Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων

→‎Ιστορία: Αλλαγή φωτό και διόρθωση λεζάντας
(Προσθήκη ρωσικού σταυρού ως έμβλημα του Πατριαρχείου)
Ετικέτες: Επεξεργασία από κινητό Διαδικτυακή επεξεργασία από κινητό
(→‎Ιστορία: Αλλαγή φωτό και διόρθωση λεζάντας)
Ετικέτες: Επεξεργασία από κινητό Διαδικτυακή επεξεργασία από κινητό
 
Διαμορφώνοντας τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της μέσα στον [[μεσαίωνας|μεσαίωνα]], η ρωσική εκκλησία έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στον [[μοναχισμός|ασκητισμό]], που εξελίχθηκε εντέλει σε μια ευρέως διαδεδομένη μοναστική παράδοση<ref>[http://www.cs.toronto.edu/~mes/russia/moscow/history.html Russian Orthodox church: early history and art] στο Univ. of Toronto, ανάκτ 1.11.08</ref>. Πολλές είναι οι μονές (Λαύρες) που ιδρύθηκαν σε τούτη την περίοδο στην επικράτεια της [[Μοσχοβία]]ς, οι οποίες επεκτάθηκαν [[πληθυσμός|πληθυσμιακά]], αναδεικνύοντας το μοναστικό κίνημα ως βάση της [[κοινωνία|κοινωνικής]], [[οικονομία|οικονομικής]] και πνευματικής ζωής<ref>http://www.orthodoxphotos.com/Orthodox_Elders/Russian/index.shtml «Russian Orthodox Church. Historical background in brief» ανάκτηση 1.11.08.</ref>.
[[Αρχείο:Pustosviat.jpg|thumb|300px|left|''Παλαιός Πιστός ιερέας, ο [[Νικίτα Πούστοσβιατ]], διαφωνεί με τον πατριάρχη Ιωακείμ σε ζητήματα πίστης.'' Πίνακας του [[Βασίλι Περώφ]].]]
Μετά την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας το [[1453]], η ρωσική ορθόδοξη εκκλησία έγινε αυτοκέφαλο τμήμα του ανατολικού χριστιανισμού και το [[1589]] ο μητροπολίτης Μόσχας διεκδίκησε και πήρε τον τίτλο του πατριάρχη. Εν τη γενέσει της η ρωσική εκκλησία διατήρησε τη βυζαντινή παράδοση της αλληλεπίδρασης με την κοσμική εξουσία επιτρέποντας στην κρατική γραφειοκρατία να συμμετέχει ενεργά στις διοικητικές υποθέσεις της εκκλησίας. Τούτος ο έντονος βυζαντινισμός μαζί με το γεγονός ότι η Ρωσία παρέμεινε μετά τον μεσαίωνα για μακρό χρονικό διάστημα απομονωμένη από τη Δύση, κράτησε ουσιαστικά τη ρωσική εκκλησία ανέπαφη από τις ιστορικές εξελίξεις της [[Αναγέννηση]]ς και της [[Μεταρρύθμιση]]ς. Η εμμονή δε στο παραδοσιακό τυπικό προκάλεσε ισχυρές αντιδράσεις στη νεοτερικότητα [[ουκρανία|ουκρανών]] κληρικών κατά τον [[17ος αιώνας|17ο αιώνα]] να εισάγουν δογματικές και λειτουργικές μεταρρυθμίσεις με αποτέλεσμα την εκδήλωση [[Σχίσμα της ρωσικής ορθόδοξης εκκλησίας (17ος αιώνας)|σχίσματος στην εκκλησία]]<ref>Βλ. συνοπτική ανάλυση επί του θέματος στο [http://www2.sptimes.com/Treasures/TC.5.4.7.html «The Russian Church: An Overview»] {{Webarchive|url=https://web.archive.org/web/20081208070302/http://www2.sptimes.com/Treasures/TC.5.4.7.html |date=2008-12-08 }}</ref> και την εμφάνιση του κινήματος των [[Παλαιοί Πιστοί|Παλαιών Πιστών]].
 
Ο Τσάρος [[Παύλος Α']] επανέφερε ωστόσο την εκκλησία στην προ Πέτρου εποχής της επαναφέροντας της πολλά προνόμια της τα οποία ενισχύθηκαν ακόμα περισσότερο όταν Τσάρος έγινε ο [[Νικόλαος Α']]. Οι επεμβάσεις είχαν όμως ως αποτέλεσμα τη έναρξη μεταρρυθμίσεων στο εσωτερικού της Εκκλησίας με σκοπό να αυξήσει το κύρος και το γόητρο της. Επιπρόσθετα, κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα η ούτως ή άλλως ισχυρή [[μοναχισμός|μοναστική]] παράδοση
παρήγαγε ένα σεβαστό αριθμό πρεσβυτέρων της εκκλησίας, οι οποίοι κατόρθωσαν να κερδίσουν τον σεβασμό όλων των κοινωνικών τάξεων λειτουργώντας ως σύμβουλοι επί κοσμικών και πνευματικών θεμάτων.
[[Αρχείο:Trinity view.jpg|thumb|300px|Η [[Λαύρα Τρόιτσε Σέργκιεβα]] στις αρχές του [[20ος αιώνας|20ου αιώνα]].]]
Στις αρχές του [[20ος αιώνας|20ου αιώνα]], η ρωσική εκκλησία, όπως και κάθε άλλη θρησκευτική έκφραση, ακολούθησε το άρμα της αντίληψης και κυριολεκτικής ερμηνείας της ρήσης του [[Καρλ Μαρξ]] πως «η θρησκεία είναι το όπιο του λαού». Πέραν του ότι έγινε αναστολή των προνομίων που παρείχε η μετριοπαθής προσωρινή κυβέρνηση στην εκκλησία η εκκλησιαστική περιουσία κρατικοποιήθηκε και εκτελέστηκαν με διάφορες αιτιολογήσεις πάνω από 1200 απλοί ιερείς και αξιωματούχοι στην περίοδο 1922-26. Στην πραγματικότητα βέβαια η όλη αντιθρησκευτική πολιτική και προπαγάνδα δεν στόχευε αποκλειστικά στον χριστιανισμό, αλλά σε όλες τις πίστεις. Με έναρξη τη δεκαετία του 1920, [[βουδισμός|βουδιστικοί]] και [[σαμανισμός|σαμανιστικοί]] τόποι λατρείας στην Μπουρυατία στην περιοχή της [[Βαϊκάλη]]ς καταστράφηκαν, ενώ οι Λάμα και οι σαμάνοι συλλαμβάνονταν και είτε οδηγούνταν στην εξορία είτε απειλούνταν με ποινή θανάτου<ref>{{Cite web |url=http://www.cddc.vt.edu/host/weishaus/Interv/noel.htm |title=THE SOUL OF SHAMANISM A Conversation with Daniel C. Noel |accessdate=2008-11-02 |archiveurl=https://web.archive.org/web/20080914235904/http://www.cddc.vt.edu/host/weishaus/Interv/noel.htm |archivedate=2008-09-14 |url-status=dead }}</ref>.
 
Μετά την εισβολή της Γερμανίας στη Σοβιετική Ένωση (22 Ιουν. 1941) το ρωσικό πατριαρχείο ανέκτησε τη δικαιοδοσία του επί των ρωσικών ενοριών του εξωτερικού, για λόγους πολιτικούς. Η Μόσχα θέλησε να προβάλλει τον πατριάρχη Σέργιο (Στραγκορόντσκι) ως τον μόνο νόμιμο (κανονικό) ηγέτη της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας παγκοσμίως. Το "κονκορδάτο" (συμφωνία) του 1943 μεταξύ του Στάλιν και του [[Πατριάρχης Μόσχας Σέργιος|Πατριάρχη Σεργίου]] θεωρείται σταθμός στη μεταπολεμική επέκταση της παγκόσμιας δικαιοδοσίας της Ρωσικής Εκκλησίας. Ο πατριάρχης και οι υποστηρικτές του πρόβαλαν την εικόνα μιας πατριωτικής Εκκλησίας που υπεραμύνεται του αυτόχθονα λαού και μάχεται για εδαφική και κανονική ακεραιότητα. Μέσω αυτής της πολιτικής, το Ρωσικό Πατριαρχείο κέρδισε την αναγνώριση από την Εκκλησία της Αγγλίας και διάφορες οργανώσεις Ρώσων εμιγκρέδων, όπως και από τα πατριαρχεία Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιερουσαλήμ. Μετά τον θάνατο του [[Πατριάρχης Μόσχας Σέργιος|Σεργίου]] τον Μάιο του 1944, η πολιτική του συνεχίστηκε από τον πατριάρχη Αλέξιο (Σιμάνσκι). Ο τελευταίος προσπάθησε να θέσει υπό τη δικαιοδοσία του τις μεγάλες ρωσικές εκκλησίες των Παρισίων και της Βόρειας Αμερικής. Αν και αυτό δεν επιτεύχθηκε, πάντως διατήρησε καλές σχέσεις και επικοινωνία με αυτές και επέκτεινε την επιρροή του. Μετά τον Β' ΠΠ το καθεστώς του Στάλιν επιχείρησε να συγκαλέσει μια "Όγδοη Οικουμενική Σύνοδο", μια απόπειρα για ένα "Ορθόδοξο Βατικανό", ιδέα που όμως απέτυχε. Το 1948 έγινε εφικτή μια παν-ορθόδοξη σύνοδος των Εκκλησιών που ανήκαν στις λεγόμενες Λαϊκές Δημοκρατίες. Αυτή χρησιμοποιήθηκε για την ισχυροποίηση του πατριαρχείου και του σοβιετικού καθεστώτος στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης υπό κομμουνιστικό καθεστώς. Η παραδοσιακή ιστοριογραφία θεωρεί ότι η υποστήριξη του σοβιετικούς κράτους προς την Εκκλησία οφείλεται κυρίως σε λόγους πατριωτικούς και χάριν εθνικής άμυνας. Μετά την διάλυση της ΕΣΣΔ και το άνοιγμα των κρατικών αρχείων, νεώτερες ιστορικές μελέτες έριξαν νέο φως σ' αυτή την περίοδο της ιστορίας της Εκκλησίας. Κατά τους Ρώσους σύγχρονους ιστορικούς, η Ρωσική Εκκλησία μετά τον πόλεμο απλά ανέκτησε την κανονική δικαιοδοσία της σε εδάφη που της ανήκαν από αιώνες (Ουκρανία, Βαλτικές Χώρες, Αν. Πολωνία κ.ά.). Οι μη-Ρώσοι ιστορικοί εξετάζουν το θέμα ως διεθνές. Πιστεύουν δηλαδή ότι η συμφωνία του πατριάρχη με τον Στάλιν έγινε προς αμοιβαίο όφελος. Ο μεν πρώτος επέκτεινε τη δικαιοδοσία τους σε ενορίες και πιστούς στις προσαρτημένες χώρες στα δυτικά της Σοβ. Ένωσης, ο δε δεύτερος επέκτεινε επίσης την πολιτική επιρροή του.<ref>[https://books.google.gr/books?id=oEOLBQAAQBAJ&printsec=frontcover&hl=el&source=gbs_ge_summary_r&cad=0#v=onepage&q&f=false Daniela Kalkandjieva, The Russian Orthodox Church 1917-1948. From Decline to Resurrection. Routledge, 2015]</ref>
 
Στην εποχή του πολέμου και του Στάλιν χιλιάδες ναοί άνοιξαν εκ νέου στη Σοβιετική Ένωση, για να κλείσουν και πάλι χάριν της πολιτικής που ακολούθησαν ο [[Νικίτα Χρουστσόφ|Νικίτα Χρουτσώφ]] και ο [[Λεονίντ Μπρέζνιεφ]] στην περίοδο [[1953]]-[[1982]].[[Αρχείο:MoscowKremlin AssumptionCathedral1.jpg|245px|thumb|left|300px|Καθεδρικός Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Κρεμλίνο]]
[[Αρχείο:Christ the Savior Cathedral Moscow.jpg|thumb|left|Καθεδρικός Ναός του Σωτήρος Χριστού στη Μόσχα.]]
Μία εκ νέου αλλαγή της σοβιετικής πολιτικής συνέβη ενόψει της [[Γκλάστνοστ]] και την προσέγγιση των αξιωματούχων της εκκλησίας από τον [[Μιχαήλ Γκορμπατσώφ]]. Το 1988 συναντήθηκε με ηγέτες της ορθόδοξης εκκλησίας, προκειμένου να συζητηθεί ο ρόλος των θρησκειών στη ζωή των πιστών τους. Λίγο αργότερα ο επίσημος εορτασμός της χιλιετηρίδας της ρωσικής ορθοδοξίας υπέδειξε ότι ήταν πλέον αποδεκτή η ελεύθερη θρησκευτική έκφραση. Έκτοτε με διαρκείς νομοθετικές ρυθμίσεις την άνοιξη του 1990 ψηφίστηκε ένας νέος νόμος που αναγνώριζε εξαιρετικές θρησκευτικές ελευθερίες. Ο νόμος παρέμεινε εν ισχύ όταν η [[Ρωσία]] έγινε ανεξάρτητο [[Έθνος (κοινωνιολογία)|έθνος]] το επόμενο έτος. Ο κύριος εισηγητής του νόμου ωστόσο ο Γκλεμπ Γιάκουνιν αποσχηματίστηκε το 1994, λόγω επικρίσεών του προς την εκκλησιαστική ιεραρχία, κυρίως γιατί κατηγόρησε τον σημερινό προκαθήμενο για σχέσεις με την [[KGB]].