Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Ήλιο»

744 bytes προστέθηκαν ,  πριν από 6 μήνες
Διάσωση 5 πηγών και υποβολή 0 για αρχειοθέτηση.) #IABot (v2.0
μ (αφ. διπλ. παραμ. (αφ. παλαιότερης))
(Διάσωση 5 πηγών και υποβολή 0 για αρχειοθέτηση.) #IABot (v2.0)
Στη συνέχεια η ίδια κίτρινη γραμμή παρατηρήθηκε από τον [[Λουδοβίκος Παλμιέρι|Παλμιέρι]] (L. Palmieri) το [[1881]] στο φάσμα αερίων ηφαιστειακής προέλευσης από τον [[Βεζούβιος|Βεζούβιο]]. Στις 26 Μαρτίου [[1895]] ο Βρετανός χημικός [[Ουίλιαμ Ράμσεϊ|Σερ Ουίλιαμ Ράμσεϊ]] (Sir William Ramsay) απομόνωσε ήλιο στη Γη, επεξεργαζόμενος δείγμα του ορυκτού [[κλεβεΐτης|κλεβεΐτη]] (μια ποικιλία του [[ουρανινίτης|ουρανινίτη]], που περιέχει τουλάχιστον 10% [[σπάνιες γαίες]]). Ο Ράμσεϊ αναζητούσε [[αργό]], αλλά διαχωρίζοντας το [[οξυγόνο]] και το [[άζωτο]] από τα αέρια που απελευθέρωσε με [[θειικό οξύ]], παρατήρησε κίτρινη φασματική γραμμή που ταίριαζε με την D<sub>3</sub> που είχε παρατηρηθεί στο ηλιακό φάσμα και είχε αποδοθεί στο χημικό στοιχείο ήλιο<ref name="Clifford A. Hampel 1968 pp. 256-268"/><ref>Ramsay, William (1895). "On a Gas Showing the Spectrum of Helium, the Reputed Cause of D3, One of the Lines in the Coronal Spectrum. Preliminary Note". Proceedings of the Royal Society of London 58: 65–67. doi:10.1098/rspl.1895.0006.</ref><ref>Ramsay, William (1895). "Helium, a Gaseous Constituent of Certain Minerals. Part I". Proceedings of the Royal Society of London 58: 80–89. doi:10.1098/rspl.1895.0010.</ref><ref>Ramsay, William (1895). "Helium, a Gaseous Constituent of Certain Minerals. Part II--". Proceedings of the Royal Society of London 59: 325–330. doi:10.1098/rspl.1895.0097.</ref>. Τα δείγματα αυτά πιστοποιήθηκαν ότι ήταν ήλιο από τους Lockyer και William Crookes (Βρετανός φυσικός). Η ανεξάρτητη αυτή απομόνωση του χημικού στοιχείου έδωσε την ευκαιρία να προσδιορισθεί η [[ατομική μάζα]] του χημικού στοιχείου<ref name="Emsley, John 2001 pp. 175"/><ref>(German) Langlet, N. A. (1895). "Das Atomgewicht des Heliums" (in German). Zeitschrift für anorganische Chemie 10 (1): 289–292. doi:10.1002/zaac.18950100130.</ref><ref>Weaver, E.R. (1919). "Bibliography of Helium Literature". Industrial & Engineering Chemistry.</ref>. Το ήλιο επίσης απομονώθηκε από τον Αμερικανό [[Γεωχημεία|γεωχημικό]] [[Ουίλλιαμ Φράνσις Χίλλεμπραντ]] (William Francis Hillebrand) πριν από τον Ράμσεϊ, ο οποίος ανακάλυψε παράξενες φασματικές γραμμές σε δείγμα ορυκτού ουρανινίτη. Ο Χίλλεμπραντ όμως απέδωσε αυτές τις φασματικές γραμμές στο άζωτο. Η συγχαρητήρια επιστολή του στον Ράμσεϊ προσφέρει μια ενδιαφέρουσα περίπτωση μιας σχεδόν ανακάλυψης που προηγήθηκε και μιας ανακάλυψης που ακολούθησε στην επιστήμη<ref>Munday, Pat (1999). John A. Garraty and Mark C. Carnes. ed. Biographical entry for W.F. Hillebrand (1853–1925), geochemist and US Bureau of Standards administrator in American National Biography. 10-11. Oxford University Press. pp. 808–9; pp. 227–8.</ref>. Η ουσιαστική διαφορά ήταν η επιπλέον διαδικασία διαχωρισμού από το [[άζωτο]] του Ράμσεϊ, που εμπόδισε τη λάθος ταύτιση της φασματικής γραμμής D<sub>3</sub>.
 
Το [[1907]] οι [[Έρνεστ Ράδερφορντ]] και [[Τόμας Ρόιντς]] (Thomas Royds) απέδειξαν πως τα σωματίδια α είναι πυρήνες <sup>4</sup>He, επιτρέποντας σε σωματίδια α να διέλθουν μέσα από λεπτά τοιχώματα [[γυαλί|γυαλιού]] κενού σωλήνα, να αποφορτισθούν στο εσωτερικό του και μελετώντας το φάσμα του εγκλωβισμένου, ηλίου πλέον. Το [[1908]] το ήλιο υγροποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Ολλανδό φυσικό [[Χάικε Κάμερλιν]] (Heike Kamerlingh Onnes) ψύχοντας το αέριο σε θερμοκρασία μικρότερη από 1 Κ<ref>van Delft, Dirk (2008). "Little cup of Helium, big Science" (PDF). Physics today: 36–42. http://www-lorentz.leidenuniv.nl/history/cold/VanDelftHKO_PT.pdf {{Webarchive|url=https://web.archive.org/web/20080625064354/http://www-lorentz.leidenuniv.nl/history/cold/VanDelftHKO_PT.pdf |date=2008-06-25 }}. Retrieved 2008-07-20.</ref>. Προσπάθησε να το στερεοποιήσει κιόλας, αλλά απέτυχε επειδή το ήλιο δεν έχει [[τριπλό σημείο]], στο οποίο και οι τρεις φάσεις της ύλης συνυπάρχουν σε ισορροπία. Ο φοιτητής του ''Willem Hendrik Keesom'' κατόρθωσε τελικά να πάρει 1 cm<sup>3</sup> στερεού ήλιου το [[1926]]<ref>Coldest Cold". Time Inc.. 1929-06-10. http://www.time.com/time/magazine/article/0,9171,751945,00.html. Retrieved 2008-07-27.</ref>.
 
Το [[1938]], ο Ρώσος φυσικός [[Πιοτρ Καπίτσα|Πιοτρ Λεονίντοβιτς Καπίτσα]] (Pyotr Leonidovich Kapitsa) ανακάλυψε ότι το <sup>4</sup>He έχει σχεδόν μηδενικό [[ιξώδες]] σε θερμοκρασίες κοντά στους 0 Κ. Το φαινόμενο αυτό σήμερα ονομάζεται [[υπερρευστότητα]]<ref>Kapitza, P. (1938): "Viscosity of Liquid Helium below the λ-Point". Nature 141: 74. doi:10.1038/141074a0.</ref>. Το [[1972]], το ίδιο φαινόμενο παρατηρήθηκε για το <sup>3</sup>He, αλλά σε θερμοκρασίες ακόμη πιο κοντά στους 0 Κ, από τους Αμερικανούς φυσικούς [[Ντούγκλας Όσεροφφ]] (Douglas D. Osheroff), [[Ντάιβιντ Λη]] (David M. Lee) και [[Ρόμπερτ Ρίτσαρντσον]] (Robert C. Richardson). Το φαινόμενο αποδόθηκε στο συνδυασμό ζευγών [[φερμιόνιο|φερμιόνιων]] ηλίου σε [[μποζόνιο|μποζόνια]], σε αναλογία με τα [[ζεύγη ηλεκτρονίων του Κούπερ]] που παράγουν το φαινόμενο της [[υπεραγωγιμότητα]]ς<ref>Osheroff, D. D.; R.C. Richardson, D.M. Lee (1972). "Evidence for a New Phase of Solid He3". ''Phys. Rev. Lett.'', '''28''' (14): 885–888. doi:10.1103/PhysRevLett.28.885.</ref>.
 
== Παραγωγή και χρήση ==
Μετά από μια επιχείρηση εξόρυξης [[πετρέλαιο|πετρελαίου]] το [[1903]] στο [[Ντέξτερ]], στο [[Κάνσας]] των [[ΗΠΑ]] εκλύθηκε ένας πίδακας από ένα αέριο που δεν καίγονταν. Ο [[Γεωλογία|γεωλόγος]] της Πολιτείας [[Έρασμους Χάβορθ]] (Erasmus Haworth) συνέλεξε δείγματα αυτού του εκλυόμενου αερίου και τα πήρε μαζί του στο [[Πανεπιστήμιο του Κάνσας]] στο [[Λαβρένς]], όπου με τη βοήθεια των [[Χημεία|χημικών]] [[Χάμιλτον Κάντυ]] (Hamilton Cady) και [[Ντέιβιντ ΜακΦάρλαντ]] (David McFarland), ανακάλυψαν ότι η σύνθεσή του κατ' όγκο ήταν 72% [[άζωτο]], 15% [[μεθάνιο]] (που καιγόταν μόνο με αρκετό καθαρό [[οξυγόνο]]), 1% [[υδρογόνο]] και 12% ένα άγνωστης ταυτότητας αέριο.<ref name="nbb">{{Cite book| author = Emsley, John| title = Nature's Building Blocks| publisher = Oxford University Press| year = 2001| location = Oxford| pages = 175–179| isbn = 0-19-850341-5}}</ref><ref>{{Cite journal|author = McFarland, D. F. |title = Composition of Gas from a Well at Dexter, Kan |volume = 19|pages = 60–62 |year = 1903 |accessdate=2008-07-22 |journal = Transactions of the Kansas Academy of Science |doi = 10.2307/3624173|jstor = 3624173}}</ref>. Μετά από πιο λεπτομερή [[χημική ανάλυση]] διαπίστωσαν ότι αυτό το αέριο αποτελούνταν από ήλιο, σε ποσοστό 1,84%, κατ' όγκο, ως προς το αρχικό δείγμα.<ref>{{cite web|publisher=[[American Chemical Society]]|year=2004|url=http://acswebcontent.acs.org/landmarks/landmarks/helium/helium.html|title=The Discovery of Helium in Natural Gas|accessdate=2008-07-20|archiveurl=https://web.archive.org/web/20060520213956/http://acswebcontent.acs.org/landmarks/landmarks/helium/helium.html|archivedate=2006-05-20|url-status=dead}}</ref><ref>{{Cite journal|author = Cady, H.P. |coauthors = McFarland, D. F.|title = Helium in Natural Gas |journal = Science |volume = 24 |issue = 611|page = 344 |doi = 10.1126/science.24.611.344 |year = 1906 |pmid = 17772798}}</ref>. Αυτό το περιστατικό έδειξε ότι παρ' όλο που συνολικά το ήλιο είναι σπάνιο στη Γη, υπήρχε σε μεγάλα αποθέματα κάτω από τις [[Αμερικανικές Μεγάλες Πεδιάδες]], διαθέσιμο για εξόρυξη, ως παραπροϊόν του [[φυσικό αέριο|φυσικού αερίου]]<ref>{{Cite journal|author = Cady, H.P.; McFarland, D. F.|title = Helium in Kansas Natural Gas |journal = Transactions of the Kansas Academy of Science |volume = 20 |pages = 80–81 |year = 1906|accessdate=2008-07-20 |doi = 10.2307/3624645|jstor = 3624645}}</ref>. Τα μεγαλύτερα αποθέματα ηλίου βρίσκονταν στο [[Χιούστον]] και στα γύρω ρου πεδία φυσικού αερίου, στο Νοτιοδυτικό [[Κάνσας]] και σε παραφυάδες τους στο [[Τέξας]] και την [[Οκλαχόμα]].
 
Με αυτόν τον τρόπο οι [[ΗΠΑ]] έγιναν η μεγαλύτερη προμηθεύτρια χώρα ηλίου παγκοσμίως. Ακολουθώντας μια πρόταση του [[Σαρ Ρίτσαρντ Θρέιφαλλ]] (Richard Threlfall), το [[Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ]] ανέλαβε τη χορηγία των μικρών πειραματικών [[εργοστάσιο|εργοστασίων]] ηλίου, κατά τον [[Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος|Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο]]. Ο στόχος ήταν να εφοδιάζει τα προπετάσματα [[αερόστατο|αεροστάτων]] με το μη αναφλέξιμο ήλιο, που όμως ήταν κι αυτό ελαφρύτερο από τον [[ατμόσφαιρα|ατμοσφαιρικό αέρα]]. Συνολικά παρήχθησαν 5.700 m<sup>3</sup> ηλίου καθαρότητας 92% από αυτό το πρόγραμμα, αν και προηγουμένως λαμβάνονταν λιγότερο από 1 m<sup>3</sup> <ref name=enc>{{Cite book|title= The Encyclopedia of the Chemical Elements |pages =256–268 |author = Clifford A. Hampel |location=New York |isbn = 0-442-15598-0 |year = 1968 |publisher =Van Nostrand Reinhold}}</ref>. Κάποιες ποσότητες από αυτό το ήλιο χρησιμοποιήθηκαν για να γεμιστεί το πρώτο παγκοσμίως [[αερόπλοιο]], το C-7 του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ., που πραγματοποίησε το παρθενικό του ταξίδι από το [[Χάμπτον Ρόαντς]] της [[Βιρτζίνια]] στο [[Μπόλλινγκ Φιλντ]] της [[Ουάσινγκτον]], την 1<sup>η</sup> Δεκεμβρίου του [[1921]]<ref>{{Cite book|editor=Emme, Eugene M. comp. |title=Aeronautics and Astronautics: An American Chronology of Science and Technology in the Exploration of Space, 1915–1960 |year=1961 |pages=11–19 |chapter=Aeronautics and Astronautics Chronology, 1920–1924 |chapterurl=http://www.hq.nasa.gov/office/pao/History/Timeline/1920-24.html |publisher=[[NASA]] |location=Washington, D.C. |accessdate=2008-07-20}}</ref>.
 
Παρόλο που η διαδικασία εξόρυξης και απομόνωσης, χρησιμοποιώντας τεχνικές χαμηλής [[θερμοκρασία]]ς [[υγροποίηση]] αερίων, δεν είχε αναπτυχθεί σημαντικά κατά τη διάρκεια του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου, η παραγωγή του αερίου συνεχίστηκε. Το ήλιο χρησιμοποιήθηκε τότε ως ανυψωτικό αέριο για τα ελαφρύτερα από τον αέρα [[αεροσκάφος|αεροσκάφη]], δηλαδή τα διαφόρων τύπων και χρήσεων αεροστάτων και αερόπλοιων. Η ζήτηση του αερίου γι' αυτήν τη χρήση αυξήθηκε επίσης και κατά τον [[Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος|Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο]], αλλά άρχισε να αυξάνεται η ζήτησή του και για προστασία από [[Ηλεκτροσυγκόλληση|ηλεκτροσυγκόλληση με τόξο]]. Το [[Φασματόμετρο μάζας|φασματόμετρο μάζας ηλίου]] ήταν ακόμη ζωτικό για το [[Σχέδιο Μανχάταν|Πρόγραμμα Μανχάταν]], για την ανάπτυξη της [[Ατομική βόμβα|πυρηνικής βόμβας]] από τις ΗΠΑ<ref>{{Cite book|chapter=Leak Detection|author=Hilleret, N.|publisher=[[CERN]]|title=CERN Accelerator School, vacuum technology: proceedings: Scanticon Conference Centre, Snekersten, Denmark, 28 May&nbsp;– 3 June 1999 |editor=S. Turner |location=Geneva, Switzerland|url=http://doc.cern.ch/yellowrep/1999/99-05/p203.pdf |format=PDF| year=1999 |pages=203–212 |quote=At the origin of the helium leak detection method was the Manhattan Project and the unprecedented leak-tightness requirements needed by the uranium enrichment plants. The required sensitivity needed for the leak checking led to the choice of a mass spectrometer designed by Dr. A.O.C. Nier tuned on the helium mass.}}{{Dead link|date=Σεπτέμβριος 2019 }}</ref>.
 
Η Κυβέρνηση των ΗΠΑ δημιούργησε το «[[Εθνικό Απόθεμα Ηλίου των ΗΠΑ]]» (National Helium Reserve) το [[1925]] στο [[Αμαρίλο]] του [[Τέξας]] με στόχο να εξασφαλίζει την προμήθεια ηλίου για τα πολεμικά αερόπλοια της χώρας σε περίπτωση [[πόλεμος|πολέμου]] και για τα πολιτικά αερόπλοια, σε κατάσταση ειρήνης<ref name=enc/>. Εξαιτίας του στρατιωτικού [[εμπάργκο]] των ΗΠΑ κατά της [[Γερμανία]]ς, η τελευταία είχε έλλειψη σε προμήθειες ηλίου κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, με αποτέλεσμα το αερόπλοιο [[LZ 129 Χίντενμπουργκ]] να αναγκαστεί να χρησιμοποιήσει [[υδρογόνο]] ως ανυψωτικό αέριο. Η ζήτηση του ηλίου μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αποκλιμακώθηκε προσωρινά, αλλά η ύπαρξη του Εθνικού Αποθέματος Ηλίου των ΗΠΑ επεκτάθηκε μέχρι τη δεκαετία του [[1950]], για να εξασφαλίσει, αυτήν τη φορά, την προμήθεια ηλίου για την ψύξη [[πύραυλος|πυραύλων]] που χρησιμοποιούσαν ζεύγος υδρογόνου και οξυγόνου (ως καύσιμο και [[οξειδωτικό]]), κατά τον [[Αγώνας Κατάκτησης του Διαστήματος|Αγώνα Κατάκτησης του Διαστήματος]] και τον [[Ψυχρός πόλεμος|Ψυχρό Πόλεμο]], γενικότερα. Η ζήτηση του ηλίου στις ΗΠΑ το [[1965]] έφτασε το οκταπλάσιο της κορύφωσης της ζήτησής του, κατά την πολεμική περίοδο<ref>{{Cite journal| doi = 10.2307/3627447| author = Williamson, John G.| title = Energy for Kansas| journal = Transactions of the Kansas Academy of Science| volume = 71| issue = 4| pages = 432–438| publisher = Kansas Academy of Science|year =1968| accessdate = 2008-07-27| jstor = 3627447}}</ref>.
Το ήλιο που παραγόταν μεταξύ του 1930 και του 1945 ήταν περίπου 98,3% καθαρό ήλιο και το υπόλοιπο άζωτο και ήταν ικανοποιητικό ανυψωτικό για τα αερόπλοια. Από το [[1945]], άρχισε να παράγεται μια (σχετικά) μικρή ποσότητα ηλίου με καθαρότητα 99,9%, για τη χρήση προστασίας κατά την ηλεκτροσυγκόλληση με τόξο. Μέχρι το [[1949]] έγιναν διαθέσιμες για εμπορική χρήση ποσότητες ηλίου «βαθμού καθαρότητας Α», δηλαδή 99,95%<ref>{{Cite book|publisher=Bureau of Mines / Minerals yearbook 1949|year=1951|author=Mullins, P.V.; Goodling, R. M.| title = Helium|pages = 599–602 |url = http://digicoll.library.wisc.edu/cgi-bin/EcoNatRes/EcoNatRes-idx?type=div&did=ECONATRES.MINYB1949.PVMULLINS&isize=text|accessdate=2008-07-20}}</ref>.
 
Για πολλά χρόνια οι ΗΠΑ παρήγαγαν πάνω από το 90% του ηλίου που χρησιμοποιούνταν εμπορικά σ' όλον τον κόσμο, ενώ άλλες μονάδες παραγωγής, στον [[Καναδάς|Καναδά]], στην [[Πολωνία]], στη [[Ρωσία]] και σε άλλα κράτη παρήγαγαν το υπόλοιπο. Στα μέσα της δεκαετίας του [[1990]], άρχισε να λειτουργεί μια νέα μονάδα στο [[Άρζεγ]], στην [[Αλγερία]], παρήγαγε 17.000.000 m<sup>3</sup>, παραγωγή αρκετή να καλύψει τη ζήτηση όλης της [[Ευρώπη]]ς σε ήλιο. Στο μεταξύ, μέχρι το έτος [[2000]], η κατανάλωση ηλίου μέσα στις ΗΠΑ άρχισε να αυξάνεται με ρυθμό πάνω από 15.000 τόννους το χρόνο<ref>{{cite web|url=http://minerals.usgs.gov/ds/2005/140/helium-use.pdf|format=PDF| title= Helium End User Statistic|publisher = U.S. Geological Survey|accessdate=2008-07-20}}</ref>. Στην περίοδο [[2004]]-[[2006]], δημιουργήθηκαν δύο πρόσθετες μονάδες παραγωγής, ένα στο [[Ρας Λάφφεν]], του [[Κατάρ]] και το άλλο στη [[Σκίκντα]] της Αλγερίας. ΄Έτσι, η Αλγερία έγινε η δεύτερη ηλιοπαραγωγός χώρα<ref name="wwsupply">{{Cite journal |title=Challenges to the Worldwide Supply of Helium in the Next Decade |author=Smith, E.M.; Goodwin, T.W.; Schillinger, J. |journal=Advances in Cryogenic Engineering |volume=A |issue=710 |pages=119–138 |series=49 |year=2003 |doi=10.1063/1.1774674 |format=PDF |accessdate=2008-07-20 |url=https://www.airproducts.com/NR/rdonlyres/E44F8293-1CEE-4D80-86EA-F9815927BE7E/0/ChallengestoHeliumSupply111003.pdf |archiveurl=https://web.archive.org/web/20080625064356/https://www.airproducts.com/NR/rdonlyres/E44F8293-1CEE-4D80-86EA-F9815927BE7E/0/ChallengestoHeliumSupply111003.pdf |archivedate=2008-06-25 |date= |url-status=dead }}</ref>. Εν τω μεταξύ και η κατανάλωση ηλίου και το κόστος παραγωγής του αυξήθηκαν.<ref name="Kaplan2007">{{Cite news |last=Kaplan |first=Karen H. |date=June 2007 |title=Helium shortage hampers research and industry |periodical=[[Physics Today]] |publisher=[[American Institute of Physics]] |volume=60 |issue=6 |pages=31–32 |accessdate=2008-07-20 |url=http://ptonline.aip.org/journals/doc/PHTOAD-ft/vol_60/iss_6/31_1.shtml |doi=10.1063/1.2754594 |archive-url=https://web.archive.org/web/20081204105912/http://ptonline.aip.org/journals/doc/PHTOAD-ft/vol_60/iss_6/31_1.shtml |archive-date=2008-12-04 |url-status=dead }}</ref>. Μεταξύ του [[2002]] και του [[2007]], η οικονομική αξία του ηλίου διπλασιάστηκε<ref name="Basu2007">{{Cite news |last=Basu |first=Sourish |editor-last=Yam |editor-first=Philip |date=October 2007 |title=Updates: Into Thin Air |accessdate=2008-08-04 |periodical=Scientific American |publisher=Scientific American, Inc. |volume=297 |issue=4 |page=18 |url=http://www.sciamdigital.com/index.cfm?fa=Products.ViewIssuePreview&ARTICLEID_CHAR=E0D18FB2-3048-8A5E-104115527CB01ADB |archive-url=https://web.archive.org/web/20081206032004/http://www.sciamdigital.com/index.cfm?fa=Products.ViewIssuePreview&ARTICLEID_CHAR=E0D18FB2-3048-8A5E-104115527CB01ADB |archive-date=2008-12-06 |url-status=dead }}</ref> και το [[2008]] αυξήθηκε κατά ένα άλλο 50%.
|title=Challenges to the Worldwide Supply of Helium in the Next Decade |author=Smith, E.M.; Goodwin, T.W.; Schillinger, J. |journal=Advances in Cryogenic Engineering |volume=A |issue=710 |pages=119–138
|series=49
|year=2003 |doi=10.1063/1.1774674 |format=PDF |accessdate=2008-07-20
|url=https://www.airproducts.com/NR/rdonlyres/E44F8293-1CEE-4D80-86EA-F9815927BE7E/0/ChallengestoHeliumSupply111003.pdf
|archiveurl=http://web.archive.org/web/20080625064356/https://www.airproducts.com/NR/rdonlyres/E44F8293-1CEE-4D80-86EA-F9815927BE7E/0/ChallengestoHeliumSupply111003.pdf|archivedate=2008-06-25}}</ref>. Εν τω μεταξύ και η κατανάλωση ηλίου και το κόστος παραγωγής του αυξήθηκαν.<ref name="Kaplan2007">{{Cite news
|last=Kaplan |first=Karen H. |date = June 2007|title=Helium shortage hampers research and industry
|periodical=[[Physics Today]] |publisher=[[American Institute of Physics]]
|volume=60 |issue=6 |pages=31–32 |accessdate=2008-07-20
|url=http://ptonline.aip.org/journals/doc/PHTOAD-ft/vol_60/iss_6/31_1.shtml
|doi=10.1063/1.2754594
}}</ref>. Μεταξύ του [[2002]] και του [[2007]], η οικονομική αξία του ηλίου διπλασιάστηκε<ref name="Basu2007">{{Cite news
|last=Basu |first=Sourish |editor-last=Yam |editor-first=Philip
|date = October 2007|title=Updates: Into Thin Air |accessdate=2008-08-04
|periodical=Scientific American |publisher=Scientific American, Inc. |volume=297 |issue=4 |page=18
|url=http://www.sciamdigital.com/index.cfm?fa=Products.ViewIssuePreview&ARTICLEID_CHAR=E0D18FB2-3048-8A5E-104115527CB01ADB
}}</ref> και το [[2008]] αυξήθηκε κατά ένα άλλο 50%.
 
== Χαρακτηριστικά ==
78.993

επεξεργασίες