Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος»

καμία σύνοψη επεξεργασίας
 
==Δεσπότης του Μυστρά==
Από το [[1423]] σημειώθηκαν κάποιες πρώτες κινήσεις τοποθέτησης του Κωνσταντίνου ως δεσπότη του Μυστρά, διότι ο αδελφός του Θεόδωρος Β´ ήθελε να αποσυρθεί, με σκοπό να μονάσει. Γι' αυτό το λόγο επισκέφθηκε μαζί με τον αδελφό του και Αυτοκράτορα [[Ιωάννης Η΄ Παλαιολόγος|Ιωάννη Η΄]] την Πελοπόννησο στις 26 Δεκεμβρίου 1427. Τελικά ο Θεόδωρος Β΄ μεταπείστηκε να παραμείνει.<ref>Στέφανος Θωμόπουλος, 1888, βλ. πηγές σελ. 314</ref> Πείστηκε όμως να παραχωρήσει ο ίδιος στον αδελφό του Κωνσταντίνο ικανό μέρος εδαφών, όπως το λιμάνι της [[Αίγιο|Βοστίτσας]], αρκετές κωμοπόλεις και φρούρια στη [[Νομός Λακωνίας|Λακωνία]], την [[Καλαμάτα]] και τη [[Νομός Μεσσηνίας|Μεσσηνία]]. Αρχικά η βάση του ήταν η [[Γλαρέντζα]]. Ο Κωνσταντίνος βοήθησε τον αδελφό του Ιωάννη Η΄ να εδραιώσει τον βυζαντινό έλεγχο στην [[Πελοπόννησος|Πελοπόννησο]], εκστρατεύοντας εναντίον των Λατίνων πριγκίπων, που εξακολουθούσαν να κατέχουν τμήματά της. Εκτός από τις ενετικές κτήσεις στη [[Μεθώνη Μεσσηνίας]], την [[Κορώνη]] και το [[Ναύπλιο]], ολόκληρη η χερσόνησος τέθηκε υπό βυζαντινό έλεγχο: τον Ιούλιο του [[1428]] οι τρεις αδελφοί, ο Ιωάννης Η΄, ο Θεόδωρος Β΄ και ο Κωνσταντίνος, ενώθηκαν για να καταλάβουν την [[Πάτρα]], τελικά οι πολιορκούμενοι δέχθηκαν να καταβάλουν ετήσιο φόρο υποτέλειας. Αργότερα ο Κωνσταντίνος συμμετείχε και στη δεύτερη απόπειρα πολιορκίας της Πάτρας, τον Μάρτιο του [[1429]], κατά την οποία γλίτωσε το θάνατο ή την αιχμαλωσία, αλλά τελικά κατέλαβε την πόλη. Έτσι, σε ηλικία μόλις 24 ετών διοίκησε με τα αδέλφια του το Δεσποτάτο του Μυστρά.
 
Ο Κωνσταντίνος διακρίθηκε για την αποφασιστικότητα και τις διοικητικές του ικανότητες. Τον Μάρτιο του [[1432]] συμφώνησε με τον νεότερο αδελφό του [[Θωμάς Παλαιολόγος|Θωμά Παλαιολόγο]] (επίσης δεσπότη από το [[1430]]) να ανταλλάξουν τις περιοχές τους και ο Κωνσταντίνος εγκαταστάθηκε στα [[Καλάβρυτα]], πρώην έδρα του Θωμά. Για να αντισταθμίσει τη βενετική επιρροή προσέγγισε την κοινότητα της [[Ντουμπρόβνικ|Ραγούζα]], που και αυτή ενδιαφερόταν να αποκτήσει εμπορικά προνόμια, αλλά τελικά δεν συμφώνησαν. Το [[1436]] ο Κωνσταντίνος με τον αδελφό του Θεόδωρο Β´ πήγαν στην Κωνσταντινούπολη για να συζητήσουν με τον μεγαλύτερο αδελφό τους Ιωάννη Η´ για το ποιος θα τον αντικαταστήσει όσο θα λείπει στη [[Σύνοδος Φλωρεντίας|Σύνοδο της Φλωρεντίας]] για την ένωση των εκκλησιών. Τελικά επιλέχθηκε να διοριστεί ως συναυτοκράτορας ο Κωνσταντίνος, επειδή αν και νεότερος του Θεοδώρου ήδη θεωρούνταν πιο άξιος ως διάδοχος του θρόνου. Ο Κωνσταντίνος μετέβη στην πρωτεύουσα, επιβιβαζόμενος στην [[Κάρυστος|Κάρυστο]] της [[Εύβοια|Ευβοίας]] σε ένα από τα πλοία, που έστειλε ο [[Πάπας Ευγένιος Δ΄]] από την [[Κρήτη]] με προορισμό την Κωνσταντινούπολη. Οι ευθύνες του Κωνσταντίνου ως αντιβασιλέα έληξαν την 1η Φεβρουαρίου του [[1440]], όταν επέστρεψε ο αδελφός του από την Ιταλία. Καθυστέρησε όμως να επιστρέψει στο Μυστρά, επειδή σκεπτόταν να ξαναπαντρευτεί. Τελικά μετά από μεσολάβηση του πιστού συνεργάτη του [[Γεώργιος Σφραντζής|Γεώργιου Σφραντζή]] νυμφεύθηκε την [[Αικατερίνη Γατελούζου]] στις 27 Ιουλίου 1441 στη Μυτιλήνη και γύρισε στο Μυστρά τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Τον Ιούλιο του [[1442]] αναχώρησε εκ νέου εσπευσμένα από το Μυστρά, για να βοηθήσει τον αδελφό του στην Κωνσταντινούπολη, που την πολιορκούσαν προδοτικά ο αδελφός του [[Δημήτριος Παλαιολόγος]] με τους Οθωμανούς. Περνώντας από τη Λέσβο για να πάρει τη γυναίκα του, εγκλωβίστηκε από τον οθωμανικό στόλο στη [[Λήμνος|Λήμνο]]. Πολιορκήθηκε για 27 μέρες στο Παλαιόκαστρο ([[Μύρινα]]) όπου από την ταραχή της πέθανε η έγκυος Αικατερίνη. Αν και οι Βενετοί έστειλαν στόλο για να τον πάρουν, τελικά κατόρθωσε να σπάσει την πολιορκία και να φτάσει στην Κωνσταντινούπολη το Νοέμβριο του ίδιου έτους. Τον Ιούνιο του [[1443]] ο αδελφός του Θεόδωρος από τον Μυστρά τού πρότεινε να του δώσει το δεσποτάτο και να πάρει τη [[Σηλυβρία]]. Τελικά τον Οκτώβριο του 1443 ο Κωνσταντίνος ανέλαβε δεσπότης του Μυστρά, που τότε ήταν το κέντρο της τέχνης και του πολιτισμού, που ανταγωνιζόταν την Κωνσταντινούπολη<ref>[[Ντόναλντ Νίκολ]], ''[https://books.google.gr/books?id=y2d6OHLqwEsC&redir_esc=y&hl=el The Last Centuries of Byzantium, 1261-1453] {{Webarchive|url=https://web.archive.org/web/20190702152942/https://books.google.gr/books?id=y2d6OHLqwEsC&redir_esc=y&hl=el |date=2019-07-02 }}'', σελ. 341f, Cambridge University Press (1993)</ref>.
 
Ως φιλενωτικός είχε και την εκτίμηση της Ρώμης. Αφιερώθηκε με ζήλο στη διοικητική και στρατιωτική αναδιοργάνωση του δεσποτάτου, με απώτερο σκοπό την ενίσχυση της άμυνας της [[Πελοπόννησος|Πελοποννήσου]] έναντι της οθωμανικής απειλής. Μετά από πρόταση του περίφημου διδασκάλου του, [[Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων|Γεωργίου Γεμιστού]] τού λεγόμενου ''Πλήθωνα'', οικοδόμησε τα τείχη του [[Εξαμίλιον τείχος|Εξαμιλίου]] στον [[Ισθμός της Κορίνθου|Ισθμό της Κορίνθου]].
 
Το καλοκαίρι του [[1444]] ο Κωνσταντίνος εισέβαλε στο λατινικό [[Δουκάτο των Αθηνών]]. Γρήγορα κατέκτησε τη [[Θήβα]] και την [[Αθήνα]], αναγκάζοντας τον [[Φλωρεντία|Φλωρεντινό]] δούκα [[Νέριο Β΄ Ατσαγιόλι]], υποτελή του Οθωμανού σουλτάνου, να του αποδώσει φόρο υποτέλειας. Έτσι, επέκτεινε το δεσποτάτο του κατακτώντας τη [[Νομός Βοιωτίας|Βοιωτία]] και τη [[Νομός Φωκίδας|Φωκίδα]]. Ο στρατηγός του Ιωάννης Καντακουζηνός κατέλαβε το [[Λιδωρίκι Φωκίδας|Λιδωρίκι]], που οι κάτοικοί του με χαρά μετονόμασαν "Καντακουζηνούπολη"<ref name=":0" />. Το 1445 o Κωνσταντίνος εξόρμησε με στράτευμα λίγων Ελλήνων, αρκετών Αρβανιτών και 300 Φράγκων που του έστειλε ο σύμμαχός του [[Φίλιππος Γ΄ της Βουργουνδίας]] και έφτασε νικηφόρα ώς την Πίνδο, όπου Βλάχοι κι Αλβανοί τον υποδέχτηκαν σαν ελευθερωτή<ref name=":0" />. Νέες ελπίδες δημιουργήθηκαν στον ελληνισμό της Πελοποννήσου.
 
Όμως το Νοέμβρη του 1446 ο [[Μουράτ Β΄]] οργάνωσε μία μεγάλη εκστρατεία εναντίον του με 50.000-60.000 στρατό<ref name=":0" />. Ο Κωνσταντίνος δεν είχε ούτε τους μισούς κι έστειλε για διαπραγματεύσεις το [[Γεώργιος Χαλκοκονδύλης|Γεώργιο Χαλκοκονδύλη]], αλλά ο Μουράτ τον συνέλαβε και τον έβαλε φυλακή. Ο Κωνσταντίνος με την υποστήριξη του αδελφού του [[Θωμάς Παλαιολόγος|Θωμά Παλαιολόγου]] απέρριψε τους ταπεινωτικούς όρους που του ζήτησε ο Μουράτ κι ετοιμάστηκε για μάχη. Με το νέο του πυροβολικό ο σουλτάνος στις 10 Δεκεμβρίου κατέστρεψε το φρούριο στο Εξαμίλιο, την [[Κόρινθος|Κόρινθο]], τη Σικυώνα([[Κιάτο]]) και τα περίχωρα της Πάτρας (όχι όμως και την ακρόπολή της που την υπερασπίτηκαν οι ντόπιοι), σκοτώνοντας τους έλληνες κι αρβανίτες υπερασπιστές τους<ref name=":0">{{Cite book|title=The Immortal Emperor: The Life and Legend of Constantine Palaiologos, Last Emperor of the Romans|first=Donald M.|last=Nicol|publisher=Cambridge University Press|isbn=9780521894098|date=2002-05-09|url=https://books.google.at/books?id=lnSmnmL984YC&pg=PA31&lpg=PA31&dq=george+chalkokondyles&source=bl&ots=WXNfpyLZzq&sig=ACfU3U2e8VdpG9ISYXaWJ4y5wZVq88imvQ&hl=en&sa=X&ved=2ahUKEwj8zrq4-ZDiAhUxxcQBHXWDAW4Q6AEwBnoECAoQAQ#v=onepage&q=george%20chalkokondyles&f=false}}</ref>. Ο Κωνσταντίνος αναγκάστηκε να ζητήσει ειρήνη και να γίνει φόρου υποτελής στον [[σουλτάνος|Σουλτάνο]]<ref>Νίκολ (2009), σελ. 19, 21-22, 24-35, 39-41, 45, 51, 54, 75, 105</ref>.
82.399

επεξεργασίες