Άνοιγμα κυρίου μενού

Αλλαγές

52 bytes προστέθηκαν ,  πριν από 3 μήνες
μ
 
== Ετυμολογία ==
Η λέξη ''ευνούχος'' απαντάται για πρώτη φορά σε απόσπασμα του [[Ιππώναξ|Ιππώνακτος]]<ref>{{Cite book|title=Athens and Persia in the Fifth Century BC: A Study in Cultural Receptivity|first=Margaret|last=Miller|publisher=Cambridge University Press|isbn=0-521-49598-9|year=1997|location=Cambridge|page=213}}</ref>, κωμικού ποιητή του 6ου αιώνα π.Χ. και ευρηματικού εφευρέτη σύνθετων λέξεων<ref>{{Cite book|title=Studies in the Language of Hipponax|first=Shane|last=Hawkins|publisher=Hempen Verlag|date=2013|location=BremenΒρέμη|pages=111–120}}</ref>. Ο οξύνους ποιητής περιγράφει έναν εραστή του καλού φαγητού που «''κατανάλωσε την περιουσία του δειπνώντας καθημερινά πλουσιοπάροχα και με ευχαρίστηση με τόνο και τυρί με μέλι και σκόρδο σαν ευνούχος της [[Λάμψακος|Λαμψάκου]]''»<ref>{{Cite book|title=Greek Lyric Poetry|first=M.L., ed. and trans.|last=West|publisher=Oxford University Press|date=1993|location=OxfordΟξφόρδη|page=117}}</ref>. Στην αρχαία κλασσική λογοτεχνία από τις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ., ο όρος γενικά δηλώνει κάποια ανικανότητα ή αποχή από την αναπαραγωγή, είτε λόγω εκ γενετής κατάστασης είτε λόγω σωματικού ακρωτηριασμού. Για παράδειγμα, ο [[Λουκιανός]] περιγράφει δύο μεθόδους για τον προσδιορισμό του εάν κάποιος είναι ευνούχος: φυσική εξέταση του σώματος ή έλεγχος της ικανότητάς του να συνευρίσκεται σεξουαλικά με θηλυκά (Λουκιανός, ''Eυνούχος'' 12).
 
Η παλαιότερη σωζόμενη ετυμολογία της λέξης είναι από την [[ύστερη αρχαιότητα]]. Το ''Ετυμολογικόν'' του 5ου αιώνα του [[Ωρίων ο Θηβαίος|Ωρίωνα του Θηβαίου]] προτείνει δύο εναλλακτικές προελεύσεις της λέξης ''ευνούχος'': πρώτον, το ''την ευνήν έχειν'', την «φύλαξη του κρεβατιού», μια εκδοχή που υπονοεί τον καθιερωμένο ρόλο των ευνούχων εκείνη την εποχή ως «υπηρετών της κρεβατοκάμαρας» του αυτοκρατορικού παλατιού, και δεύτερον, το ''ευ του νου έχειν,'' το «να έχεις μυαλό σε καλή κατάσταση», το οποίο ο Ωρίων αποδίδει στην στέρηση σεξουαλικών επαφών αρσενικών-θηλυκών ''(εστερημένου του μίσγεσθαι),'' πράγματα που οι αρχαίοι αποκαλούσαν «''ανόητα''», κυριολεκτικά: «χωρίς μυαλό»<ref>{{Cite book|title=Orionis Thebani Etymologicon|publisher=Weigel|date=1820|editor-last=Sturz|editor-first=Friedrich Wilhelm|location=LeipzigΛειψία|page=58}}</ref>. Η δεύτερη επιλογή του Ωρίωνα αντικατοπτρίζει καλά εδραιωμένους ιδιωματισμούς της ελληνικής γλώσσας, όπως φαίνεται από τις καταχωρίσεις για τις λέξεις ''νους'', ''εύνους'' και ''έχειν'' στο ελληνοαγγλικό [[λεξικό Λίντελ-Σκοτ]], ενώ η πρώτη επιλογή δεν αναφέρεται ως ιδιωματισμός κάτω από το ''ευνή'' σε αυτό το πρότυπο έργο αναφοράς<ref>{{Cite book|title=Greek-English Lexicon|first=H.G. and R. Scott|last=Liddell|publisher=Harper & Brothers|date=1883|location=NewΝέα YorkΥόρκη|pages=607–608, 1009}}</ref>. Ωστόσο, η πρώτη εκδοχή αναφέρεται από τον βυζαντινό αυτοκράτορα [[Λέων ΣΤ΄|Λέοντα ΣΤ΄]] στα τέλη του 9ου αιώνα στο έργο του Νέο Σύνταγμα 98 που απαγόρευε τον γάμο των ευνούχων, όπου ανέφερε τη φήμη των ευνούχων ως αξιόπιστων φρουρών του κρεβατιού του γάμου (''ευνή'') και ισχυριζόταν ότι η ίδια η λέξη ευνούχος μαρτυρεί αυτό το είδος απασχόλησης<ref>{{Cite book|title=Les Nouvelles de Leon VI le Sage|first=P., and A. Dain|last=Noailles|year=1944|location=ParisΠαρίσι|page=327}}</ref>. Ο αυτοκράτορας προχωρεί επίσης πέραν του Ωρίωνα, αποδίδοντας την έλλειψη σεξουαλικών επαφών των ευνούχων στον ευνουχισμό, ο οποίος λέει ότι εκτελέστηκε με πρόθεση «να μην κάνουν πλέον τα πράγματα που κάνουν τα αρσενικά ή τουλάχιστον να εξαφανίσουν ό,τι έχει να κάνει με την επιθυμία για το γυναικείο φύλο»<ref>{{Cite book|title=Les Nouvelles de Leon VI le Sage|first=P., and A. Dain|last=Noailles|year=1944|location=Paris|page=325}}</ref>. Ο βυζαντινός μοναχός του 11ου αιώνα Νίκων ο Μαυρορείτης, επιλέγοντας την δεύτερη εναλλακτική λύση του Ωρίωνα, δήλωσε ότι η λέξη προέρχεται από το ''ευνοείν'' (ευ + νους), που σημαίνει «να είναι κανείς καλοπροαίρετος, καλά διατεθειμένος ή ευνοϊκός», αλλά σε αντίθεση με τον Ωρίωνα υποστήριξε ότι αυτό οφειλόταν στην εμπιστοσύνη με την οποία ορισμένοι ζηλότυποι ξένοι ηγέτες περιέβαλαν τους ευνούχους υπηρέτες τους<ref>{{Cite book|title=Taktikon Nikona Cernogorca|first=V.N.|last=Benesevic|year=1917|location=St. Petersburg|page=99}}</ref>. Ο [[Θεοφύλακτος Αχρίδος]] στο διαλογικό του έργο ''«Υπέρ Ευνούχων»'' σημειώνει επίσης ότι η προέλευση της λέξης προέρχεται από το ''ευνοείν'' και το ''έχειν'', καθώς ήταν πάντα «καλά διατεθειμένοι» απέναντι στον κύριο που τους «κατείχε»<ref>{{Cite book|title=Théophylacte d'Achrida: Discours, Traités, Poésies|first=Paul, ed. and tr.|last=Gautier|publisher=Association de Recherches Byzantines|year=1980|location=ThessalonikiΘεσσαλονίκη|pages=308–309}}</ref> <ref>{{Cite book|title=The Perfect Servant: Eunuchs and the Social Construction of Gender in Byzantium|first=Kathryn M.|last=Ringrose|publisher=University of Chicago|isbn=0-226-72015-2|year=2003|location=Chicago|pages=16, 39}}</ref> Το [[Μέγα Ετυμολογικόν]] του 12ου αιώνα ουσιαστικά επαναλαμβάνει την εκδοχή του Ωρίωνα, αλλά προτιμά την πρώτη επιλογή, αποδίδοντας την δεύτερη «σε γνώμες κάποιων». Στα τέλη του 12ου αιώνα, ο [[Ευστάθιος Θεσσαλονίκης|Ευστάθιος της Θεσσαλονίκης]] (Σχόλια στον Όμηρο 1256.30, 1643.16) αποδίδει την προέλευση της λέξης στο «''εύνις του οχεύειν, ο έστερημένος όχείας''», δηλαδή ο «στερημένος από ζευγάρωμα».
 
Στις μεταφράσεις της Βίβλου στις σύγχρονες ευρωπαϊκές γλώσσες, όπως η Βίβλος του Λούθηρου ή η Βίβλος του Βασιλιά Ιακώβου, η λέξη ''eunuchus'' που βρίσκεται στη [[Βουλγάτα|Βουλγκάτα]] συνήθως αποδίδεται ως αξιωματικός, επίσημος ή δικαστής, σύμφωνα με την ιδέα ότι η αρχική έννοια του ευνούχου ήταν «φύλακας της κλίνης» (πρώτη επιλογή του Ωρίωνα). Οι σύγχρονοι θρησκειολόγοι δεν έκλιναν προς την υπόθεση ότι τα δικαστήρια του Ισραήλ και του Ιούδα περιείχαν και ευνουχισμένους άνδρες <ref>{{Cite book|title=Theological Dictionary of the New Testament, Abridged in One Volume|first=Gerhard|last=Kittel|first2=Gerhard|last2=Friedrich|publisher=William B. Eerdmans|date=1985|editor-last=Bromiley|editor-first=Geoffrey|location=Grand Rapids, MI|page=277}}</ref> παρόλο που η [[Μετάφραση των Εβδομήκοντα|αρχική μετάφραση της Βίβλου στα ελληνικά]] χρησιμοποιούσε την λέξη ''ευνούχος'' .
 
Ο φιλόλογος και θεολόγος των αρχών του 17ου αιώνα, Gerardus Vossius, εξηγεί ότι η λέξη αρχικά περιέγραφε ένα αξίωμα και επιβεβαιώνει την άποψη ότι προέρχεται από το ''ευνή'' και ''έχειν'' (δηλαδή«φύλακας της κλίνης»)<ref>{{Cite book|title=Etymologicon Linguae Latinae|first=Gerardus|last=Vossius|publisher=Lodewijk and Daniel Elsevir|date=1662|location=AmsterdamΆμστερνταμ|page=198}}</ref>. Λέει ότι η χρήση του όρου γενικεύτηκε για τους ευνουχισμένους άνδρες, επειδή αυτοί οι άνδρες ήταν οι συνήθεις κάτοχοι αυτού του λειτουργήματος. Πάντως ο Vossius σημειώνει τις εναλλακτικές ετυμολογίες που προσφέρει ο Ευστάθιος («στερημένος από το ζευγάρωμα») και άλλοι («να έχεις το μυαλό σε καλή κατάσταση»), χαρακτηρίζοντας αυτές τις αναλύσεις «αρκετά λεπτεπίλεπτες». Στη συνέχεια, αφού προηγουμένως λέει ότι ο όρος καθόριζε ένα λειτούργημα (δηλαδή όχι ένα προσωπικό χαρακτηριστικό), ο Vossius συνοψίζει τελικά το επιχείρημά του με διαφορετικό τρόπο, λέγοντας ότι η λέξη «αρχικά σήμαινε εγκρατείς άνδρες» στους οποίους ανατέθηκε η φροντίδα των γυναικών, και αργότερα εννοούσε τον ευνουχισμό επειδή «στους ξένους» το λειτούργημα αυτό ανατίθονταν σε ακρωτηριασμένους άνδρες.
 
Οι σύγχρονοι ετυμολόγοι ακολουθούν την πρώτη επιλογή του Ωρίωνα<ref name="Maass 1925 437">{{Cite journal|last=Maass|first=Ernst|title=Eunouchos und Verwandtes|journal=Rheinisches Museum|year=1925|volume=74|page=437}}</ref> <ref>{{Cite book|title=Dictionnaire étymologique de la langue grecque - Histoire des mots, Vol. 2, E-K|first=Pierre|last=Chantraine|publisher=Éditions Klincksieck|year=1970|location=Paris|pages=385–386}}</ref>. Σε ένα διαδεδομένο δοκίμιο του 1925 σχετικά με τη λέξη ''ευνούχος'' και τους σχετικούς όρους, ο Ernst Maass γράφει ότι η εκδοχή του Ευσταθίου «μπορεί ή πρέπει να ξεχαστεί» και επιβεβαίωσε την προέλευση από το ''ευνή'' και ''έχειν'' (δηλαδή «φύλακας της κλίνης») <ref name="Maass 1925 437" /> χωρίς να αναφέρει την άλλη εκδοχή από το ''εύνους'' και ''έχειν'' («να έχεις μια καλά διατεθειμένη κατάσταση μυαλού»).
 
== Ανά περιοχή και εποχή ==
41.407

επεξεργασίες