Καινή Διαθήκη: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων

μ
καμία σύνοψη επεξεργασίας
μ (Έβαλα τόνους στους τίτλους των επιστολών των Αποστόλων (π.χ. προς Κορινθίους Α΄).)
μΧωρίς σύνοψη επεξεργασίας
{{πληροφορίες βιβλίου}}
{{Βιβλία της Καινής Διαθήκης}}
'''Καινή Διαθήκη''' ονομάζεται το δεύτερο μέρος της ιερής γραμματείας ή ιερών κειμένων των [[Χριστιανισμός|Χριστιανών]]. Η [[Παλαιά Διαθήκη|Παλαιά]] και η Καινή Διαθήκη αποτελούν την [[Αγία Γραφή]] των Χριστιανών· μάλιστα στην Καινή Διαθήκη περιλαμβάνονται περίπου 153 παραθέματα από την [[Παλαιά Διαθήκη]]<ref>William F. Beck, ''The New Testament in the Language of Today'', Revised ed., Concordia Publishing House, 1967, σελ. x.</ref>. Η Καινή Διαθήκη γράφτηκε από πολλούς συντάκτες μέσα σε μια χρονική περίοδο 50 περίπου ετών (Η Παλαιά και η Καινή σε περίπου 11 αιώνες<ref name=":0">{{Cite web|url=https://wol.jw.org/el/wol/d/r11/lp-g/1200000968|title=Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές — ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ της Σκοπιάς|website=wol.jw.org|accessdate=2019-12-04}}</ref>). Οι Χριστιανοί συγκέντρωσαν σταδιακά τα κείμενα αυτά σε ένα σώμα, μετά το θάνατο και την ανάσταση του [[Ιησούς Χριστός|Ιησού]], ώστε να ενισχυθεί το έργο της διάδοσης του μηνύματός του στον κόσμο. Επίσης, με το έργο αυτό θέλησαν να μεταδώσουν στις επόμενες γενιές χωρίς αλλοιώσεις, τις πληροφορίες για όσα είδαν και άκουσαν. Η πλειονότητα των βιβλίων της Καινής Διαθήκης γράφτηκαν εξ αρχής στα [[ελληνική γλώσσα|ελληνικά]].
 
Από ευαισθησία προς τους Εβραίους συγγραφείς της Ιουδαϊκής Βίβλου, κάποιοι επιλέγουν να χρησιμοποιούν τους όρους «Εβραϊκές Γραφές» ή «Εβραϊκή Βίβλος» και '''Χριστιανικές (Ελληνικές) Γραφές''' αντί της παραδοσιακής χριστιανικής ονοματοδοσίας «Παλαιά Διαθήκη» και «Καινή Διαθήκη» αντίστοιχα.<ref>Για παράδειγμα, σε [http://www.wsu.edu/~brians/errors/bible.html σελίδα του Πανεπιστημίου της Πολιτείας Ουάσινγκτον], αναφέρεται: «Εκείνοι που είναι ευαισθητοποιημένοι σε σχέση με την Ιουδαϊκή προέλευση της [[Εβραϊκή Βίβλος|Εβραϊκής Βίβλου]] χρησιμοποιούν τους όρους «Εβραϊκές Γραφές» και «Χριστιανικές Γραφές» αντί των παραδοσιακών Χριστιανικών ονομασιών «Παλαιά Διαθήκη» και «Καινή Διαθήκη»».</ref>
Ο Πέτρος ήταν ένας από τους πρώτους μαθητές του Ιησού ενώ ο Παύλος ήταν απόστολος στον μη εβραϊκό κόσμο, της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
 
* Τις ''Επιστολές'': Από τα 27 βιβλία της Καινής Διαθήκης, τα 21 έχουν την μορφή των επιστολών. Οι 14 από αυτές γράφτηκαν από τον [[Επιστολές του Παύλου|Απόστολο Παύλο]]. Μέσω αυτών απευθύνθηκε στους πιστούς διδάσκοντας το λόγο του Ιησού, δίνοντας λύσεις στα τοπικά προβλήματα των εκκλησιών και συμβουλές για το πως να ζήσουν μια χριστιανική ζωή.
 
* Την ''Αποκάλυψη'': Το βιβλίο αυτό είναι γνωστό ως ''[[Αποκάλυψη του Ιωάννη]]'', εξαιτίας της πίστης ότι γράφτηκε από τον [[Ιωάννης ο Ευαγγελιστής|Ευαγγελιστή Ιωάννη]]. Το περιεχόμενό του ενθαρρύνει τους Χριστιανούς να κρατήσουν την πίστη τους παρ´όλες τις δυσκολίες που θα συναντήσουν, δίνοντας ταυτόχρονα ένα μήνυμα ελπίδας.
 
== Τι είναι η Καινή Διαθήκη ==
 
== Η διαμόρφωση του Κανόνα της Καινής Διαθήκης ==
Κατά τη διάρκεια του [[1ος αιώνας|1ου αιώνα]] μ.Χ. ο κανόνας ιερών συγγραμμάτων της χριστιανικής εκκλησίας αποτελούνταν αποκλειστικά από τις εβραϊκές «Γραφές» ([[Παλαιά Διαθήκη]]), οι οποίες θεωρούνταν θεόπνευστες. ([[s:Προς Τιμόθεον Β'#3|2 Τιμ. 3:16]]· [[s:Πέτρου Β'#1|2 Πέτρ. 1:20]]) Τα συγγράμματα που αργότερα έγιναν γνωστά ως ''Καινή Διαθήκη'' χρησιμοποιούνταν σε τακτική βάση από τις εκκλησίες κατά τη [[λατρεία]], ως κριτήριο εκκλησιαστικής τάξης, για κατηχητική εκπαίδευση και για θεολογικούς σκοπούς. Αυτά τα νέα χριστιανικά συγγράμματα περιείχαν αναφορές σε άλλα χριστιανικά συγγράμματα της εποχής, χαρακτηρίζοντάς τα μάλιστα ως «Γραφές», σε σημείο ώστε μέχρι τα τέλη του δεύτερου αιώνα να αναφέρονται έτσι τα συγγράμματα της Καινής Διαθήκης<ref>«In 2 Peter 3:16 Paul’s epistles are actually called ‘Scriptures’, and a gospel is identified as ‘the Scripture’ in 1 Timothy 5:18. The use of ‘Scripture(s)’ to denote NT writings became increasingly common through the 2nd century and by the end of it was normal». (''New Dictionary of Biblical Theology, 2001)</ref>. Χριστιανικά έργα εκείνης της περιόδου όπως η ''[[Επιστολή Βαρνάβα]]'' και η ''Δεύτερη Επιστολή Κλήμεντος'' εισαγάγουν χωρία από αυτά τα χριστιανικά συγγράμματα με τον τρόπο που συνέβαινε ως τότε για τις εβραϊκές Γραφές: «Γέγραπται». Καθώς υπήρχε ακόμη διαθέσιμη η ζωντανή προφορική παράδοση των λόγων του Ιησού αλλά και η παρουσία των [[Απόστολοι|αποστόλων]], των μαθητών των αποστόλων και των [[Προφήτης|προφητών]] δεν υφίστατο καν η έννοια ενός κλειστού κανόνα αποδεκτών κειμένων<ref>«There is no sense, at this stage, of a Canon of Scripture, a closed list to which addition may not be made. This would appear to be due to two factors: the existence of an oral tradition and the presence of apostles, apostolic disciples, and prophets, who were the foci and the interpreters of the dominical traditions». (''New Bible Dictionary, 1982.</ref>. Μόνο κατά τη διάρκεια του [[2ος αιώνας|2ου αιώνα]] τα [[Ευαγγέλια]] και οι επιστολές του [[Απόστολος Παύλος|αποστόλου Παύλου]] αναβαθμίστηκαν στο επίπεδο του «κανόνα».<ref name="trobisch-2000">{{cite book|title=The First Edition of the New Testament|first=David|last=Trobisch|publisher=Oxford University Press|isbn=0-19-511240-7|year=2000|location=New York|pages=43–44}}</ref>
 
Καθώς η εκκλησία θεωρούσε ότι ήταν ο «νέος Ισραήλ», παρέμενε προσκολλημένη στον κανόνα βιβλίων που χρησιμοποιούνταν από τους [[Ιουδαϊσμός|Ιουδαίους]], με μια νέα όμως αντίληψη περί αυτού. Η Παλαιά Διαθήκη μπορούσε να θεωρηθεί χριστιανική μόνο εφόσον ήταν κατανοητό ότι έδινε μαρτυρία στο σύνολό της για τον [[Ιησούς Χριστός|Ιησού Χριστό]]<ref>Βλέπε το έργο ''Διάλογος προς Τρύφωνα'' του [[Ιουστίνος ο Μάρτυρας|Ιουστίνου Μάρτυρα]] (περ. [[165]]). Αυτή η ιδέα φαίνεται και στο έργο ''Περί Πάσχα'' του [[Μελίτων Σάρδεων|Μελίτωνα Σάρδεων]] (περ. [[170]]), όπου αναφέρεται για παράδειγμα: «Καὶ γὰρ ὁ Νόμος Λόγος ἐγένετο καὶ ὁ παλαιὸς καινός͵ συνεξελθὼν ἐκ Σιὼν καὶ Ἰερουσαλήμ καὶ ἡ ἐντολὴ χάρις͵ καὶ ὁ τύπος ἀλήθεια».</ref>.
=== Το είδος της ελληνικής που χρησιμοποιήθηκε ===
 
Η ελληνική γλώσσα που συναντούμε στα κείμενα της Καινής Διαθήκης δεν είναι η κλασική αττική γλώσσα. Επειδή μάλιστα επικρατούν πολλές ασυνήθιστες και άγνωστες στην [[Αρχαία ελληνική γλώσσα|αρχαία ελληνική]] λέξεις και εκφράσεις, πριν από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα πίστευαν ότι πρόκειται για μια ιδιαίτερη «ιερή» γλώσσα, που την ονόμαζαν «βιβλική ελληνική».
 
Από τότε όμως που νέοι πάπυροι της ελληνιστικής εποχής βρέθηκαν στα τέλη του 19ου με αρχές του 20ου αιώνα και οι ερευνητές μελέτησαν τη γλώσσα των κειμένων αυτών που προέρχονταν από την καθημερινή ζωή (ιδιωτικές επιστολές, συμφωνητικά κ.ά), διαπιστώθηκε ότι η γλώσσα της Καινής Διαθήκης είναι η «κοινή» ελληνιστική, η γλώσσα δηλαδή των ελληνιστικών χρόνων που αποτελεί τη φυσιολογική εξέλιξη της αρχαίας ελληνικής και της οποίας συνέχεια είναι η νέα ελληνική.<ref name=":2">{{Cite book|title=Συνοπτική Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας|first=Γεώργιος|last=Μπαμπινιώτης|isbn=|year=2002|location=Αθήνα|page=114}}</ref><ref>{{Cite book|title=Σύντομος Ιστορία τής Ελληνικής Γλώσσης|first=Γ.Ν.|last=Χατζιδάκις|isbn=|year=1915|location=Αθήνα|page=60|quote=}}</ref>
1.110

επεξεργασίες