Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδος»

 
==Η διαδικασία==
Στις 7 Νοεμβρίου 680 μόνο 37 επίσκοποι και ένας αριθμός πρεσβυτέρων συγκλήθηκαν στο [[Μέγα Παλάτιον]] στην αίθουσα με τον τρούλο, τη λεγόμενη ''Τρούλος''. Οι Πατριάρχες της Κωνσταντινουπόλεως και της Αντιόχειας συμμετείχαν προσωπικά, ενώ οι Πατριάρχες Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων εκπροσωπήθηκαν από διορισμένους (καθώς οι περιοχές των δύο αυτών εδρών είχαν καταληφθεί από Μουσουλμάνους). Ο πάπας Ρώμης και το συνέδριο που είχε συγκληθεί στη Ρώμη εκπροσωπούντο από μερικούς επισκόπους και ιερείς, σύμφωνα με την Παράδοση της Εκκλησίας. Ο Αυτοκράτορας συμμετείχε και προήδρευσε στις πρώτες 11 συνεδρίες, έλαβε μέρος στις συζητήσεις και επέστρεψε στην τελική συνεδρία στις 16 Σεπτεμβρίου 681, στην οποία παρευρέθησαν 151 επίσκοποι.
 
Κατά τη Σύνοδο, αναγνώστηκε η επιστολή του πάπα Αγάθωνα, που αναφερόταν στην παραδοσιακή πίστη της Εκκλησίας, ότι ο χριστός είχε δύο θελήσεις, θεία και ανθρώπινη και οι πιο πολύ παρεστώτες επίσκοποι αποδέχθηκαν την επιστολή. Ο Πατριάρχης Μακάριος υπερασπίστηκε τον μονοθελητισμό, αλλά καταδικάστηκε και καθαιρέθηκε, μαζί με δύο ομοϊδεάτες του. Η Σύνοδος αποφάνθηκε ότι ο Ιησούς Χριστός κατείχε δύο ενέργειες και δύο θελήσεις και πως η ανθρώπινη βούληση "ήταν υποταγμένη στη θεϊκή και παντοδύναμη βούλησή του". Η Σύνοδος απέφυγε προσεκτικά να αναφερθεί στον Μάξιμο τον ομολογητή, που τον θεωρούσαν με υποψία. Η Σύνοδος καταδίκασε τον μονοενεργητισμό και τον μονοθελητισμό ως αιρέσεις και περιέλαβε σε αυτό όσους είχαν υποστηρίξει τη δοξασία αυτή: τον πάπα Ονώριο Α΄ και τέσσερις πρώην Πατριάρχες της Κωνσταντινούπολης. Όταν η Σύνοδος είχε ολοκληρωθεί, τα διατάγματα στάλθηκαν στη Ρώμη, όπου έγιναν δεκτά από τον [[πάπας Λέων Β΄|πάπα Λέοντα Β΄]]. Στν επιστολή επιβεβαίωσης της Συνόδου, ο Λέων Β΄ κατηγορεί τον Ονώριο Α΄ για "βέβηλη προδοσία ..., που δεν προσπάθησε να αγιάσει την Εκκλησία με διδασκαλία της Αποστολικής Παράδοσης".
 
Κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της Συνόδου, κάποιος ιερέας του Μονοθελητισμού ισχυρίστηκε ότι μπορούσε να αναστήσει νεκρό, για να αποδείξει την υπεροχή της άποψής του. Έφερε ένα πτώμα και ψιθύρισε προσευχές στα αυτιά του, αλλά δεν μπόρεσε να το αναζωογονήσει.
 
==Πηγές==
* Bathrellos, Demetrios (2004). The Byzantine Christ: Person, Nature, and Will in the Christology of Saint Maximus the Confessor. Oxford-New York: Oxford University Press. ISBN 978-0199258642.
92.617

επεξεργασίες