Ελεγκτικό Συνέδριο: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων

Χωρίς σύνοψη επεξεργασίας
{{Πολιτική της Ελλάδας}}
{{Ελληνική Δικαιοσύνη}}
Το Ελεγκτικό Συνέδριο συστήθηκε με το βασιλικό διάταγμα της 27ης Σεπτεμβρίου/9ης Οκτωβρίου 1833, στο Ναύπλιο. Στην ουσία όμως το Ελεγκτικό Συνέδριο του 1833, αποτελούσε μετασχηματισμό και μεταρρύθμιση, περισσότερο συστηματική εκείνου που εγκρίθηκε και εκδόθηκε από την Δ' Εθνική Συνέλευση του Άργους, με το υπ' αριθ. Γ ́ Ψήφισμα της 26ης Ιουλίου 1829, όταν πρώτος Κυβερνήτης του Ελληνικού Κράτους ήταν ο Ιωάννης Καποδίστριας.
Ελεγκτικό Συνέδριο υπάρχει και σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη και στην [[Ευρωπαϊκή Ένωση]], δεν ανήκει όμως παντού στη δικαστική εξουσία. Σε ορισμένα κράτη λειτουργεί ως ανεξάρτητη διοικητική αρχή.
 
Το 6ο άρθρο αυτού του Ψηφίσματος όριζε ότι κατά το έτος αυτό, το 1829, δεν θα επέφερε ουσιαστικές μεταβολές «εις τους υπάρχοντας κανονισμούς του κράτους» - λόγω της εμπόλεμης ακόμη κατάστασης - «αλλά θέλει σπεύσει, χωρίς αναβολήν, εις την αναθεώρησιν των ιδίων εκείνων κανονισμών, δια να εισαγάγει εις αυτούς, όλας τας τροπολογίας, αι οποίαι ήθελον νομισθή συντελεστικαί. 1. (... )3. Του να διοργανώση τον τρόπον της εισπράξεως οικονομικώτερον, δια το εθνικόν Ταμείον, και ευκολώτερον δια τους πολίτας».<ref>Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, αριθ. φ. 53, 31 Ιουλίου 1829, σ. 215-216.</ref>
Στην Ελλάδα ιδρύθηκε με το βασιλικό διάταγμα της 27ης Σεπτεμβρίου / 9ης Οκτωβρίου του 1833, επί της [[Κυβέρνηση Σπ. Τρικούπη (3 Απριλίου 1833)|Κυβέρνησης Τρικούπη]], στον πρώτο χρόνο της διακυβέρνησης της χώρας από την [[Αντιβασιλεία Όθωνα 1833|Αντιβασιλεία του Όθωνα]] με το ρόλο της ανώτατης Ελεγκτικής αρχής<ref>{{Cite book|title=ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ (1830-1920)|last=ΔΕΡΤΙΛΗΣ|first=Γ.Β.|publisher=ΕΣΤΙΑ|year=2005|isbn=|location=ΑΘΗΝΑ|page=340}}</ref><ref>[http://books.google.gr/books?id=nQ9CAAAAcAAJ&pg=PA118&lpg=PA118&dq=%CE%A3%CE%B9%CE%BB%CE%AE%CE%B2%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82&source=bl&ots=Pdz5-jzzqy&sig=aEuFp_YBUATiHf5IOm-nlnE5G68&hl=el&ei=Yhk4TI_2M6iHOMGX8YkK&sa=X&oi=book_result&ct=result&resnum=8&ved=0CDIQ6AEwBw#v=onepage&q&f=false Επετηρίς του Βασιλείου της Ελλάδος δια το έτος 1837], σελ. 118, Κεφάλαιον Έκτον, Ελεγκτικόν Συνέδριον, οδός Αδριανού. «Δυνάμει του από 27 Σεπτεμβρίου 1833 Υ.Β. Διατάγματος συσταίνεται Ελεγκτικόν Συνέδριον...» «...Το Ελεγκτικόν Συνέδριον είναι η ανώτατη ως προς το διοικητικόν (administration) ελεγκτική Αρχή...»</ref>. Πρώτος πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου ήταν o Γάλλος οικονομολόγος Αρτεμόν Ρενύ (Arthemond Regny), ο οποίος έκανε και τη εισήγηση για την σύσταση του θεσμού αυτού, Γενικός Επίτροπος Σπανιολάκης και Αντιπρόεδρος Παπαδόπουλος ορκίσθηκαν ενώπιον της Αντιβασιλείας στις 11 Οκτωβρίου 1833. Είναι το πρώτο Ανώτατο Δικαστήριο του νεοελληνικού κράτους που λειτούργησε ανελλιπώς έως σήμερα. Η Ελλάς από συστάσεως της λειτούργησε επί 96 χρόνια χωρίς ανώτατο ακυρωτικό Δικαστήριο αλλά ούτε λεπτό χωρίς ανώτατο δημοσιονομικό Δικαστήριο (Α.Γ. Προυσανίδης).
 
Έτσι, με το Γ ́ Ψήφισμα της Δ ́ Εθνικής Συνελεύσεως «Περί διορισμού της Γερουσίας και του Υπουργικού Συστήματος» συστήθηκε για πρώτη φορά αντάξια των φιλόδοξων σχεδίων του Κυβερνήτη, υπηρεσία ελέγχου των δημοσίων χρημάτων το «Λογιστικόν και Ελεγκτικόν Συμβούλιον». Το Συμβούλιο αυτό αποτελείτο από τρία μέλη τα οποία διόριζε η Κυβέρνηση. Ήταν Σώμα ανεξάρτητο, υπαγόμενο απ’ ευθείας στον Αρχηγό του Κράτους.
 
Η Δ' Εθνική Συνέλευση του Άργους ενέκρινε επίσης το μέχρι τότε ισχύον οικονομικό σύστημα, «εκθέσεως και ευθύνης των οικονομικών λογαριασμών» και απεφάσισε να αναθέσει σε ειδική Επιτροπή την αναθεώρηση «όλων των λογαριασμών», οι οποίοι είχαν τεθεί στην κρίση και στον έλεγχο της Εθνικής Συνελεύσεως. Τον έλεγχο αυτόν θα τον έκαναν ειδικές επιτροπές, τις οποίες θα διόριζε η Κυβέρνηση, «της οποίας η απόφασις, θέλει είσθαι ανέκκλητος».<ref>Το Γ' Ψήφισμα της Δ' Εθνικής Συνελεύσεως, «καταχωρηθέν εις τον Κώδικα των Ψηφισμάτων και επικυρωθέν, ναδιευθυνθή προς την Κυβέρνησιν, δια να δημοσιευθή δια των τύπων και να ενεργηθή. Εν Άργει, την 26ην Ιουλίου 1829. Ο Πρόεδρος Γ. Σισίνης», Γενική Εφημερίς, ό.π., σ 216.</ref>
 
Το «Λογιστικόν και Ελεγκτικόν Συμβούλιον» που ψηφίσθηκε από την Δ' Ελληνική Συνέλευση του Άργους του 1829, δεν αποτελούσε το πρώτο, από την επανάσταση του 1821 και την σύσταση του ελληνικού Κράτους. Είχαν προηγηθεί τα σχετικά ψηφίσματα, της «εν Νέα Επιδαύρω, της 17 Ιανουαρίου του 1822 Εθνικής Συνελεύσεως», καθώς και της Γ ́ Εθνικής Συνελεύσεως της Τροιζήνας του 1827.
 
Το «Λογιστικόν και Ελεγκτικόν Συμβούλιον», με το άρθρο Α' του Ψηφίσματος της Δ' Εθνικής Συνελεύσεως, του Άργους, αριθ. Γ', της 26 Ιουλίου 1829, ανέλαβε τον αναδρομικό έλεγχο, σε δεύτερο βαθμό, των δημοσίων λογαριασμών, από την 6 Ιανουαρίου 1828, δηλαδή αμέσως, μετά την άφιξη του πρώτου Κυβερνήτη του ελληνικού Κράτους του Ι. Καποδίστρια, μέχρι της 30ης Σεπτεμβρίου του 1829, καθώς και τον τακτικό έλεγχο, σε δεύτερο βαθμό των δημοσίων εσόδων και της διαχειρίσεώς τους από την 1η Οκτωβρίου του 1829 και εφεξής.<ref>Ελένη Ε. Κούκου «Ιστορική Αναδρομή της Ιδρύσεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου από την Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου το 1822», Τιμητικός Τόμος για τα 170 χρόνια του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σ. 412.</ref>
 
Το «Λογιστικόν και Ελεγκτικόν Συμβούλιον», εξουσιοδοτήθηκε επίσης να προτείνει στην Κυβέρνηση, συγκεκριμένες βελτιώσεις, που θα προέκυπταν, με την πάροδο του χρόνου, από την πείρα της οικονομικής διαχειρίσεως όλων των κλάδων της Δημόσιας Διοίκησης, «όσας η πείρα αποδείξει χρησίμους και καταλλήλους, καθ' όλους τους κλάδους της δημοσίας Οικονομίας». Συγκεκριμένες και ειδικές οδηγίες έδινε ο Κυβερνήτης, με ιδιαίτερο έγγραφό του, «Προς το Ελεγκτικόν Συμβούλιον»<ref>Το κείμενο αυτού του εγγράφου του Κυβερνήτη, υπ' αριθμόν 14446, της 13 Σεπτεμβρίου του 1829, βλ. Γενικά Αρχεία του Κράτους, Γ.Α.K. Γενική Γραμματεία, φ. 219. Και Ιωάννου Καποδίστρια, Επιστολαί, τ. Γ', εν Αθήναις 1842, σ. 228-229.</ref> δηλαδή προς τα τρία μέλη της Επιτροπής του, που τα διώρισε ο Κυβερνήτης, από την Αίγινα στις 13 Σεπτεμβρίου του 1829, μετά την ολοκλήρωση των εργασιών της Δ' Εθνικής Συνελεύσεως, στο Άργος: «Πίστεως μεγίστης απόδειξιν, καρπούσθε, κύριοι, καλούμενοι, από ημάς, εις εκπλήρωσιν των δοξάντων εις το Έθνος και εις τους αντιπροσώπους αυτού, κατά το Α' άρθρον, του τρίτου ψηφίσματος, της 26ης Ιουλίου 1829», τους έγραφε στην αρχή, απονέμοντάς τους έπαινο.
 
Ακολούθως ερχόταν στην διατύπωση του κύριου σκοπού αυτού του εγγράφου του, προς την Τριμελή Επιτροπή του Ελεγκτικού Συμβουλίου: Του Γεωργίου Σπανιολάκη, του Κυριάκου Τασσίκα και του Χριστόδουλου Γ. Οικονομίδη: «Δεν αγνοείτε ότι ο έλεγχος, δεν συνίσταται μόνον εις την εξέτασιν των λογαριασμών και τωνκαταστίχων και των αποδεικτικών, των εις αυτούς αναφερομένων, αλλά και εις την διερεύνησιν, της αληθείας των πραγμάτων. Κανείς εκ των υπαλλήλων, οι οποίοι διέταξαν ή ετέλεσαν δαπάνας, δια λογαριασμόν της πολιτείας, ημπορεί να απαλλαγή της ευθύνης, εάν το Ελεγκτικόν Συμβούλιον δεν λάβει αποδείξεις, ότι τα εις τας πληρωμάς διατεθέντα χρήματα, εδαπανήθησαν, χωρίς καταχρήσεις και σφετερισμούς. Προκειμένου λοιπόν να εκπληρώσετε το δυσχερές και αξιόλογον τούτο έργον αυτής της υπηρεσίας, σας χορηγούμεν την εξουσίαν, την διαλαμβανομένην εις το άρθρον 28 του Ψηφίσματος και από την σήμερον σας επιβραβεύομεν, με όσας βοηθείας ζητήσετε από την Κυβέρνησιν, αφίνοντες εις υμάς Κύριοι, το πολιτεύεσθαι και κατά τας προσδοκίας της Εθνικής Συνελεύσεως και κατά τας ιδικάς μου ελπίδας».
 
Το «Ελεγκτικόν Συμβούλιον» του 1829, εγκαταστάθηκε αρχικά στο Κυβερνείο της Αίγινας και τον Δεκέμβριο του 1829, όταν έγινε από τον Κυβερνήτη η μεταφορά της έδρας της ελληνικής Κυβέρνησης στην επίσημη πρώτη πρωτεύουσα του ελληνικού Κράτους, σύμφωνα, με την απόφαση της Γ’ Εθνικής Συνελεύσεως της Τροιζήνας του 1827, στο Ναύπλιο, σε κτίριο που σώζεται μέχρι σήμερα, μαζί με την «επί της Οικονομίας Επιτροπήν»<ref>Ελένη Ε. Κούκου, ό.π., σ. 414.</ref>.
 
== Δομή και Οργάνωση ==
53

επεξεργασίες