Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Θεοδώρα (11ος αιώνας)»

μ
→‎Βιογραφία: Προσθήκη συνδέσμων
μ (→‎Βιογραφία: Προσθήκη συνδέσμων)
Η Θεοδώρα, η νεότερη από τις κόρες του Κωνσταντίνου του Η’ ήταν - όπως μας μαρτυρεί ο [[Μιχαήλ Ψελλός]] σκιαγραφώντας το χαρακτήρα της, σε αντιπαραβολή με αυτόν της Ζωής - ψηλή, αδύνατη, απότομη και γρήγορη στο λόγο, χαμογελαστή, όχι ιδιαίτερα εύστροφη και όμορφη, και ιδιαίτερα φειδωλή.<ref>''Χρονογραφία'', 193-194. [20] ό.π., 180.</ref>
 
Διέθετε δυναμικό και φιλόδοξο χαρακτήρα καθώς στην αρχή της βασιλείας του Ρωμανού Γ’ Αργυρού (1029) φαίνεται ότι έπαιξε κάποιο ρόλο στην εκδήλωση των συνωμοσιών του Προυσιανού και του Κωνσταντίνου Διογένη, οδηγώντας τη Ζωή στην απόφαση να την περιορίσει στη μονή Πετρίου. Ο Ψελλός αναφέρει ότι «ο φθόνος [...] χώρισε τις δύο αδελφές» και πως η θέση της στο μοναστήρι ήταν «αξιοσέβαστη».<ref>Οικονομίδης Ν., στο ''Ιστορία του Ελληνικού Έθνους'', «Η ενοποίηση του Ευρασιατικού χώρου 945-1071» στο «Η Θεοδώρα (1055-1056) τόμος Ζ', Εκδοτική Αθηνών, 2000, Αθήνα, 140.</ref> Η κουρά της Θεοδώρας, ισοδυναμούσε με ποινή και αποκλεισμό από την πολιτειακή οργάνωση της αυτοκρατορίας. Συμμετείχε επίσης και στην τιμωρία με τύφλωση του [[Μιχαήλ Ε’Ε΄|Μιχαήλ Ε]]’ και του [[Ιωάννης ο Ορφανοτρόφος|Ιωάννη Ορφανοτρόφου]] το [[1043]].
 
Η Θεοδώρα, θα αναλάβει για δεύτερη φορά την αυτοκρατορική εξουσία - ως μόνη κάτοχός της - στις [[11 Ιανουαρίου]] του [[1055]],
<ref>Schlumberger G, ''Η Βυζαντινή εποποία κατά τα τέλη της Ι’ εκατονταετηρίδος'' , Τρίτο μέρος , Αι πορφυρογέννηται Ζωή και Θεοδώρα (1025-1057), μτφ. Λαμπρίδου Ι., Σακελλαρίου Δ., Αθήνα 1906.</ref>
αμέσως μετά το θάνατο του [[Κωνσταντίνος Θ´ ο Μονομάχος|Μονομάχου]], αφού πρώτα εξουδετέρωσε τις απειλές που είχαν εμφανισθεί. Από την μιά πλευρά οι άνθρωποι του Κωνσταντίνου Θ΄ προσπάθησαν να αναγορεύσουν αυτοκράτορα τον δούκα [[Βουλγαρία]]ς Νικηφόρο Πρωτεύοντα. Απέτυχαν όμως και έχασαν τις θέσεις τους. Από την άλλη πλευρά, ο πατρίκιος Βρυέννιος, εκπρόσωπος της στρατιωτικής αριστοκρατίας και αρχηγός των Μακεδονικών δυνάμεων (των δυνάμεων δηλαδή που είχαν υποστηρίξει τον πατρίκιο Λέοντα Τορνίκιο οκτώ χρόνια νωρίτερα) αποπειράθηκε φαίνεται και αυτός να στασιάσει. Απέτυχε και εξορίστηκε, ενώ η μεγάλη περιουσία του δημεύτηκε<ref>''Χρονογραφία'', 304.</ref>. Τα παραπάνω γεγονότα παραλείπονται από την εξιστόρηση του Ψελλού.
 
Αποφάσισε να μην παντρευτεί και απέκρουσε κάθε προσπάθεια από στρατό ή κλήρο - ο πατριάρχης [[Μιχαήλ Α΄ Κηρουλάριος]] δυσανασχετούσε επειδή αυτοκράτωρ ήταν μια γυναίκα<ref>ό.π., 300.</ref> - να πάρει σύζυγο συνάρχοντα<ref>Νικολάου Κ., ό.π., 35.</ref>, υπερασπίσθηκε δραστικότατα την ανεξαρτησία της από τις επιβουλές και επιρροές της στρατιωτικής τάξης, αλλά και της κοινής γνώμης που σύμφωνα με τον Ψελλό δεν ήταν σύμφωνη με μία τέτοια διευθέτηση των πραγμάτων. «Όλοι βέβαια το θεωρούσαν απρεπές να εκθηλύνεται έτσι η άλλοτε αρρενωπή εξουσία των Ρωμαίων»<ref>''Χρονογραφία'', 296.</ref>. Όχι τόσο από την επιθυμία για μονοκρατορία, αλλά -όπως παρατηρεί ο Ψελλός- επειδή ίσως δεν ήθελε να ακολουθήσει τη μοίρα της [[Ζωή (αυτοκράτειρα)|Ζωής]]<ref>{ό.π., 296.</ref>. Έτσι, παίρνοντας την έγκριση των ικανών αξιωματούχων που επρόσκειντο ευνοϊκά,<ref>ό.π., 298.</ref> παραχώρησε τη διοίκηση του κράτους στον έμπιστό της πρωθυπουργό πρωτοσύγκελο Λέοντα Παρασπόνδυλο, έναν δυσπρόσιτο αλλά ικανό πολιτικό τον οποίο ο Ψελλός μέμφεται και κατακρίνει τη Θεοδώρα για την επιλογή της αυτή.<ref name="ό.π., 297">ό.π., 297.</ref>
 
Παρά το ότι ο Ψελλός καταρχάς χαρακτηρίζει τη διακυβέρνηση της Θεοδώρας συνετή, κατόπιν παρατηρεί ότι ήταν απαραίτητη η ανάληψη των κρατικών ηνίων από έναν άνδρα. Εντούτοις, ο Ψελλός μαρτυρεί την ύπαρξη ενός γενικότερου κλίματος δυσαρέσκειας, εξαιτίας του ότι η Ρωμαϊκή αρχή βρισκόταν στα χέρια μιας γυναίκας, ενώ τέλος, ακόμη και τα θετικά στοιχεία που αποδίδει στη βασιλεία της Θεοδώρας έχουν να κάνουν περισσότερο με τη διεθνή και εσωτερική [[πολιτική]] συγκυρία και πολλή λιγότερο με τις πραγματικές της ικανότητες στην άσκηση της αυτοκρατορικής εξουσίας.<ref>ό.π., 296.</ref>
2.395

επεξεργασίες