Το Βιβλίο του Μόρμον: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων

γραμματική
(Ιστορίες)
(γραμματική)
Ένας άλλος προφήτης, ο [[Λεχί]], που ζούσε στην [[Ιερουσαλήμ]] περίπου το 600 π.Χ., πήρε κι αυτός εντολή από το [[Θεός|Θεό]] να οδηγήσει απογόνους της φυλής Μανασσή στην [[Αμερική]]. Και αυτοί διαιρέθηκαν σε δύο έθνη, τους Νεφίτες και τους Λαμανίτες, από τα ονόματα των παιδιών του Λεχί. Οι Νεφίτες ήταν ευσεβείς, ενώ οι Λαμανίτες άθεοι. Αργότερα οι Λαμανίτες έγιναν άγριοι κι απέκτησαν σκούρο χρώμα. Απόγονοι των Λαμανιτών είναι, σύμφωνα με το Βιβλίο του Μόρμον, οι σημερινοί [[Ινδιάνοι]]. Το 400 μ.Χ. οι δυο ομάδες συγκρούσθηκαν στον λόφο Κουμόρα (Cumorah) και οι Νεφίτες εξολοθρεύτηκαν.
 
Σύμφωνα με το ''Βιβλίο του Μόρμον'', ο [[Ιησούς Χριστός]] παρουσιάστηκε στους Νεφίτες μετά την ανάστασή του και επέλεξε 12 μαθητές, στους οποίους κήρυξε το Ευαγγέλιο κι έδωσε εξουσία να βαπτίζουν, να κάνουν θαύματα, και να κηρύττουν το Ευαγγέλιο με κέντρο την Αμερική. Τα αρχαιότερα συγγράμματα που ο γραμματέας [[Αμμαρών]] υπέδειξε στον Μόρμον που να τα βρει, μαζί με εκείνα που κατέγραψε ο ίδιος ο Μόρμον και ολοκλήρωσε ο γιος του, ο Μορόνι, γράφτηκαν γύρω στο 400 μ.Χ. σε χαραγμένες πλάκες. Το [[421 μ.Χ.]] ο προφήτης [[Μορόνι]] έκρυψε τις πλάκες θάβοντάς τες στον λόφο Κουμόρα (στη σημερινή πολιτεία της Νέας Υόρκης).
 
Σύμφωνα με τον Τζόζεφ Σμιθ (Joseph Smith), το 1823 τον επισκέφθηκε ένας άγγελος, το οποίο αργότερα του αποκάλυψε ότι ήταν αγγελιαφόρος του Θεού ονόματι Μορόνι (Moroni). Ο Μορόνι του είπε ότι ο Θεός του είχε επιφυλάξει την αποστολή να κηρύξει το "αιώνιο ευαγγέλιο", που ήταν γραμμένο σε χρυσές πλάκες. Μαζί με τις πλάκες ήταν θαμμένοι και δυο λίθοι, τα [[Ουρίμ και Θουμμίμ]], η κατοχή των οποίων έδινε δυνατότητες όπως εκείνες των "βλεπόντων" της Παλαιάς Διαθήκης, απαραίτητες για την ανάγνωση και την μετάφραση των χρυσών πλακών, οι οποίες ήταν χαραγμένες με αιγυπτιακούς χαρακτήρες. Ο Μορόνι είπε στον Σμιθ ότι αργότερα θα του έδινε τις πλάκες και τους λίθους, ότι αυτός δεν θα έπρεπε να δείξει σε κανέναν αυτά τα αντικείμενα χωρίς εντολή, κι αφού τελείωνε τη μετάφραση θα έπρεπε να τα επιστρέψει. Η παράδοση των αντικειμένων έγινε το 1827 και η μετάφρασή τους από τον Σμιθ τελείωσε το 1829. Οι πλάκες επιστράφηκαν στον Μορόνι και το κείμενο που μεταφράστηκε εκδόθηκε το 1830 ως ''Το Βιβλίο του Μόρμον''.
14

επεξεργασίες