημιχαήλ|Θεόφιλος]].]]
Οι παλιές προστριβές του Ανδρούτσου με τους ''καλαμαράδες'', όπως ονόμαζε τους πολιτικούς, και οι έντονες αντιδράσεις του, η τάση τέλος της [[Εκτελεστικό 1824|Εκτελεστικού]] να τον παραγκωνίζει και να μην του χορηγεί τα απαιτούμενα χρήματα και εφόδια για τη συγκρότηση ισχυρού στρατού και στρατοπέδων στη Στερεά, είχαν απογοητεύσει τον Ανδρούτσο. Ο εμφύλιος πόλεμος στην Πελοπόννησο, η απροθυμία της κυβερνήσεως να τον βοηθήσει και ο κίνδυνος των επαρχιών της Στερεάς Ελλάδας από την προέλαση των τουρκικών στρατευμάτων, τον είχαν κάνει στις αρχές Αυγούστου [[1824]] να έλθει σε επαφή με τους Τούρκους αρχηγούς για να βάλει ξανά ''καπάκια'', μολονότι μόλις τον Απρίλιο, στη συνέλευση των Σαλώνων, είχε αποφασισθεί «κανένας στρατιωτικός να μην ημπορεί να βάλει τα λεγόμενα καπάκια». Διαβλέποντας παντού μηχανορραφίες των πολιτικών, ο Ανδρούτσος αποσύρεται απογοητευμένος στη σπηλιά του, στη Μαύρη Τρύπα, στα βόρεια του Παρνασσού, κοντά στο χωριό Βελίτσα. Οι κινήσεις και οι διαθέσεις του όμως τον έκαναν περισσότερο ύποπτο στην κυβέρνηση, και κυρίως στον [[Ιωάννης Κωλέττης|Κωλέττη]] και στους άλλους εχθρούς του, που ζητούσαν να διορίσουν άλλους καπεταναίους στη θέση του. Η καχυποψία του ενισχύθηκε όταν έμαθε τη σύλληψη του [[Θεόδωρος Κολοκοτρώνης|Κολοκοτρώνη]]. Τα γεγονότα αυτά επηρέασαν τόσο πολύ τον Ανδρούτσο, ο οποίος θέλοντας να φοβίσει τους ''καλαμαράδες'', ενώθηκε με τους Τούρκους με τον όρο να του δώσουν την αρχηγία των επαρχιών της Εύβοιας, Ταλαντίου, Λιβαδιάς και Θήβας.
Η συμφωνία που κλείστηκε τότε με τον Ομέρ πασά του Ευρίπου «ήταν κάτι περισσότερο από τα συνηθισμένα ''καπάκια'', ήταν μια πράξη απελπισίας που έφθανε στα όρια της προδοσίας».<ref>Απόστολος Βακαλόπουλος, «Πλαστή προσχώρηση του Ανδρούτσου στους Τούρκους», ''Ιστορία του Ελληνικού Έθνους'', τομ. ΙΒ΄, 1975, σελ. 375</ref> Ο πραγματικός της σκοπός φαίνεται από όσα γράφει ο [[Νικόλαος Σπηλιάδης|Σπηλιάδης]], «...αν εφάνη συνεννοούμενος με τον εχθρό δεν αποδείχνει άλλο ειμή ότι ηπείλει την κυβέρνησιν, και εν ταυτώ ηπάτα τους Τούρκους δια τον σκοπόν του »<ref>όπ.π.</ref>
Τότε η κυβέρνηση, για να αντιμετωπίσει την ύποπτη στάση του διόρισε στις 20 [[Φεβρουάριος|Φεβρουαρίου]] [[1825]] το παλιό πρωτοπαλίκαρό του [[Γιάννης Γκούρας|Γιάννη Γκούρα]] αρχηγό της εκστρατείας στην ανατολική Ελλάδα και του χορήγησε 140.000 γρόσια.
Ο Γκούρας βάδισε προς τη Δόμβραινα και από εκεί στη Λειβαδιά. Οι κυβερνητικές δυνάμεις τον ακολούθησαν καταπόδι και τον ανάγκασαν, αυτόν και τους 400 Τούρκους ντελήδες (ιππείς) που του είχε στείλει ο Ομέρ πασάς από τη [[Χαλκίδα]], να υποχωρήσουν στη Χαιρώνεια και κατόπιν στην πατρίδα του [[Λιβανάτες]]. Στο μοναστήρι της Βελιβούς, μεταξύ 27 Μαρτίου- 7 Απριλίου, η θέση του Ανδρούτσου έγινε δύσκολη και τελικά, μετά από συνεννοήσεις με τον [[Νικόλαος Γκριτζιώτης|Νικόλαο Γκριτζιώτη]],εγκατέλειψε κρυφά τους ντελήδες και παραδόθηκε στον Γκούρα που τον έστειλε με συνοδεία στην [[Αθήνα]].
Μόλις έφθασε εκεί,τον έκλεισαν σε φυλακή στο κάτω μέρος του ψηλού Γουλά (πύργου) που υψωνόταν δεξιά στην είσοδο των Προπυλαίων της Ακρόπολης.<ref>Απόστολος Βακαλόπουλος, «Παράδοση του Ανδρούτσου στον Γκούρα. Φυλάκισή του στην Ακρόπολη», ''Ιστορία του Ελληνικού Έθνους'', τόμ. ΙΒ΄, 1975, σελ.375</ref>
Τότε έγινε απόπειρα απελευθέρωσης του Ανδρούτσου. Όταν ο [[Γιάννης Γκούρας|Γκούρας]] ο οποίος είχε στρατοπεδεύσει στον Όσιο Λουκά, επειδή είχε ανάγκη από τρόφιμα και πολεμοφόδια για να αντιμετωπίσει τον Ντεμίρ πασά και τον Μουστάμπεη οι οποίοι είχαν μπει στα [[Άμφισσα|Σάλωνα]], είχε στείλει τον παλαιό γραμματικό του Οδυσσέα Γεωργαντά να κάνει προμήθειες στο [[Λουτράκι]]. Εκεί θα συναντήσει τον [[Γεώργιος Καραϊσκάκης|Γεώργιο Καραϊσκάκη]], φίλο του Ανδρούτσου και τον [[Κώστας Μπότσαρης|Κώστα Μπότσαρη]]. Ο [[Γεώργιος Καραϊσκάκης]] μόλις έμαθε τα γεγονότα σχετικά με τη φυλάκιση του Ανδρούτσου, εξοργίστηκε και «έβρισε τον Γκούρα ''παλιόβλαχο''»<ref>Απόστολος Βακαλόπουλος, «Προσπάθεια απελευθέρωσης του Ανδρούτσου. Θανάτωσή του από ανθρώπους του Γκούρα» ''Ιστορία του Ελληνικού Έθνους'', τόμ. ΙΒ΄, 1975, σελ. 375</ref> Ο Καραϊσκάκης θα ξεκινήσει για το στρατόπεδο της Στερεάς για να απελευθερώσει τον φίλο του. Ο [[Γιάννης Γκούρας|Γκούρας]] θα οχυρωθεί εκεί και ο Καραϊσκάκης δεν θα μπορέσει να τον απελευθερώσει. Για να αποκλιμακώσει την ένταση η Διευθυντική Επιτροπή της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδος έστειλε επιστολή στην έδρα της διοικήσεως γνωμοδοτώντας την μετάθεση του Γκούρα στο στρατόπεδο της Αθήνας. και η κυβέρνηση να μαλακώσει τον Καραϊσκάκη.
Περιμένοντας να δικαστεί ο Ανδρούτσος, στις 5 [[Ιούνιος|Ιουνίου]] μετά τα μεσάνυχτα, ο οπλαρχηγός Μαμούρης και Γκούρα. Εκτελεστικά όργανα της δολοφονίας ήταν οι Ιωάννης Μαμούρης, Παπακώστας Τζαμάλας, Μήτρος της Τριανταφυλλίνας και ο στρατιώτης Θεοχάρης από το Λιδωρίκι, ενεργώντας κατά διαταγή του Γκούρα, απομάκρυναν τον δεσμοφύλακα, μπήκαν στο κελλί του Οδυσσέα Ανδρούτσου και τον θανάτωσαν με τα ίδια τους τα χέρια. Ύστερα γκρέμισαν το σώμα του από τον Γουλά κάτω στο λιθόστρωτο του ναού της Απτέρου Νίκης και διέδωσαν ότι τάχα ο φυλακισμένος είχε επιχειρήσει να δραπετεύσει, αλλά το σχοινί που χρησιμοποίησε κόπηκε και έτσι σκοτώθηκε.<ref>όπ,π</ref>
 
Οι παλιές προστριβές του Ανδρούτσου με τους ''καλαμαράδες'', όπως ονόμαζε τους πολιτικούς, και οι έντονες αντιδράσεις του, η τάση τέλος της [[Εκτελεστικό 1824|Εκτελεστικού]] να τον παραγκωνίζει και να μην του χορηγεί τα απαιτούμενα χρήματα και εφόδια για τη συγκρότηση ισχυρού στρατού και στρατοπέδων στη Στερεά, είχαν απογοητεύσει τον Ανδρούτσο. Ο εμφύλιος πόλεμος στην Πελοπόννησο, η απροθυμία της κυβερνήσεως να τον βοηθήσει και ο κίνδυνος των επαρχιών της Στερεάς Ελλάδας από την προέλαση των τουρκικών στρατευμάτων, τον είχαν κάνει στις αρχές Αυγούστου [[1824]] να έλθει σε επαφή με τους Τούρκους αρχηγούς για να βάλει ξανά ''καπάκια'', μολονότι μόλις τον Απρίλιο, στη συνέλευση των Σαλώνων, είχε αποφασισθεί «κανένας στρατιωτικός να μην ημπορεί να βάλει τα λεγόμενα καπάκια». Διαβλέποντας παντού μηχανορραφίες των πολιτικών, ο Ανδρούτσος αποσύρεται απογοητευμένος στη σπηλιά του, στη Μαύρη Τρύπα, στα βόρεια του Παρνασσού, κοντά στο χωριό Βελίτσα. Οι κινήσεις και οι διαθέσεις του όμως, τον έκαναν περισσότερο ύποπτο στην κυβέρνηση, και κυρίως στον [[Ιωάννης Κωλέττης|Κωλέττη]] και στους άλλους εχθρούς του, που ζητούσαν να διορίσουν άλλους καπεταναίους στη θέση του. Η καχυποψία του ενισχύθηκε όταν έμαθε τη σύλληψη του [[Θεόδωρος Κολοκοτρώνης|Κολοκοτρώνη]]. Τα γεγονότα αυτά επηρέασαν τόσο πολύ τον Ανδρούτσο, ο οποίος θέλοντας να φοβίσει τους ''καλαμαράδες'', ενώθηκε με τους Τούρκους με τον όρο να του δώσουν την αρχηγία των επαρχιών της Εύβοιας, Ταλαντίου, Λιβαδιάς και Θήβας.
== Τα οστά του Οδυσσέα Ανδρούτσου==
 
Η συμφωνία που κλείστηκε τότε με τον Ομέρ πασά του Ευρίπου «ήταν κάτι περισσότερο από τα συνηθισμένα ''καπάκια'', ήταν μια πράξη απελπισίας που έφθανε στα όρια της προδοσίας».<ref>Απόστολος Βακαλόπουλος, «Πλαστή προσχώρηση του Ανδρούτσου στους Τούρκους», ''Ιστορία του Ελληνικού Έθνους'', τομ. ΙΒ΄, 1975, σελ. 375</ref> Ο πραγματικός της σκοπός φαίνεται από όσα γράφει ο [[Νικόλαος Σπηλιάδης|Σπηλιάδης]], «...αν εφάνη συνεννοούμενος με τον εχθρό δεν αποδείχνει άλλο ειμή ότι ηπείλει την κυβέρνησιν, και εν ταυτώ ηπάτα τους Τούρκους δια τον σκοπόν του ».<ref>όπ.π.</ref>
 
Τότε η κυβέρνηση, για να αντιμετωπίσει την ύποπτη στάση του, διόρισε στις 20 [[Φεβρουάριος|Φεβρουαρίου]] [[1825]] το παλιό πρωτοπαλίκαρό του, [[Γιάννης Γκούρας|Γιάννη Γκούρα]], αρχηγό της εκστρατείας στην ανατολική Ελλάδα, και του χορήγησε 140.000 γρόσια.
Ο Γκούρας βάδισε προς τη Δόμβραινα και από εκεί στη Λειβαδιά. Οι κυβερνητικές δυνάμεις τον ακολούθησαν καταπόδι και τον ανάγκασαν, αυτόν και τους 400 Τούρκους ντελήδες (ιππείς) που του είχε στείλει ο Ομέρ πασάς από τη [[Χαλκίδα]], να υποχωρήσουν στη Χαιρώνεια και κατόπιν στην πατρίδα του, [[Λιβανάτες]]. Στο μοναστήρι της Βελιβούς, μεταξύ 27 Μαρτίου - 7 Απριλίου, η θέση του Ανδρούτσου έγινε δύσκολη και τελικά, μετά από συνεννοήσεις με τον [[Νικόλαος Γκριτζιώτης|Νικόλαο Γκριτζιώτη]], εγκατέλειψε κρυφά τους ντελήδες και παραδόθηκε στον Γκούρα που τον έστειλε με συνοδεία στην [[Αθήνα]]. Μόλις έφθασε εκεί, τον έκλεισαν σε φυλακή στο κάτω μέρος του ψηλού Γουλά (πύργου) που υψωνόταν δεξιά στην είσοδο των Προπυλαίων της Ακρόπολης.<ref>Απόστολος Βακαλόπουλος, «Παράδοση του Ανδρούτσου στον Γκούρα. Φυλάκισή του στην Ακρόπολη», ''Ιστορία του Ελληνικού Έθνους'', τόμ. ΙΒ΄, 1975, σελ.375</ref>
 
Τότε έγινε απόπειρα απελευθέρωσης του Ανδρούτσου. Όταν ο [[Γιάννης Γκούρας|Γκούρας]] ο οποίος είχε στρατοπεδεύσει στον Όσιο Λουκά, επειδή είχε ανάγκη από τρόφιμα και πολεμοφόδια για να αντιμετωπίσει τον Ντεμίρ πασά και τον Μουστάμπεη οι οποίοι είχαν μπει στα [[Άμφισσα|Σάλωνα]], είχε στείλει τον παλαιό γραμματικό του Οδυσσέα Γεωργαντά να κάνει προμήθειες στο [[Λουτράκι]]. Εκεί θα συναντήσει τον [[Γεώργιος Καραϊσκάκης|Γεώργιο Καραϊσκάκη]], φίλο του Ανδρούτσου και τον [[Κώστας Μπότσαρης|Κώστα Μπότσαρη]]. Ο [[Γεώργιος Καραϊσκάκης]] μόλις έμαθε τα γεγονότα σχετικά με τη φυλάκιση του Ανδρούτσου, εξοργίστηκε και «έβρισε τον Γκούρα ''παλιόβλαχο''».<ref>Απόστολος Βακαλόπουλος, «Προσπάθεια απελευθέρωσης του Ανδρούτσου. Θανάτωσή του από ανθρώπους του Γκούρα» ''Ιστορία του Ελληνικού Έθνους'', τόμ. ΙΒ΄, 1975, σελ. 375</ref> Ο Καραϊσκάκης θα ξεκινήσει για το στρατόπεδο της Στερεάς για να απελευθερώσει τον φίλο του. Ο [[Γιάννης Γκούρας|Γκούρας]] θα οχυρωθεί εκεί και ο Καραϊσκάκης δεν θα μπορέσει να τον απελευθερώσει. Για να αποκλιμακώσει την ένταση, η Διευθυντική Επιτροπή της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδος έστειλε επιστολή στην έδρα της διοικήσεως, γνωμοδοτώντας την μετάθεση του Γκούρα στο στρατόπεδο της Αθήνας., και η κυβέρνηση να μαλακώσει τον Καραϊσκάκη.
 
Περιμένοντας να δικαστεί ο Ανδρούτσος, ο Γκούρας αποφάσισε να πάρει τον νόμο στα χέρια του και το έγκλημα έγινε στις 5 [[Ιούνιος|Ιουνίου]] μετά τα μεσάνυχτα, ο οπλαρχηγός Μαμούρης και Γκούρα. Εκτελεστικά όργανα της δολοφονίας ήταν οι Ιωάννης Μαμούρης (οπλαρχηγός), Παπακώστας Τζαμάλας, Μήτρος της Τριανταφυλλίνας και ο στρατιώτης Θεοχάρης από το Λιδωρίκι,. ενεργώνταςΕνεργώντας κατά διαταγή του Γκούρα, απομάκρυναν τον δεσμοφύλακα, μπήκαν στο κελλί του Οδυσσέα Ανδρούτσου και τον θανάτωσαν με τα ίδια τους τα χέρια. Ύστερα γκρέμισαν το σώμα του από τον Γουλά κάτω στο λιθόστρωτο του ναού της Απτέρου Νίκης και διέδωσαν τότε στον λαό ότι τάχα ο φυλακισμένος είχε επιχειρήσει να δραπετεύσει, αλλά το σχοινί που χρησιμοποίησε κόπηκε και έτσι σκοτώθηκε.<ref>όπ,π</ref>
 
== Τα οστά του Οδυσσέα Ανδρούτσου ==
 
Στις 15 Ιουλίου 1967 ο στρατηγός [[Θρασύβουλος Τσακαλώτος]], τέως Διοικητής της Ελληνικής Ταξιαρχίας του [[Ρίμινι]] και επικεφαλής του Εθνικού Στρατού στον Εμφύλιο Πόλεμο του 1947-1949, μετέφερε με πολεμικό σκάφος στην [[Πρέβεζα]] μεταλλικό κουτί με τα οστά του Οδυσσέα Ανδρούτσου από το [[Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών]]. Τα οστά τοποθετήθηκαν στη βάση του αγάλματος που υπάρχει στην ομώνυμη πλατεία του, και του οποίου τα αποκαλυπτήρια έγιναν με μεγαλοπρεπή τελετή την ίδια ημέρα. Στην εκδήλωση αυτή παρέστησαν το ελληνικό βασιλικό ζεύγος, ο μητροπολίτης Πρεβέζης [[Στυλιανός Κορνάρος]] και ο αρχιεπίσκοπος Καναδά.
 
== Οικογένεια ==
Ο Ανδρούτσος παντρεύτηκε την Ελένη Καρέλλη, κόρη του εύπορου και ισχυρού Χρήστου Καρέλλη από τους [[Καλαρρύτες Ιωαννίνων]] και απέκτησαν μαζί ένα γιο, τον [[Λεωνίδας Ανδρούτσος|Λεωνίδα Ανδρούτσο]] (1824 - 1837)<ref>''Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό'', Εκπαιδευτική Εγκυκλοπαίδεια, Εκδοτική Αθηνών, 1999, τόμος πρώτος, σ. 272.</ref>, ο οποίος με την υποστήριξη του Όθωνα στάλθηκε στο [[Μόναχο]], για να μεγαλώσει στο περιβάλλον του βασιλιά Λουδοβίκου Α΄. Εκεί αρρώστησε το 1836 όταν ξέσπασε επιδημία χολέρας και πέθανε στις 11 Δεκεμβρίου σε ηλικία δώδεκα χρονών.
 
== Παραπομπές ==
<references />
 
| language =
}}
* Συλλογικό: ''Ιστορία του Ελληνικού Έθνους'', Εκδοτική Αθηνών, τόμ. ΙΒ΄, Αθήνα 1975.
* Κουκοβέτσος, Ηλίας Π.: ''Οδυσσέας Ανδρούτσος: Αρχιστράτηγος της Ρούμελης'', 2008, Έκδοση 2η.
 
== Εξωτερικοί σύνδεσμοι ==
* [http://xantho.lis.upatras.gr/pleias/index.php/index/search/results Ανέκδοται επιστολαί Οδυσσέα Ανδρούτσου, Πλειάς Ελληνικά περιοδίκά του 19ου αιώνα]
Ανώνυμος χρήστης