Άνοιγμα κυρίου μενού

Αλλαγές

* Εμφανίζεται περιφραστική εκφορά του ενεστώτα. Στην αρχαία ελληνική των κλασσικών χρόνων, ο ενεστώτας ως χρόνος δεν δήλωνε διάρκεια ενέργειας, αλλά στην ελληνιστική Κοινή δημιουργήθηκε ο περιφραστικός ενεσώτας σχηματιζόμενος από το ρήμα ''εἰμὶ + μετοχή ενεργητικού ενεστώτα,'' ο οποίος αντιπαρατίθεται προς τον απλό ενεστώτα: ''εἰμὶ λέγων = λέγω, εἰμὶ ὁρῶν = ὁρῶ.'' Η τάση αυτή για διάκριση της χρονικής διάρκειας στον ενεστώτα<ref>Όπως συμβαίνει λόγου χάριν και στην αγγλική γλώσσα, στην οποία ο ενεστώτας έχει ουσιαστικά δύο χρόνους, που διαφοροποιούνται ως προς την χρονική διάρκεια (πχ. I write= Γράφω (κάθε ημέρα, πάντοτε), I am writing = Γράφω (αυτήν την στιγμή). </ref> καλλιεργήθηκε έντονα κατά την περίοδο της ελληνιστικής κοινής, και διατηρήθηκε στους βυζαντινούς χρόνους, ωστόσο δεν έχει επιβιώσει στην Νέα Ελληνική.<ref>Η χρήση αυτή του περιφραστικού ενεστώτα διεσώθη μόνο διαλεκτικώς στο αρχαιοπινέστατο ιδίωμα της [[Τσακωνική διάλεκτος|Τσακωνικής]]<nowiki/>Τσακωνικής, όπου μάλιστα ο σχηματισμός του ενεστώτα γίνεται μόνο με τον περιφραστικό ενεστώτα: ἔμι ὁροῦ (= εἰμὶ ὁρῶν) "βλέπω", ἔσσι ὁροῦ (= εἶ ὁρῶν) "βλέπεις" , ἔννι ὁροῦ (ἐστὶ ὁρῶν) "βλέπει". Στην Τσακωνική μάλιστα, όπως πολύ σποραδικά και στην αρχαία, ο περιφραστικός σχηματισμός επεκτάθηκε και στον παρατατικό, πιθανότατα λόγω της στενής μορφολογικής σχέσεως ενεστώτα και παρατατικού. </ref>
*Η περιφραστική εκφορά εμφανίζεται και στον μέλλοντα. Ο μέλλων, χρόνος ο οποίος ήταν ήδη μορφοσυντακτικά ασταθής, καθώς ο τύπος ''λύσω'' σήμαινε και "θα λύσω" και "θα λύνω". Στους χρόνους τής Κοινής το πρόβλημα τού μέλλοντα επιδεινώθηκε με την κατάργηση τής διακρίσεως τής προφοράς τών -''ει'' και -''ῃ'' και τών -''ο και -ω.'' Έτσι βαθμιαία επήλθε ο κλονισμός τού μέλλοντα. Δύο απλές χρονικές εγκλίσεις, η οριστική τού ενεστώτα και η υποτακτική αορίστου (σπανιότερα και η ευκτική)- και μια σειρά από λεξιλογικά στοιχεία σε συνδυασμό με το απαρέμφατο και, λιγότερο με την μετοχή, χρησιμοποιήθηκαν για να δηλώσουν τον μέλλοντα. Τέτοια στοιχεία είναι: ''ἔχω + απαρέμφατο αορίστου, ἔσομαι + μετοχή ενεστώτα, ἕξομαι + απαρέμφατο αορίστου, μέλλω + απαρέμφατο ενεστώτα / αορίστου, θέλω + απαρέμφατο αορίστου, ὀφείλω + απαρέμφατο αορίστου.'' Ένα παράδειγμα αποτελεί το έργο " Λειμῶνα πνευματικόν" τού Ιωάννου Μόσχου : " εἴ τι θέλει ὁ Θεὸς ποιῆσαι ἔχω" (7, 13 "θα πράξω ό,τι θέλει ο Θεός). Αυτή η ρευστότητα στον σχηματισμό τού μέλλοντα θα ξεπεραστεί στους όψιμους μεσαιωνικούς αιώνες, με τον σχηματισμό τού μέλλοντα να επιτελείται με το γραμματικό μόριο ''-θα.''
*Οι συντελικοί χρόνοι παρακείμενος και υπερσυντέλικος αρχίζουν και αυτοί με την σειρά τους να εκφράζονται περιφραστικώς, ο μεν παρακείμενος με τον ενεστώτα τού ρήματος εἰμί/ἔχω, ο δε υπερσυντέλικος με τον παρατατικό αυτών τού ρήματος εἰμί/ἔχω: α) ''εἰμί/ ἦν +μετοχή ενεργητικού παρακειμένου/ αορίστου (είμί/ἦν πεποιηκώς/ ποιήσας)·'' β) ''είμί/ἦν + μετοχή παθητικού παρακειμένου/αορίστου (είμί/ἦν πεποιημένος/πεποιηθείς)·'' γ) ''ἔχω + μετοχή ενεργητικού αορίστου (ἔχω ποιήσας)· δ) ἔχω + μετοχή παθητικού παρακειμένου (ἔχω πεποιημένον).'' Την ίδια περίοδο, ο μονολεκτικός παρακείμενος και σε -κα- κατά το πρότυπο παλαιών αορίστων σε -κα: ἔδωκα, ἔθηκα- χρησιμοποιείται αντί αορίστου (πχ. "ἀπελθών πέπρακε πάντα ὅσα εἶχε καὶ ἠγόρασεν αὐτόν" Ματθ. 13,46), μαρτυρώντας έτσι παράλληλη χρήση παρακειμένου και αορίστου.<ref>{{Cite book|title=Συνοπτική Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας|first=Γεώργιος|last=Μπαμπινιώτης|isbn=|year=2002|location=Αθήνα|page=139}}</ref><ref>Τούτο πιστοποιείται και από αντιίστοιχους αορίστους σε -κα τών νεοελληνικών ιδιωμάτων (έποικα, έδωκα, έθηκα, εζύμωκα, έφτειακα, έφτακα, κλπ.) </ref>
 
* Οι συγγραφείς χρησιμοποιούν λιγότερα επίθετα με ανώμαλα παραθετικά, αποφεύγουν επίθετα της τρίτης κλίσης όπως και μονοσύλλαβα ουσιαστικά που έχουν ανώμαλη κλίση. Αποφεύγουν επίσης τα ρήματα εις -μι και πλάθουν ή βρίσκουν και χρησιμοποιούν ρηματικούς τύπους με την κατάληξη -ω. Επίσης αντικαθίστανται οι καταλήξεις του β΄ αορίστου με τις καταλήξεις του α΄ αορίστου
59

επεξεργασίες