Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Μαρία Κάλλας»

Καμία αλλαγή στο μέγεθος ,  πριν από 1 έτος
καμία σύνοψη επεξεργασίας
μ (Αναίρεση έκδοσης 7645348 από τον 62.74.10.18 (Συζήτηση) Παρακαλώ τεκμηρίωση)
Ετικέτα: Αναίρεση
 
== Η ζωή της ==
Σύμφωνα με μαρτυρία της μητρόςμητέρας της Ευαγγελίας Δημητριάδου-Καλογεροπούλου, η Μαρία γεννήθηκε στις [[3 Δεκεμβρίου]] του 1923, ενώ στην ταυτότητά της αναφερόταν η 2α Δεκεμβρίου, ημερομηνία στην οποία επέμενε και η ίδια<ref>''Μαρία Κάλλας, 2/12/1923-16/9/1977'', Ποπ+Ροκ, τ. 223, σελ. 18, Οκτώβριος 1997</ref>.
 
== Η αρχή της μεγάλης πορείας ==
Η γνωριμία της με τον καλλιτεχνικό διευθυντή της ''Αρένας της Βερόνα'', [[Τζοβάννι Τζενατέλλο]] την οδηγεί στην [[Ιταλία]]. Εκεί στις [[3 Αυγούστου]] [[1947]] κάνει την πρώτη της εμφάνιση στην ''Αρένα της Βερόνα'' με τη ''"Τζοκόντα"'' του [[Αμιλκάρε Πονκιέλι]]. Τον ίδιο χρόνο ερμηνεύει την ''Ιζόλδη'' από το "''[[Τριστάνος και Ιζόλδη (Βάγκνερ)|Τριστάνος και Ιζόλδη]]''" στη [[Βενετία]] υπό την καθοδήγηση του μαέστρου [[Τούλιο Σεραφίν]]. Συνάμα έρχεται και η γνωριμία της με τον μουσικόφιλο Ιταλό βιομήχανο [[Τζοβάννι Μπατίστα Μενεγκίνι]], με τον οποίο παντρεύονται στις [[21 Απριλίου]] [[1949]]. Ο Μενεγκίνι έχοντας και ρόλο μάνατζερ άσκησε καταλυτική επιρροή στην καριέρα της Κάλλας, υποβάλλοντάς την σε δίαιτα με σκοπό να αποκτήσει καλύτερη εμφάνιση και αποτρέποντάς την από κάθε βιοτική ενασχόληση με την οικονομική κάλυψη, που της παρείχε. Έτσι τον ίδιο χρόνο η Κάλλας κάνει καλλιτεχνικές εμφανίσεις στο [[Μπουένος Άιρες]] και το [[1950]] στο [[Μεξικό|Μεξικό.]]
 
== Τα στάδια της αποθεώσεωςαποθέωσης ==
Στις [[7 Δεκεμβρίου]] [[1951]] η Κάλλας ανοίγει τη σαιζόν στη [[Σκάλα του Μιλάνου]] με τους ''"[[Σικελικοί Εσπερινοί|Σικελικούς Εσπερινούς]]"'', εμφάνιση που της προσφέρει μεγάλη αναγνώριση. Κατά τη διάρκεια των επόμενων επτά ετών η Σκάλα θα είναι η σκηνή των μέγιστων θριάμβων της σε ένα ευρύ φάσμα ρόλων. Το [[1955]] ανεβάζει την ιστορική παράσταση της ''"[[Τραβιάτα]]"'' του [[Βέρντι]] σε σκηνοθεσία [[Λουκίνο Βισκόντι]].
 
Στις [[27 Οκτωβρίου]] [[1956]] εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη [[Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης]] ως ''"[[Νόρμα (όπερα)|Νόρμα]]"'' στο ομώνυμο έργο του [[Βιντσέντσο Μπελλίνι|Μπελλίνι]]. Στις [[5 Αυγούστου]] [[1957]] επιστρέφει στην Αθήνα και εμφανίζεται στο [[Ωδείο Ηρώδου Αττικού]] στα πλαίσια του [[Φεστιβάλ Αθηνών]]. Δύο μήνες πριν είχε γνωρίσει τον εφοπλιστή [[Αριστοτέλης Ωνάσης|Αριστοτέλη Ωνάση]] σε δεξίωση της κοσμικογράφου [[Έλσα Μαξγουελ]]. Η γνωριμία τους θα εξελιχθεί σε μία από τις πλέον συζητημένες σχέσεις στην ιστορία.
 
Στις [[24 Αυγούστου]] του [[1960]], η Μαρία Κάλλας ερμήνευσε στο [[Αρχαίο θέατρο Επιδαύρου]] τη ''[[Νόρμα (όπερα)|Νόρμα]]'' του [[Βιντσέντζο Μπελίνι]], έργο το οποίο η ίδια είχε ζητήσει για την πρώτη της εμφάνιση στο αρχαίο θέατρο. Δεν έχανε ποτέ την ευκαιρία να ξαναζήσει το δράμα και το πάθος της ηρωίδοςηρωίδας. Τη στιγμή που τραγουδούσε την άρια ''"Κάστα ντίβα"'' αφέθηκαν στην ορχήστρα δύο λευκά περιστέρια, προκαλώντας θύελλα χειροκροτημάτων. Στο τέλος, ο ενθουσιασμός του κοινού ήταν τόσο μεγάλος που κάλεσαν την Κάλλας 10 φορές στη σκηνή. Τα σκηνικά, στην ιστορική αυτή παράσταση, υπέγραψε ο [[Γιάννης Τσαρούχης]], τα κοστούμια φιλοτέχνησε ο [[Αντώνης Φωκάς]] και η σκηνοθεσία ήταν του [[Αλέξης Μινωτής|Αλέξη Μινωτή]]. Τη σύμπραξη της Μαρίας Κάλλας με την [[Εθνική Λυρική Σκηνή]] διήθυνε από το πόντιουμ ο Τούλιο Σεραφίν<ref>''Ενθουσιασμός για τη Μαρία Κάλλας'', Ιστορικό Λεύκωμα 1960, Καθημερινή (1997)</ref>. Η παράσταση επρόκειτο αρχικά να δοθεί την 21η Αυγούστου, αναβλήθηκε όμως λόγω καταρρακτώδους βροχής.
 
Στις [[6 Αυγούστου]] του [[1961]], η Μαρία Κάλλας ερμήνευσε στο [[Αρχαίο θέατρο Επιδαύρου]] τη ''[[Μήδεια (Κερουμπίνι)|Μήδεια]]'' του [[Λουίτζι Κερουμπίνι]] με την [[Εθνική Λυρική Σκηνή]]. Στην παράσταση συμμετείχαν περισσότερα από 200 πρόσωπα. Επρόκειτο για έναν ακόμη θρίαμβο της μεγάλης καλλιτέχνιδοςκαλλιτέχνιδας, η οποία αποθεώθηκε από τους 17.000 θεατές της βραδιάς, ανάμεσα στους οποίους ήταν ο πρωθυπουργός [[Κωνσταντίνος Καραμανλής]], ο υπουργός Προεδρίας [[Κωνσταντίνος Τσάτσος]], η κοσμικογράφος [[Έλσα Μάξγουελ]], ο πρίγκιπας Πέτρος του [[Μονακό]] και άλλοι. Τη σκηνοθεσία της παράστασης είχε αναλάβει ο [[Αλέξης Μινωτής]], τα σκηνικά-κοστούμια υπέγραψε ο [[Γιάννης Τσαρούχης]] (είχε "ντύσει" την Κάλλας, την οποία θαύμαζε πολύ, στη ''Μήδεια'' και στη ''[[Νόρμα (όπερα)|Νόρμα]]''), οι χορογραφίες ήταν της Μαρίας Χορς και η διεύθυνση ορχήστρας του Νίκολα Ρεσίνιο. Τα εισιτήρια είχαν εξαντληθεί, εκτός ολίγων των 300, 400 και 500 δραχμών. Μετά τη μνημειώδη αυτή παράσταση στην Επίδαυρο, ήρθε η σειρά της Σκάλας του Μιλάνου, τον Δεκέμβριο. ''"Πολλές αναποδιές και δυσκολίες τεχνικές και ψυχολογικές στην αρχή των δοκιμών, αλλά όταν η Κάλλας ήρθε στην πρόβα, όλα πήγαν μέλι-γάλα"'', σημειώνει ο Αλέξης Μινωτής στο βιβλίο του ''Μακρινές Φιλίες''. ''"Στο τέλος όλοι αναγνώρισαν πως η παράσταση αυτή ήταν ίσως η καλύτερη που έγινε ποτέ στη Σκάλα του Μιλάνου"''<ref>''Η Κάλλας ερμηνεύει "Μήδεια"'', Ιστορικό Λεύκωμα 1961, σελ. 153, Καθημερινή (1997)</ref>.
 
Τον Ιανουάριο του [[1964]] η Μαρία Κάλλας πείθεται από το [[Φράνκο Τζεφιρέλι]] να συμμετάσχει σε μία νέα παραγωγή της ''"[[Τόσκα]]"'' στη σκηνή του [[Κόβεντ Γκάρντεν]] (Covent Garden). Η παράσταση εκθειάζεται από τους κριτικούς ενώ ακολουθεί την ίδια χρονιά νέος καλλιτεχνικός θρίαμβος στην [[Όπερα των Παρισίων]] με τη ''"Νόρμα"''. Παρά τα φωνητικά προβλήματα που έχει αρχίσει να αντιμετωπίζει το παρισινό κοινό την υποδέχεται θερμά.