Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Φρανσουά Πουλέν ντε λα Μπαρ»

μ
καμία σύνοψη επεξεργασίας
(Νέο λήμμα)
 
μ
 
== Η ζωή και το έργο του ==
Ο Πουλέν ντε λα Μπαρ γεννήθηκε το 1648 στο Παρίσι από πλούσια οικογένεια<ref name=":0">{{Cite journal|url=http://rep.ucpress.edu/content/19/1/57|title=Sexless Minds at Work and at Play: Poullain de la Barre and the Origins of Early Modern Feminism|last=Vopa|first=Anthony J. La|date=2010-02-01|journal=Representations|issue=1|doi=10.1525/rep.2010.109.1.57|volume=109|pages=57–94|language=en|issn=0734-6018}}</ref> με ισχυρές καθολικές πεποιθήσεις.<ref name=":1">{{Cite book|title=Three Cartesian feminist treatises|first=François,|last=Poulain de La Barre|first2=|last2=|publisher=University of Chicago Press|isbn=0226676536|year=2002|date=2002|location=Chicago|page=|url=https://www.worldcat.org/oclc/50251985|id=50251985}}</ref> Από μικρός προορίζονταν να κάνει καριέρα ιερωμένου και γι΄αυτό στάλθηκε από νωρίς να σπουδάσει θεολογία και [[Σχολαστικισμός|σχολαστική φιλοσοφία]].<ref name=":1" /> Αποδείχθηκε πολύ καλός μαθητής καθώς μόλις στα 15 του έτη κατάφερε να αποφοιτήσει από το πανεπιστήμιο με πτυχίο φιλοσοφίας.<ref name=":1" /> Αμέσως μετά εγγράφηκε στη σχολή θεολογίας του πανεπιστημίου της [[Σορβόννη|Σορβόννης]] όπου διδάχθηκε τις αυστηρές θεολογικές αρχές του [[Θωμάς Ακινάτης|Θωμά Ακινάτη]] και αποφοίτησε σε ηλικία δεκαεννέα ετών στον χρόνο ρεκόρ των τριών ετών αντί του συνηθισμένου των πέντε.<ref name=":1" />
 
=== Η μεταστροφή στον καρτεσιανισμό ===
Παρά τις εξαιρετικές και πολλά υποσχόμενες αποδόσεις του όμως ο Πουλέν έστρεψε πολύ γρήγορα την πλάτη του στις παραδοσιακές σπουδές καθώς, όπως είπε ο ίδιος, όλα αυτά τα χρόνια αριστοτελικής εκπαίδευσης “δεν είχαν τίποτα να του πουν”.<ref name=":1" /> Σύντομα αποφάσισε να αφήσει την ακαδημαϊκή και ιερατική καριέρα και να στραφεί σε έναν καινοτόμο και ριζοσπαστικό για εκείνη την εποχή τρόπο σκέψης που είχε εισαγάγει για πρώτη φορά ο Γάλλος φιλόσοφος [[Ρενέ Ντεκάρτ|Καρτέσιος]]. Οι απόψεις του Καρτέσιου απέφευγαν το δόγμα και την κυριαρχία της αυθεντίας που χαρακτήριζαν μέχρι τότε την επιστημονική σκέψη ενώ αντίθετα προωθούσαν την λογική και μαθηματική προσέγιση του κόσμου, της φύσης και του ανθρώπου.
 
Οι ήθικες αξίες της εποχής όμως δεν ανέχονταν τις μορφωμένες γυναίκες. Αν και η εποχή χαρακτηρίζονταν από την άνθιση των λεγόμενων “λογοτεχνικών σαλονιών”, ένα είδος ερασιτεχνικών λεσχών που οργάνωναν και υποστήριζαν πλούσιες και μορφωμένες γυναίκες κυριολεκτικά στα σαλόνια των σπιτιών τους, που είχαν σκοπό την υποστήριξη των τεχνών, των γραμμάτων και των επιστημών και έδιναν την δυνατότητα στους καλλιτέχνες και τους επιστήμονες να συναντηθούν, να συλλογισθούν και να δικτυωθούν ελεύθερα χωρίς την ανάγκη κάποιας ακαδημαϊκής, εκκλησιαστικής ή άλλης ηγεμονίας, οι ίδιες οι γυναίκες αυτές προτιμούσαν να μένουν στο παρασκήνιο για να αποφύγουν την κρτιτική μιας κοινωνίας που δεν ανεχόταν την γυναικεία αυθεντία.<ref name=":0" /> Μία γυναίκα την εποχή εκείνη είχε τρεις επιλογές: να αποκαλύψει δημόσια τις γνώσεις της και το έργο της και να υποστεί την κοινωνική κατακραυγή, να κρατήσει κρυφή την εκπαίδευσή της και τα ενδιαφέροντά της ή να μη μορφωθεί καθόλου για να μην διακινδυνεύσει να λοιδορηθεί.<ref name=":1" /> Η επιθετική και αδιακιολόγητα σκληρή κριτική που δέχονταν οι μορφωμένες γυναίκες τότε διαφαίνεται και σε δύο από τα έργα του [[Μολιέρος|Mολιέρου]], ενός από τους πιο διάσημους θεατρικούς συγγραφείς της εποχής, το Les Précieuses ridicules και το Les Femmes savantes. Ειδικά το δεύτερο εξέφραζε ιδιαίτερα έντονα τους αντρικούς φόβους σχετικά με την γυναικεία διανόηση και εξουσία<ref name=":1" /><ref name=":2" /> και περιλάμβανε έναν τέτοιο εξευτελισμό των μορφωμένων γυναικών που μέσα σε δεκαπέντε μόλις ημέρες από την ημέρα που πρωτοεμφανίστηκε στις θεατρικές αίθουσες το 1672 οι γυναίκες προτιμούσαν να κατηγορηθούν για ανηθικότητα παρά για ανώτερη μόρφωση.<ref name=":1" />
 
=== Το πρώτο βιβλίο και ο «κοινωνικός καρτεσιανισμός» ===
Μέρσα σε αυτό το κλίμα γελοιοποίησης και εξευτελισμού των μορφωμένων γυναικών, αλλά και εν μέσω λογοκρισίας και διώξεων της καρτεσιανής φιλοσοφίας από την Εκκλησία και τον επίσημο ακαδημαϊκό κόσμο, ο Πουλέν εξέδωσε το 1673 το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Περί της Ισότητας των Δύο Φύλων» (De l’Égalité des deux sexes), εικάζεται εν μέρει και ως απάντηση στο έργο του Μολιέρου.<ref name=":1" /><ref name=":1" /> Σε αυτό το βιβλίο χρησιμοποιούσε την καρτεσιανή μέθοδο για να ασκήσει κριτική στους λανθασμένους συλλογισμούς που είχαν νομιμοποιήσει τις διακρίσεις σε βάρος των γυναικών.<ref name=":1" />
 
Όμως το 1763 ελάχιστοι μπορούσαν να αντιληφθούν πόσο επαναστατικές ήταν οι ιδέες που στήριζαν τις φεμνιστικές απόψεις του Πουλέν ντε λα Μπαρ.<ref name=":1" /> Το βιβλίο του αγνοήθηκε σε μεγάλο βαθμό και οι απόψεις του αποδώθηκαν περισσότερο σε κάποιου είδους αντρικό ιπποτισμό παρά στην αναζήτηση της αλήθειας.<ref name=":1" /><ref name=":2" />
 
=== Το δεύτερο βιβλίο και η κριτική του ακαδημαϊσμού ===
Την επόμενη χρονιά όμως (1674), ο Πουλέν ντε λα Μπαρ εξέδωσε απτόητος το δεύτερο βιβλίο του με τίτλο «Περί της Εκπαίδευσης των Γυναικών» (De l’Éducation des dames ) με διττό σκοπό όπως είπε από τη μία την εκπαίδευση των γυναικών που ήταν δασκάλες στην καρτεσιανή φιλσοοφία και από την άλλη την εκπαίδευση των παιδιών.<ref name=":1" /> Ήθελε να ενισχύσει την αυτοπεποίθηση των γυναικών και να τις αφυπνίσει έτσι ώστε να ανγνωρίσουν πως οι ίδιες μπορούσαν να γίνουν ο χειρότερος εχθρός τους καθώς ενστερνίζονταν τις πατριαρχικές αξίες.<ref name=":1" /> Κατά την γνώμη του η γνώση ήταν δύναμη και μόνο οι ελεύθερα σκεπτόμενες γυναίκες μπορούσαν να σπάσουν τον φαύλο κύκλο των προκαταλήψεων γι΄αυτό και προέτρεπε τους (άντρες και γυναίκες) αναγνώστες του να παρατηρούν τα πάντα, να αμφισβητούν τα πάντα και να θέτουν τα πάντα στην κρίση της λογικής.<ref name=":1" /> Οι απόψεις του έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με τις καθιερωμένες παιδαγωγικές τεχνικές που στηρίζονταν στην αυθεντία και επέτρεπαν ή απαγόρευαν την πρόσβαση στην γνώση με βάση το φύλο.<ref name=":1" />
 
Ο Πουλέν γράφει με την μορφή διαλόγου στον οποίο εμφανίζονται τέσσερα πρόσωπα: ο Στασίμαχος, ο πρωταγωνιστής του βιβλίου που ταυτίζεται με τον συγγραφέα, η σύμμαχός του η Σοφία που είναι μία πολύ μορφωμένη γυναίκα όπως λέει και το όνομά της, η Ευλαλία, μία πολύ νεώτερη γυναίκα που πρόκειται να μυηθεί στον κόσμο της επιστήμης και ο Τίμανδρος, ένας έντιμος άντρας που όμως χρειάζεται να ξεφορτωθεί τις προκαταλήψεις του.<ref name=":2" /> Οι δύο πρώτοι μεταπείθουν τους υπόλοιπους δύο με τα επιχειρήματά τους σχετικά με την γνώση και τον ρόλο της παραδοσιακής ακαδημαϊκής ελίτ, της Εκκλησίας, τον νόμων και των εθίμων. Συγκεκριμένα, ο Πουλέν κριτικάρει το σχολαστικό πρόγραμμα των πανεπιστημίων που στηρίζεται στην αυθεντία, την αριστοτελική σκέψη και στην άκριτη αποδοχή τους καθώς και την κυριαρχία της ακαδημαϊκής ελίτ στην επιστημονική σκέψη της εποχής του.<ref name=":2" /> Ασκεί επίσης κριτική στους φιλοσόφους του φυσικού νόμου που ισχυρίζονταν ότι η εξουσία των αντρών πάνω στις συζύγους τους ήταν φυσική και λέει πως δεν υπάρχει τίποτα φυσικό σε αυτό αλλά είναι απλά μία εθιμική πεποίθηση ενώ η στάση τους αυτή έρχεται σε αντίθεση με τις απόψεις τους ότι η εξάρτηση και η υποτέλεια είναι αντίθετες προς την φυσική ισότητα των ανθρώπων.<ref name=":2" /> Έτσι γίνεται ο πρώτος φιλόσοφος του 17ου αιώνα που αποκαλύπτει την αντιφατική χρήση του όρου «φύση» στην θεωρία του σύγχρονου φυσικού δίκαιου.<ref name=":2" /> Δεν διστάζει επίσης να αμφισβητήσει, όχι μόνο την θέση της γυναίκας όπως προέκυπτε από την κυρίαρχη ερμηνεία της [[Αγία Γραφή|Βίβλου]], αλλά γενικά την ερμηνεία των Ιερών Γραφών καθώς και το μυστήριο της [[Θεία Ευχαριστία στην Καθολική Εκκλησία|Θείας Ευχαριστίας]] ενώ υποστηρίζει την χειροτόνηση των γυναικών.<ref name=":3">{{Cite journal|url=https://muse.jhu.edu/article/10918|title=From Feminism to Biblical Criticism: The Theological Trajectory of Francois Poulain de la Barre|last=Stuurman|first=Siep|date=2000-04-01|journal=Eighteenth-Century Studies|issue=3|doi=10.1353/ecs.2000.0033|volume=33|pages=367–382|language=en|issn=1086-315X}}</ref>
 
=== Το τρίτο βιβλίο και τα φυσικά δικαιώματα του ανθρώπου ===
Και αυτό το δεύτερο βιβλίο του πέρασε απαρατήρητο και, απογοητευμένος από την αδιαφορία του κοινού, ο Πουλέν εξέδωσε το 1675 ένα βιβλίο στο οποίο κατέγραφε ο ίδιος την κριτική στις απόψεις του που είχε φανταστεί ότι θα είχαν προκαλέσει τα δύο προηγούμενα βιβλία του. Επρόκειτο για το «Περί της Ανωτερότητας των Αντρών» (De l’Excellence des hommes ) στο οποίο κατέγραφε τις αντιρρήσεις και ενστάσεις που μπορεί κάποιος να είχε διαβάζοντας το προηγούμενο έργο του. Αυτό το βιβλίο έμελλε να δημιουργήσει μεγάλη σύγχιση τους επόμενους αιώνες και να οδηγήσει ορισμένους να τον κατηγορήσουν ότι είχε αλλάξει γνώμη, ότι είχε προδώσει τις απόψεις του ή ότι δεν τις εννοούσε ποτέ.<ref name=":1" /> Στην πραγματικότητα όμως και το βιβλίο αυτό δεν ξέφευγε από τις προοδευτικές και ρασιοναλιστικές απόψεις που είχε ενστερνιστεί μέχρι τότε ο Πουλέν γιατί, αντί να καταγράφει απλώς τις αντίθετες απόψεις, τις ανέφερε και μετά τις αντέκρουε χρησιμοποιώντας και πάλι την καρτεσιανή μέθοδο.<ref name=":0" /><ref name=":1" /> Σε αυτό το βιβλίο έκανε τον «δικηγόρο του διαβόλου» απαντώντας σε αυτό που εκείνος αποκαλούσε “δίκαιο ερώτημα” η επίλυση του οποίο πίστευε πως θα οδηγούσε στην βελτίωση της ανθρώπινης ζωής μέσα σε μία κοινωνία ισότητας.<ref name=":1" /> Με το βιβλίο του αυτό αποδομούσε τα επιχειρήματα των σχολαστικών που στηρίζονταν στα ιερά κείμενα, την Βίβλο και στους αρχαίους φιλοσόφους δίνοντας έτσι χώρο στα επιχειρήματα όχι μόνο σχετικά με τα δικαιώματα των γυναικών αλλά και με ζητήματα ηθικής, δικαιοσύνης, πολιτικής και θεολογίας.<ref name=":1" />
 
Σε αυτό το βιβλίο, όπως και στα προηγούμενα, ο Πουλέν χρησιμοποιεί την κοινωνική θέση και την αντιμετώπιση των γυναικών ως αφορμή και παράδειγμα για να σχολιάσει όλων των ειδών τις κοινωνικές αδικίες. Δεν είναι απαραίτητα οι πιο ικανοί εκείνοι που αριστεύουν, γράφει, γιατί είναι πολύ πιθανό να υπάρχουν πολλοί άλλοι που ζουν περιφρονημένοι που θα τα κατάφερναν καλύτερα αν τους δίνονταν η ευκαιρία.<ref name=":2" /> Γιατί, αναρωτιέται, οι τεχνίτες, οι αγρότες και οι έμποροι, που συνεισφέρουν περισσότερο από κάθε άλλον στα έσοδα του κράτους, θεωρούνται κατώτεροι από τους ευγενείς που δεν κάνουν τίποτα;<ref name=":2" /> Η γεωργία είναι το πιο χρήσιμο πράγμα αλλά παντού οι αγρότες αντιμετωπίζονται ως το «απόβρασμα της κοινωνίας».<ref name=":2" /> Αυτό οφείλεται, όπως λέει, σε μία ιστορική εξέλιξη στην οποία μία μικρή μειοψηφία έχει υποβάλλει τους πάντες στην κυριαρχία της.<ref name=":2" /> Όλοι οι άνθρωποι, καταλήγει, άντρες ή γυναίκες, ευγενείς ή αγρότες, Ευρωπαίοι ή «άγριοι» (έναν όρο που ο ίδιος δεν αποδέχεται) έχουν το ίδιο βασικό δυναμικό και με αυτόν τον τρόπο ασκεί κριτική στην εξουσία μίας αριστοκρατικής ελίτ η οποία απέκτησε την προνομιακή της θέση σε μία ιστορική διαδικασία κατάκτησης και υφαρπαγής.<ref name=":2" />
Όμως και αυτό το βιβλίο πέρασε απαρατήρητο από τους σύγχρονούς του που δεν έδειχναν πρόθυμοι να ασχοληθούν με ένα θέμα με τόσες πολλές και σοβαρές προεκτάσεις. Ο Μάικλ Σίντελ έγραψε χαρακτηριστικά: «''Αν αναρωτιέται κανείς γιατί ο Πουλέν ένιωσε τόσο μόνος στον αγώνα του να διευρύνει την οπτική του φεμινισιμού ώστε να περιλαμβάνει τα φυσικά και ανθρώπινα δικαιώματα η απάντηση είναι υπό μία έννοια απλή. Ελάχιστοι την εποχή του ήταν διατεθειμένοι να συνδέσουν το ζήτημα της γυναικείας διανόησης και πολιτισμικής χειραφέτησης στους αριστοκρατικούς κύκλους με το πιο ανησυχητικό ζήτημα της δικαιοσύνης ή των αδικιών της Ευρωπαϊκής κοινωνικής δομής.''»<ref>{{Cite journal|url=http://dx.doi.org/10.2307/2708797|title=Poulain De La Barre's The Woman as Good as the Man|last=Seidel|first=Michael A.|date=1974-07|journal=Journal of the History of Ideas|issue=3|doi=10.2307/2708797|volume=35|pages=499|issn=0022-5037}}</ref>
 
=== Η μεταστροφή στον Καλβινισμό ===
Στις σελίδες του «Περί της Ανωτερότητας των Αντρών» διαφαίνεται μία πικρία και μία απογοήτευση, όχι μόνο για τους συνανθρώπους του, αλλά και για την μοναρχία καθώς ο [[Λουδοβίκος ΙΔ΄ της Γαλλίας|Λουδοβίκος ΙΔ’]] ήδη από το 1661 είχε συγκεντρώσει όλη την κρατική εξουσία στα χέρια του και, υιοθετώντας το προσωνύμιο «Βασιλιάς Ήλιος», φιλοδοξούσε να ενσαρκώσει την απόλυτη εξουσία, δικαιοσύνη, τάξη και κοινωνική σταθερότητα στη Γαλλία. Ο Πουλέν σταμάτησε να γράφει και επέστρεψε στις ιερατικές του σπουδές. Μέχρι το 1679 είχε λάβει το χρίσμα του ιερέα και είχε λάβει ακαδημαϊκή θέση στο πανεπιστήμιο της Σορβόννης χωρίς όμως να καταφέρει να αποφύγει την κριτική και την καχυποψία των αρχών και της εκκλησιαστικής ιεραρχίας που γνώριζαν τις ριζοσπαστικές απόψεις που είχε εκθέσει δημόσια με τόσο θάρρος, γεγονός που τελικά οδήγησε στον διορισμό του σε μία μικρή επαρχιακή κοινότητα στη βόρεια Γαλλία.<ref name=":3" /> Λόγω του ιερατικού του αξιώματος είχε την δυστυχία να παρακολουθήσει από πρώτο χέρι την βία και τους εκβιασμούς στους οποίους υποβάλλονταν τότε οι [[Προτεσταντισμός|Προτεστάντες]] ([[Ουγενότοι]]) προκειμένου να γίνουν [[Καθολική Εκκλησία|καθολικοί]], μία κυβερνητική πολιτική που οδήγησε τελικά το 1685 στην [[Έδικτο της Νάντης|Ανάκληση του Διατάγματος της Νάντης]] από τον [[Λουδοβίκος ΙΔ΄ της Γαλλίας|Λουδοβίκο ΙΔ’]] που επί της ουσίας σήμανε το τέλος της θρησκευτικής ελευθερίας στη Γαλλία.<ref name=":1" />
 
Δυόμισι χρόνια αργότερα ο Πουλέν ντε λα Μπαρ, μην αντέχοντας άλλο την έλλειψη θρησκευτικής ανοχής που επικρατούσε στην πατρίδα του, έφυγε κρυφά και πήγε στη [[Γενεύη]] όπου έγινε [[Καλβινισμός|Καλβινιστής]], παντρεύτηκε, έκανε δύο παιδιά και άρχισε να υπογράφει ως «Ντελαμπάρ» για να κρύψει την ταυτότητά του. Για να συμπληρώσει το εισόδημά του δίδασκε και Γαλλικά και το 1691 εξέδωσε ένα βιβλίο με τίτλο «Έκθεση Ορισμένων Σχολίων Σχετικά με την Γαλλική Γλώσσα για την Πόλη της Γενεύης».<ref name=":1" /> Όμως ούτε εκεί βρήκε την θρησκευτική ανοχή που επιθυμούσε. Τον Ιανουάριο του 1696 τον κατηγόρησαν ως αιρετικό.<ref name=":1" /> Αν και τελικά δεν καταδικάστηκε οι κατηγορίες ήταν αρκετές για να δημιουργήσουν ένα σύννεφο καχυποψίας γύρω του. Τελικά έλαβε θέση στο πανεπιστήμιο της Γενεύης το 1708.
 
=== Το τέταρτο βιβλίο του και η κριτική της Εκκλησίας ===
Η ανάκρισή του σχετικά με το ζήτημα της αίρεσης θα πρέπει να τον θορύβησε πολύ γιατί επί 20 σχεδόν χρόνια δεν τόλμησε να γράψει τίποτα.<ref name=":3" /> Ήταν το 1720 που δημοσίευσε τελικά το τελευταίο του βιβλίο που είχε τίτλο «Το Προτεσταντικό Δόγμα Σχετικά με την Ελευθερία Αναγνωσης των Ιερών Γραφών» (La Doctrine des protestants sur la liberté de lire l’Ecriture Sainte).<ref name=":1" /> Το έργο αυτό χαρακτηρίζεται από την προσπάθεια πριοσέγγισης του Χριστιανισμού ρασιοναλιστικα με καρτεσιανές μεθόδους χωρίς δυσειδαιμονίες.<ref name=":3" /> Δεν ήταν όμως μόνο ο καρτεσιανισμός που τον επηρέασε σε αυτή του την κριτική προσέγγιση της θρησκείας αλλά και οι φεμιιστικές του απόψεις που του έδωσαν το θάρρος να αμφισβητήσει ακόμα και την πιο ισχυρή αυθεντία, όπως ήταν εκείνη της Εκκλησίας και του θρησκευτικού δόγματος και μάλιστα με επιχειρήματα που του ήταν πια γνώριμα.<ref name=":3" /> Αλλωστε ο Πουλέν είχε ασκήσει κριτική στην Εκκλησία πολλές φορές στο παρελθόν στα φεμινιστικά του κείμενα όμως αυτό το τελευταίο του βιβλίο ανέλυε εκτεταμένα την [[Αγία Γραφή|Βίβλο]] και επικεντρώνονταν στο θέμα της [[Θεία Ευχαριστία στην Καθολική Εκκλησία|Θείας Ευχαριστίας]]. Υπό μία έννοια οι θεολογικές του απόψεις έμοιαζαν πολύ με εκείνες του [[Μπαρούχ Σπινόζα|Σπινόζα]] και του [[Τόμας Χομπς|Χομπς]].<ref name=":3" />
 
Αυτό το τελευταίο του έργο δείχνει πως δεν σταμάτησε να προσπαθεί να συμφιλιώσει τον καρτεσιανισμό του με τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις και ότι δίδασκε ενεργά την θρησκευτική ανοχή<ref name=":1" /> ενώ εξακολουθούσε να οραματίζεται έναν ειρηνικό ρασιοναλιστικό Χριστιανισμό.<ref name=":3" /> Αυτό ενόχλησε τις εκκλησιαστικές αρχές και αντί να του δώσουν οικονομικό βραβείο όπως συνηθίζονταν στην περίπτωση ακαδημαϊκών εκθέσεων του εξέφρασαν απλά τις ευχαριστίες τους.<ref name=":1" />
 
=== Ο θάνατός του και η μεταστροφή στον θεϊσμό ===
Ο Φρανσουά Πουλέν ντε λα Μπαρ πέθανε τελικά το 1723 στο κρεβάτι του σε ηλικία 75 ετών έχοντας εγκαταλείψει σχεδόν ολοκληρωτικά οποιοδήπτε θρησκευτικό δόγμα αλλά όχι την πίστη του στον Θεό.<ref name=":3" /> Για εκείνον η Λογική και η Διακοσύνη ήταν ο πραγματικός Θεός και είχε πάψει να μιλά για την [[Αγία Τριάδα]] βρισκόμενος στα πρόθυρα του [[Θεϊσμός|Θεϊσμού]]. Όμως δεν έκανε ποτέ τον βήμα -ίσως και να μην τόλμησε- να παραδεχτεί ανοιχτά κάτι τέτοιο.<ref name=":3" />
 
== Η κληρονομιά του ==
Το έργο του, αν και ριζοσπαστικό, αγνοήθηκε σε μεγάλο βαθμό τους επόμενους αιώνες, παρά το γεγονός ότι επηρέασε πολλούς φιλοσόφους, φεμινιστές και κοινωνικούς μεταρρυθμιστές όπως ο [[Μοντεσκιέ]], ο [[Ζαν-Ζακ Ρουσσώ|Ρουσσώ]], η [[Μαίρη Γουόλστονκραφτ|Μαίρη Γούλστονκραφτ]], η [[Χάριετ Τέιλορ]] και ο [[Τζον Στιούαρτ Μιλ]] και αποτέλεσε το έναυσμα για την διαμόρφωση της σύγχρονης φεμινιστικής σκέψης.<ref name=":1" /><ref name=":2" /><ref name=":0" /> Κατά τον 19ο αιώνα διάφοροι συγγραφείς στηρίχθηκαν στο έργο του, το σχολίασαν, επηρεάστηκαν από αυτό ή το επέκτειναν χωρίς όμως να αναφέρουν το όνομά του κυρίως λόγω της αφάνειας στην οποία είχε υποπέσει. Ειρωνικά, ήταν ένας αντιφεμινιστής λόγιος, ο Αλμπέρ Καστελό, εκείνος που τον έβγαλε από την αφάνεια σε μία προσπάθειά του να αμφισβητήσει την πρωτοτυπία του γυναικείου φεμινιστικού κινήματος.<ref name=":1" /> Τελικά ήταν η [[Σιμόν ντε Μποβουάρ]] εκείνη που τον ξαναέκανε γνωστό όταν τον ανέφερε το 1949 στην εισαγωγή του βιβλίου της «Το Δεύτερο Φύλο» όπως έκανε και με την [[Κριστίν ντε Πιζάν]] που μέχρι την αναφορά της από την Μποβουάρ ήταν γενικά άγνωστη παρά την μεγάλη φήμη που απολάμβανε στην εποχή της.<ref name=":1" />
 
Όμως ο Φρανσουά Πουλέν ντε λα Μπαρ εξακολουθεί να παραμένει ελάχιστα γνωστός εκτός της ιστοριογραφίας του πρώιμου φεμινισμού παρά το γεγονός πως τα τρία του βιβλία σχετικά με τα δικαιώματα των γυναικών αποτελούν το πρώτο παράδειγμα συνειδητής καρτεσιανής κοινωνικής φιλοσοφίας.<ref name=":2" /> Το έργο του αποτελεί την πρώτη απόπειρα να εφαρμοσθεί η καρτεσιανή λογική στην ανάλυση της κοινωνίας, της εξουσίας και της ισχύος δημιουργώντας αυτό που έχει αποκληθεί «κοινωνικός καρφτεσιανισμός»<ref name=":2" /> ενώ η κριτική της αντρικής εξουσίας αποτελεί απλώς το εφαλτήριο από το οποίο ξεκινά μια ευρεία κριτική της παραδοσιακής αυθεντίας σε όλους τους τομείς και δημιουργεί μία έννοια κοινωνικής αλλαγής που στηρίζεται στην αμφισβήτηση της υποτιθέμενης σταθερότητας της έννοιας της «φύσης» στην θεωρία του σύγχρονου φυσικού νόμου.<ref name=":2" /> Ο Πουλέν δεν ήταν ο πρώτος που μίλησε για φεμινιστικά ζητήματα αλλά ήταν ο πρώτος που μίλησε για αυτά με «μοντέρνο» τρόπο που θυμίζει τον σύγχρονο φεμινιστικό λόγο της εποχής μας<ref name=":0" /> ενώ επιχείρησε να συνδέσει τον φεμινισμό με την συστηματική φιλοσοφία με αποτέλεσμα η σκέψη του να προοικονομεί θέματα και απόψεις που παραδοσιακά συνδέονται με τον [[Διαφωτισμός|Διαφωτισμό]] του 18ου αιώνα.<ref name=":2" /><ref name=":3" /> Ο ίδιος όμως, επειδή ήταν ένας διανοητής που προηγούνταν της εποχής του<ref name=":0" />, παρουσιάζεται συνήθως ως ένας μεμονωμένος ριζοσπάστης με αποτέλεσμα το έργο του να μην έχει αναλυθεί επαρκώς.<ref name=":2" />
 
== Παραπομπές ==
2.389

επεξεργασίες