Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Μιχάλης Κουνελάκης»

Παράλληλα, στις διάφορες δραματικές σχολές, όπου δίδαξε, προσπάθησε να καθιερώσει, τις νέες ευρωπαϊκές ερμηνευτικές και σκηνοθετικές τάσεις (παραστάσεις συνόλου κ.ά.) και να φέρει τους μαθητές του σε επαφή με τη σύγχρονή τους πρωτοποριακή δραματουργία. Επιπλέον, υπήρξε από τους πρώτους που δίδαξαν το μάθημα της σκηνοθεσίας στην Ελλάδα (Εθνικό Ωδείο).<ref>Γλυτζουρής, Αντώνης. ''ό''.''π''., σ. 269.</ref> Επεδίωκε να φέρει τους μαθητές του σε επαφή με τη σύγχρον'''ή''' τους πρωτοποριακή δραματουργία. Στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας, συχνά στις παραστάσεις επίδειξης των δραματικών σχολών επέλεγε και παρουσίαζε μεταξύ άλλων και θεατρικά έργα της πρωτοπορίας, πολλά από τα οποία παίζονταν για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Κάποια από τα έργα αυτά ήταν: η σουρεαλιστική σάτιρα ''Κνόκ ή ο θρίαμβος της ιατρικής'' του [[Ζυλ Ρομαίν]] (Ωδείο Πειραιά, 1928), το νατουραλιστικό δράμα του [[Άρτουρ Σνίτσλερ]] ''Κληροδότημα'' (Ωδείο Αθηνών, 1928)'','' τα μονόπρακτα του [[Αντόν Τσέχωφ|Αντόν Τσέχοφ]] ''Κύκνειο άσμα'' (Ωδείο Αθηνών, 1929) και ''Οι βλαβερές συνέπειες του καπνού'' (Ωδείο Αθηνών, 1930) κ.ά.<ref>{{Cite book|title=Εκσυγχρονισμός ή παράδοση; : το θέατρο πρόζας στην Αθήνα του Μεσοπολέμου|first=Αρετή|last=Βασιλείου|publisher=Μεταίχμιο|isbn=960-375-810-8|year=2005|location=Αθήνα|page=178, 203, 263|quote=}}</ref> Σύμφωνα με μαρτυρίες, σε κάποιες από τις παραστάσεις επίδειξης που παρουσίασε συμμετείχε και ως ηθοποιός.<ref>{{Cite book|title=Τα έργα του Τσέχοφ στην ελληνική σκηνή (1902-1993) [διδακτορική διατριβή]|first=Κωνσταντίνος|last=Κυριακός|publisher=Α.Π.Θ. - Τμήμα Φιλολογίας|isbn=|year=1995|location=Θεσσαλονίκη|page=442|quote=}}</ref> Για τις ανάγκες των παραστάσεων αυτών συχνά ο Κουνελάκης μετέφραζε και διασκεύαζε ο ίδιος τα θεατρικά κείμενα (Τσέχοφ, Χάουπτμαν), αρκετά από τα οποία —σύμφωνα με τη συνήθεια της εποχής— αποδίδονταν με τους τίτλους παραλλαγμένους σε σημαντικό βαθμό, π.χ. το ''Κύκνειο άσμα'' του Τσέχοφ αποδόθηκε ως ''Τραγικός χωρίς να το θέλει''. Τον ρόλο του μεταφραστή τον διατήρησε και ως ανεξάρτητη επαγγελματική ιδιότητα, μεταφράζοντας και για επαγγελματικούς θιάσους (''Τιτάνικ Βαλς'', θίασος Κοτοπούλη κ.ά.).
 
Στα τέλη του 1932 δημιούργησε τον θίασο «Καλλιτεχνικόν Θέατρον Αθηνών» με τη συμμετοχή νέων ηθοποιών, οι οποίοι είχαν υπάρξει μαθητές του. Ο Μ. Κουνελάκης είχε αναλάβει τη διεύθυνση του θιάσου, τη σκηνοθεσία των παραστάσεων και ενίοτε και τις μεταφράσεις των έργων. Αρχικά, ο θίασος έδωσε κάποιες παραστάσεις στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά (''Πειρασμός'', ''Ο θειόκας ονειρεύθηκε'') και έπειτα εγκαταστάθηκε για λίγους μήνες στο Θέατρο Ατλαντίς (Εξάρχεια).<ref>Βασιλείου, Αρετή. ''ο''.''π''., σ. 64.</ref> Από τον Μάιο ως τον Αύγουστο του 1933 παρουσίασε δώδεκα θεατρικές παραγωγές έργων, κυρίως του σύγχρονου ξένου δραματολογίου. Το ελληνικό ρεπερτόριο του θιάσου απαρτιζόταν από τέσσερα ελληνικά θεατρικά έργα νέων συγγραφέων (''Αγάπες'' του Δ. Μπόγρη, ''Χρυσές καρδιές'' του Τ. Ραυτόπουλου, ''Η εξέλιξις'' του Γ. Κούρτη και ''Καμπούρης'' του Κ. Βαλασίδη). Η κριτική αρχικά ήταν θετική ως προς την προσπάθεια δημιουργίας ενός θιάσου με καλλιτεχνικές βλέψεις. Στην πορεία όμως, η πλειονότητα των κριτικών αδιαφόρησε για τις παραστάσεις του θιάσου ή ήταν επικριτική.<ref>Γεωργοπούλου, Βαρβάρα (Α' τόμος). ''ό''.''π''., σ. 197-198</ref> Υπάρχουν αρνητικές αναφορές άλλοτε για την ποιότητα των παραστάσεων και των ερμηνειών άλλοτε για τις επιλογές του δραματολογίου. Ο Κουνελάκης, σε αντίθεση με τις παραστάσεις επίδειξης των δραματικών σχολών, όπου συχνά επέλεγε να παρουσιάσει έργα που θεωρούνταν ότι ανήκαν στην πρωτοπορία της εποχής, όταν δημιούργησε το δικό του θεατρικό σχήμα, ακολούθησε την επικρατούσα παράδοση με το ανέβασμα συμβατικών έργων ρεαλισμού —τα γνωστά «καλοφτιαγμένα» έργα— και βουλεβάρτων.<ref>Βασιλείου, Αρετή. ''ό''.''π''., σ. 330.</ref> Οι επιλογές αυτές μάλλον καθορίστηκαν από τις οικονομικές ανάγκες του θιάσου. Στη συνέχεια ο θίασος συνεργάστηκε με τον παλαίμαχο τότε ηθοποιό Θεμιστοκλή Νέζερ, με τη βοήθεια του οποίου παρουσίασε παραστάσεωνμια σειρά παραστάσεις σε διάφορα μέρη στην ευρύτερη περιοχή της Αθήνας. ΜίαΗ προσπάθεια πουαυτή με τα τότε θεατρικά δεδομένα θύμιζε περισσότερο μπουλούκι, αλλά ίσως με βάση τις σημερινές θεατρικές πρακτικές να μπορεί να ιδωθεί ως μια πρώιμη προσπάθεια θεατρικήθεατρικής αποκέντρωσης.<ref>{{Cite book|title=Η απαγωγή της Σμαράγδως [θεατρικό πρόγραμμα]|first=Γιώργος|last=Χατζηδάκης|publisher=Εθνικό Θέατρο|isbn=|year=1995|chapter=Αναζητώντας τον Μιχάλη Κουνελάκη|location=Αθήνα|page=20|quote=}}</ref>
 
Στο πλαίσιο αυτής της «θεατρικήθεατρικής αποκέντρωσης» ο Μ. Κουνελάκης συγκροτείσυγκρότησε τον θίασο «Νέα Σκηνή» και την περίοδο 1938/39 οργ'ανωσεοργάνωσε μία σειρά από περιοδείες σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας (Πάτρα, Βόλος κ.ά.). Το ρεπερτόριο που κατάρτισε περιελάμβανε κυρίως έργα νεοελλήνων θεατρικών συγγραφέων και δευτερευόντως ξένων σύγχρονων δημιουργών. Ενδεικτικά αναφέρονται: οι κωμωδίες του [[Θεόδωρος Συναδινός|Θεόδωρου Συναδινού]] ''Καλώς ήλθες'' και ''Ευτυχώς επτωχεύσαμεν'', το έργο του Γρηγορίου Ξενόπουλου ''Φοιτητές'', η κωμωδία του Ντάριο Νικοντέμι ''Η σκιά,'' μια θεατρική διασκευή του μυθιστορήματος του [[Εμίλ Ζολά]] ''Η ταβέρνα'' κ.ά, Η τελευταία επαγγελματική σκηνοθετική του προσπάθεια για την περίοδο αυτήν εντοπίζεται τον Αύγουστο του 1939, όταν παρουσίασε με το νέο θεατρικό του σχήμα, τη «Νεοελληνική Σκηνή», το έργο του Δημήτρη Βουρνά ''Καθόμαστε σε πολυκατοικίες'' (Θέατρο Δελφοί).
 
Μία ακόμα πτυχή της καλλιτεχνικής του πολυπραγμοσύνης αποτέλεσε η ενασχόλησηενασχόλησή του με τον κινηματογράφο. Το 1930 σκηνοθέτησε τη βουβή ελληνική ταινία ''Τα γαλάζια κεριά'', η οποία βασίζοντανβασιζόταν στο μυθιστόρημα του Σπύρου Ποταμιάνου «''Το αγκάθι»''. Επίσης, ασχολήθηκε και με την κινηματογραφική εταιρεία Ακρόπολις Φιλμ.<ref>{{Cite news|url=https://srv-web1.parliament.gr/display_doc.asp?item=45877&seg=0&current=10494675|title=Σκηνοθεσία: πως γίνεται το θέατρον. Η Ελλάς δεν ανέχεται τας ειδικότητας|last=|first=|work=Ελεύθερος Τύπος [Αθήνα]|date=14-06-1925|page=1|archive-url=|archive-date=|accessdate=22 Αυγούστου 2020|via=}}</ref>
 
=== Μεταπολεμική περίοδος ===
Στη διάρκεια της Κατοχής ο Μ. Κουνελάκης επικεντρώθηκε στη διδασκαλία στη Δραματική Σχολή του Ελληνικού Ωδείου, τη διεύθυνση του οποίου ανέλαβε εκείνη την περίοδο, και στη συγγραφή θεατρικών έργων. Το έργο του ''Τα μάγια'' διακρίθηκε το 1941 στον Καλοκαιρίνειο Δραματικό Διαγωνισμό που διοργάνωνε ο Φιλολογικός Σύλλογος Παρνασσός. Το 1944 έγραψε τη σατιρική κωμωδία ''Η απαγωγή της Σμαράγδως'', το πιο αναγνωρισμένο και πολυπαιγμένο έργο του, το οποίο υπέβαλλευπέβαλε στο Εθνικό Θέατρο, χωρίς όμως θετική εξέλιξη.<ref>{{Cite news|url=|title=Η σημερινή πρώτη|last=Κουνελάκης|first=Μιχάλης|work=Τα Νέα [Αθήνα]|date=09/08/1947|page=2|archive-url=|archive-date=|accessdate=|via=}}</ref> Η πρώτη θεατρική παραγωγή τουτού έργου έγινε το καλοκαίρι του 1947 από την Εταιρία Ελληνικού Θεάτρου του [[Τζαβαλάς Καρούσος|Τζαβαλά Καρούσου]]{{efn|Ο Καρούσος θα εντάξει την Απαγωγή της Σμαράγδως στο ρεπερτόριο του θιάσου του και θα επαναλάβει παραστάσεις της σε αρκετές περιοδείες του τα μετ' έπειτα χρόνια.}} (Θέατρο Μακέδο). και γνώρισε την ανταπόκριση του κοινού, έτσιμε ώστεαποτέλεσμα να συμπεριλήφθηκεσυμπεριληφθεί άμεσααμέσως στο ρεπερτόριο και άλλων θιάσων (Θίασος Νέων Καλλιτεχνών 1948, Θίασος Αδ. Λεμού 1948, Θίασος Β. Αργυρόπουλου 1949). Η κωμωδία αυτή γνώρισε αρκετές ακόμα παραγωγές κατά τη διάρκεια των επόμενων δεκαετιών (Κ.Θ.Β.Ε. 1977, Εθνικό Θέατρο 1995 κ.ά.), ενώ εξακολουθεί να παίζεται μέχρι και σήμερα τόσο από επαγγελματικούς όσο και από ερασιτεχνικούς θιάσους. Οι θεατρικοί κριτικοί στην πλειονότηταπλειονότητά τους υποδέχτηκαν το έργο με θετικά σχόλια, κατατάσσονταςκατατάσσοντάς το στα άρτια, σύγχρονα ελληνικά θεατρικά έργα,<ref>{{Cite news|url=|title="Η απαγωγή της Σμαράγδως". Κωμωδία του κ. Μιχ. Κουνελάκη, "Εταιρία Ελληνικού Θεάτρου"|last=Παράσχος|first=Κλέων|work=Η Καθημερινή [Αθήνα]|date=12/08/1947|page=|archive-url=|archive-date=|accessdate=|via=}}</ref> και θεωρώντας το ως μία από τις καλύτερες ελληνικές κωμωδίες<ref>{{Cite book|title=Το ελληνικό θέατρο, τόμος Δ΄: 1945-1948|first=Άλκης|last=Θρύλος|publisher=Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη|isbn=|year=1978|location=Αθήναι|page=339|quote=}}</ref> κ.ά. Εντελώς αντίθετη αντιμετώπιση είχαν τα επόμενα έργα του Μ. Κουνελάκη που ανέβηκαν επί σκηνής, τόσο από το κοινό όσο και από την κριτική (''Τα δίδυμα της Αγίας Ελεούσας'', ''Το ενοικιοστάσιο'', ''Ερωτική καθοδήγηση'', ''Ο Θεόφιλος και οι κληρονόμοι του''). Οι κριτικές υπήρξαν έντονα αρνητικές, στα όρια της απαξίωσης του συγγραφέα, στοιχείο που συμπυκνώνεται σε μεταγενέστερο σχόλιο του εκδότη του περιοδικού «Θέατρο»: «Θα μείνει μόνο η "Αρπαγή της Σμαράγδως". Κι αν είχε κάνει μόνον αυτό στη ζωή του, θα ήταν πολύ πιο κερδισμένος».<ref>{{Cite journal|url=https://ejournals.lib.uoc.gr/index.php/theatre/issue/view/60/ΘΕΑΤΡΟ%20Χρόνος%20Ε%27%2C%20Τεύχος%2025%2C%20Γενάρης%20-%20Φλεβάρης%201966|title=Το δίμηνο|last=|first=|date=Γενάρης - Φλεβάρης 1966|journal=Θέατρο|accessdate=25 Αυγούστου 2020|doi=|quote=|issue=25|page=58}}</ref> ΚάποιαΤέλος, κάποια από τα θεατρικά του έργα που είχε γράψει δεν παραστάθηκαν ποτέ στο επαγγελματικό θέατρο (''Τα μάγια'', ''Ο έφεδρος'' κ.ά.)
 
Το καλοκαίρι του 1946 ο Μ. Κουνελάκης δημιούργησε τον τελευταίο θίασο του, την «Ελληνική Κωμωδία». Με έδρα το Θέατρο Βέρα παρουσίασε δύο παραγωγές, το έργο ''Δακτυλογράφος ζητεί θέσιν'' του [[Τίμος Μωραϊτίνης|Τίμου Μωραϊτίνη]] και ''Ο απένταρος εκατομμυριούχος'' του Νίκου Βυζαντινού. Η επόμενη σκηνοθετική δουλειά του πραγματοποιήθηκε στον θίασο του παλιού μαθητή του, του Αδ. Λεμού με την παρουσίαση του έργου ''Τιτάνικ βαλς'' του Τούντορ Μουσατέσκο (Διονύσια, 1949). Το 1954 επανήλθε σκηνοθετικά στο ίδιο έργο για λογαριασμό του θιάσου Λ. Καλλέργη – Δάφνη Σκούρα παρουσιάζοντας το όμως, υπό τον τίτλο ''Βουλευτής με το ζόρι'' (Θέατρο Ραντάρ 1954).<ref>{{Cite book|title=Το νεοελληνικό θέατρο στα μεταπολεμικά χρόνια (1944-1967) [διδακτορική διατριβή]|first=Ελένη|last=Σταματοπούλου|publisher=Α.Π.Θ. - Σχολή Καλών Τεχνών - Τμήμα Θεάτρου|isbn=|year=2017|chapter=Παράρτημα: παραστασιογραφία|location=Θεσσαλονίκη|page=|url=https://ikee.lib.auth.gr/record/294798/files/GRI-2017-20463-2.pdf|quote=}}</ref> Το καλοκαίρι του 1954 πραγματοποίησε μία ακόμα σκηνοθεσία —μάλλον και την τελευταία του σε επαγγελματικό θίασο— με την παράσταση του έργου του Θ. Συναδινού ''Σατανάς'' (Θίασος Άννας Λώρη). Επιπλέον, το 1952 ο Μ. Κουνελάκης σκηνοθετεί στο αρχαίο θέατρο του Άργους την παράσταση ''Παλαμήδης'' στο πλαίσιο μίας συνεργασίας του τοπικού Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός» και του θεατρικού παραρτήματος του Ελληνικού Ωδείου στο Ναύπλιο.<ref>{{Cite book|title=Θέατρο και Δημοκρατία: με αφορμή τη συμπλήρωση 40 χρόνων από την αποκατάσταση της Δημοκρατίας (Πρακτικά Ε' Πανελληνίου Θεατρολογικού Συνεδρίου, Αθήνα 2014), Α΄ τόμος|first=Μαρία|last=Βελιώτη - Γεωργοπούλου|publisher=ΕΚΠΑ - Τμήμα Θεατρικών Σπουδών|isbn=978-618-84080-3-6|year=2018|chapter=Η ναυπλιακή τραγωδία Παλαμήδης|location=Αθήνα|page=157-158|quote=}}</ref>{{efn|Ανάμεσα στου δύο εμπλεκόμενους φορείς υπογράφτηκε λεπτομερείς σύμβαση συνεργασίας με αναφορές στους συντελεστές, στις ημερομηνίες και στις αμοιβές.}} Στην παράσταση αυτή συμμετείχαν μαθητές του Ωδείου ως μέλη του χορού και επαγγελματίες ηθοποιοί στους βασικούς ρόλους (Μ. Κατράκης, Β. Ανδρεόπουλος, Δ. Βεάκης, Ν. Περγιάλης κ.ά). Πρόκειται για μια παράσταση η εξέταση της οποίας αναδεικνύει μεταξύ άλλων, στοιχεία για το εύρος των δράσεων του Ελληνικού Ωδείου υπό τη διεύθυνση του Μ. Κουνελάκη,{{efn|Η λειτουργία του Παραρτήματος του Ωδείου στο Ναύπλιο (1946–1963) σχεδόν ταυτίζεται με τη θητεία του Μ. Κουνελάκη στη διεύθυνση του Ωδείου.}} για τη συμβολή του στο «μπόλιασμα» των παραστάσεων επίδειξης των δραματικών σχολών με το ημί–επαγγελματικό θέατρο, αλλά και για την ενασχόληση του ίδιου του Κουνελάκη στο ημί–επαγγελματικό θέατρο.
3.196

επεξεργασίες