Άνοιγμα κυρίου μενού

Αλλαγές

καμία σύνοψη επεξεργασίας
Οι έξι αιώνες που καλύπτει ουσιαστικά η Ελληνιστική Κοινή δεν μπορεί να μην επηρέασαν τη γλώσσα τόσο στην απαρχή της όσο και στην εξέλιξή της. Οι διαφορές αφορούν στην γραμματική και στη σύνταξη, στη μορφολογία, στο λεξιλόγιο αλλά ασφαλώς και στη [[φωνολογία]] - την προφορά που πλέον είχε αλλάξει δραματικά. Αναμφίβολα όμως η Ελληνιστική Κοινή είναι πολύ πιο κατανοητή σε έναν γνώστη της Νεοελληνικής σε σύγκριση με τα Αρχαία Ελληνικά.
 
Οι διαφορές της από την Αττική διάλεκτο είναι αρκετές, αλλά οι ομοιότητές της πολύ περισσότερες. Οι περισσότερες διαφορές αφορούν σε απλοποιήσεις<ref>James Morwood, "Oxford Grammar of Classical Greek".</ref>. Πιο συγκεκριμένα:
 
Σε φωνολογικό επίπεδο:
 
* Καταργείται η διάκριση μακρών και βραχέων φωνηέντων, με αποτέλεσμα τα : ᾱ, ᾰ, ῑ, ῐ, ῡ, ῠ να μετατραπούν σε ισόχρονα, δηλαδή να προφέρονται σε όλες τις περιπτώσεις ως : α, ι, υ. Ισόχρονα επίσης έγιναν και τα ''ω'' και ''ο'', με αποτέλεσμα να συμπέσουν στην προφορά. Ανάλογο φαινόμενο ωστόσο δεν παρατηρήθηκε στο μακρύ και βραχύ ''e'' (στο η και στο ε), διότι το <''η>'' αρχικώς προφέρθηκε κλειστότερα ως <ει> ήδη στα τέλη του 5ου αιώνα πΧ. στην Θεσσαλία, προκαλώντας έτσι σύγχυση στη γραφή (πχ στατεῖρας αντί στατῆρας), και εν συνεχεία προφέρθηκε ακόμα πιο κλειστά και πιο πρόσθια ως <ι> ([[Ιωτακισμός]]).
*Τα διπλά σύμφωνα, τα οποία προφ<nowiki/>έρονταν ως παρατεταμένα σύμβολα (όπως φαίνεται και από το γεγονός ότι δύο όμοια σύμφωνα καθιστούσαν το φωνήεν μίας συλλαβής θέσει μακρό: ''ὅς μοι πᾱλλακίδος, περιχώσατο κᾱλλικόμοιο [Ι 449]),'' παύουν να προφέρονται ως διπλά σύμφωνα στους τελευταίους αιώνες της Κοινής, φαινόμενο που ολοκληρώθηκε στους πρώιμους μεσαιωνικούς χρόνους.<ref>Αν και ωρισμένες νεοελληνικές διάλεκτοι έχουν διατηρήσει την αρχαία προφορά των διπλών συμφώνων ([[Κατωιταλική διάλεκτος|Κατωιταλική,]] [[Κυπριακή διάλεκτος της ελληνικής γλώσσας|Κυπριακή]], ωρισμένα δωδεκανησιακά ιδιώματα), πράγμα που δείχνει ότι η καθιέρωση της Ελληνιστικής Κοινής δεν επέφερε τον πλήρη αφανισμό των αρχαίων ελληνικών διαλέκτων.</ref>
*Καταργείται ο μουσικός τονισμός<nowiki/> της αρχαίας ελληνικής, και αντικαθιστάται με τον δυναμικό τονισμό, φαινόμενο που ολοκληρώθηκε ως τον 5ο αιώνα πΧ.
 
Σε μορφοσυντακτικό επίπεδο:
 
* Εμφανίζεται περιφραστική εκφορά του ενεστώτα. Στην αρχαία ελληνική των κλασσικών χρόνων, ο ενεστώτας ως χρόνος δεν δήλωνε διάρκεια ενέργειας, αλλά στην ελληνιστική Κοινή δημιουργήθηκε ο περιφραστικός ενεσώτας σχηματιζόμενος από το ρήμα ''εἰμὶ + μετοχή ενεργητικού ενεστώτα,'' ο οποίος αντιπαρατίθεται προς τον απλό ενεστώτα: ''εἰμὶ λέγων = λέγω, εἰμὶ ὁρῶν = ὁρῶ.'' Η τάση αυτή για διάκριση της χρονικής διάρκειας στον ενεστώτα<ref>Όπως συμβαίνει λόγου χάριν και στην αγγλική γλώσσα, στην οποία ο ενεστώτας έχει ουσιαστικά δύο χρόνους, που διαφοροποιούνται ως προς την χρονική διάρκεια (πχ. I write= Γράφω (κάθε ημέρα, πάντοτε), I am writing = Γράφω (αυτήν την στιγμή). </ref> καλλιεργήθηκε έντονα κατά την περίοδο της ελληνιστικής κοινής, και διατηρήθηκε στους βυζαντινούς χρόνους, ωστόσο δεν έχει επιβιώσει στην Νέα Ελληνική.<ref>Η χρήση αυτή του περιφραστικού ενεστώτα διεσώθη μόνο διαλεκτικώς στο αρχαιοπινέστατο ιδίωμα της [[Τσακωνική διάλεκτος|Τσακωνικής]]<nowiki/>Τσακωνικής, όπου μάλιστα ο σχηματισμός του ενεστώτα γίνεται μόνο με τον περιφραστικό ενεστώτα: ἔμι ὁροῦ (= εἰμὶ ὁρῶν) "βλέπω", ἔσσι ὁροῦ (= εἶ ὁρῶν) "βλέπεις" , ἔννι ὁροῦ (ἐστὶ ὁρῶν) "βλέπει". Στην Τσακωνική μάλιστα, όπως πολύ σποραδικά και στην αρχαία, ο περιφραστικός σχηματισμός επεκτάθηκε και στον παρατατικό, πιθανότατα λόγω της στενής μορφολογικής σχέσεως ενεστώτα και παρατατικού. </ref>
 
* Οι συγγραφείς χρησιμοποιούν λιγότερα επίθετα με ανώμαλα παραθετικά, αποφεύγουν επίθετα της τρίτης κλίσης όπως και μονοσύλλαβα ουσιαστικά που έχουν ανώμαλη κλίση. Αποφεύγουν επίσης τα ρήματα εις -μι και πλάθουν ή βρίσκουν και χρησιμοποιούν ρηματικούς τύπους με την κατάληξη -ω. Επίσης αντικαθίστανται οι καταλήξεις του β΄ αορίστου με τις καταλήξεις του α΄ αορίστου
56

επεξεργασίες