Αυτοκρατορία των Κοσσανών: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων

Περιεχόμενο που διαγράφηκε Περιεχόμενο που προστέθηκε
Γραμμή 15:
Ο αρχαιότερα καταγεγραμμένος ηγέτης, και ο πρώτος που ανακήρυξε τον εαυτό του ως ηγεμόνα των Κοσσανών, ήταν ο Ηραίος. Στα νομίσματα που έκοψε στα ελληνικά, ονομάζει τον εαυτό του "τύραννο", και επίσης το κρανίο του παρουσιάζει τη γνωστή παραμόρφωση. ίσως υπήρξε σύμμαχος των Ελλήνων δυναστών της περιοχής, και μοιραζόταν το ίδιο στυλ νομισμάτων. Ο Ηραίος ίσως ήταν ο πατέρας του πρώτου αυτοκρατόρα των Κοσσανών, Καδφίση.
 
Το ''Βιβλίο των Χαν'' αναφέρει ότι οι Κοσσανοί μοίρασαν το 128 π.Χ. τη [[Βακτρία]]. Το ''Βιβλίο των Ύστερων Χαν'' αφηγείται πώς ο αρχηγός των Κοσσανών, (Καδφίσης), ίδρυσε με τη βία και την υποταγή των άλλων φυλών των Γιουέ-τσι την Αυτοκρατορία των Κοσσανών, γνωστή στους Έλληνες και τους Ρωμαίους με την ονομασία Αυτοκρατορία των Ινδοσκυθών. Στο ίδιο αυτό βιβλίο δίδεται ένα χρονικό του σχηματισμού της Αυτοκρατορίας των Κοσσανών, βασισμένη σε μια αναφορά του Κινέζου στρατηγού Μπαν Γιονγκ στον Κινέζο αυτοκράτορα γύρω στα 125 μ.Χ.:
{{quote|Περισσότερα από εκατό χρόνια αργότερα (από την κατάκτηση της Βακτρίας από τους Τα Γιουέ-τσι), ο πρίγκηπας [''σιχόου''] των Κουέι-σουάνγκ ανακήρυξε τον εαυτό του βασιλιά, και η δυναστεία του ονομάστηκε δυναστεία του Κουέι-σουάνγκ (Κοσσανού) βασιλιά. Εισέβαλε στο Ανσί (Ινδοπαρθία), και κατέλαβε την περιοχή Κάο-φου (περιοχή της σημερινής [[Καμπούλ]]). Επίσης, νίκησε το σύνολο των βασιλείων Που-τα (Πάκτια) και Τζι-μπιν (Καπίσα και Γανδάρα). Ο Καδφίσης ήταν πάνω από ογδόντα ετών όταν πέθανε. Ο γιος του, Γιανγκάο-τσεν (πιθανόν ο Βέμα Ταχ ή ο αδελφός του Σαντασκάνα), έγινε βασιλιάς στη θέση του. Κατέλαβε την περιοχή Τιεν-τσου (Βορειοδυτική Ινδία) και όρισε στρατηγούς-κυβερνήτες να τη διοικούν. Οι Γιουέ-τσι έγιναν τότε εξαιρετικά πλούσιοι. Όλα τα βασίλεια ονομάζουν τον βασιλιά τους βασιλιά των Κοσσανών, αλλά οι Χαν τούς ονομάζουν με το αρχικό τους όνομα, Τα Γιουέ-τσι.|Χόου Χανσού <ref name="Hill 2009, p. 29">Hill (2009), p. 29.</ref><ref>Chavannes (1907), pp. 190–192.</ref>}}