Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Ομέρ Βρυώνης»

μ
 
==Βιογραφία==
Αλβανός (Τόσκης) στρατιωτικός και διοικητής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, από το χωρίο Βριόνι (Vrion) κοντά στο [[Μπεράτι]]. Μεγάλωσε στην αυλή του [[Αλή Πασάς|Αλή Πασά]] στα [[Ιωάννινα]]. Ξεκίνησε την καριέρα του ως διοικητής των δυνάμεων του προκρίτου του [[Ελμπασάν]]. Συμμετείχε στην καταστολή της εξέγερσης του [[Οσμάν Πασβάνογλου}|Πασβάνογλου]], πασά του [[ΒιδίνιοΒίντιν|Βιδινίου]], το 1797, και αργότερα πήγε στην [[Αίγυπτος|Αίγυπτο]], όπου πολέμησε εναντίον του Ναπολέοντα Βοναπάρτη μεταξύ 1798 και 1801. Στη συνέχεια βοήθησε τον [[Μεχμέτ Αλή Πασάς|Μωχάμετ Άλη]] στις πολεμικές επιχειρήσεις κατά των [[Μαμελούκοι|Μαμελούκων]]. Γρήγορα απέκτησε φήμη ικανού στρατιωτικού και πλούτη. Επιστρέφοντας στα [[Ιωάννινα]], χρησιμοποιήθηκε από τον Αλή στους αγώνες του τελευταίου εναντίον των άλλων πασάδων και του [[Σουλτάνος|σουλτάνου]]. Αιχμαλώτησε τον Ιμπραήμ πασά Βλιόρα (της Αυλώνας) το 1810 και ενσωμάτωσε την επικράτειά του σε εκείνη του Αλή Πασά. Διετέλεσε θησαυροφύλακας (χασνατάρης) του Αλή μέχρι την εκδήλωση της αποστασίας του Αλή. Προβλέποντας την ήττα του Αλή, τον Σεπτέμβριο του 1820 τον πρόδωσε, προσχωρώντας στο σουλτανικό στρατόπεδο, και ανταμείφθηκε με το σαντζάκι της [[Αυλώνα|Αυλώνας]] τον Ιανουάριο του 1821.
 
Μετά την έκρηξη της [[Επανάσταση του 1821|Ελληνικής Επανάστασης]] πήρε εντολή να κατεβεί στην ανατολική [[Ελλάδα]], να καταπνίξει την επανάσταση της περιοχής και να συνεχίσει προς την [[Πελοπόννησος|Πελοπόννησο]]. Έφυγε από τα Ιωάννινα στις [[9 Απριλίου]] [[1821]] και προσπάθησε να [[Συνθηκολόγηση|συνθηκολογήσει]] με μερικούς οπλαρχηγούς, αλλά απέτυχε. Μετά απ' αυτό διέλυσε σε μάχη τα τμήματα του Δυοβουνιώτη και του Πανουργιά στη Χαλκομάτα, όπως και του [[Αθανάσιος Διάκος|Αθανασίου Διάκου]] στην [[Αλαμάνα]], τον οποίο, αφού αιχμαλώτισε, σούβλισε. Στη συνέχεια προχώρησε προς την [[Άμφισσα]], για να περάσει με πλοία στην Πελοπόννησο. Στο [[Μάχη στο Χάνι της Γραβιάς|Χάνι της Γραβιάς]] συνάντησε τρομερή αντίσταση από ένα μικρό τμήμα [[Έλληνες|Ελλήνων]] υπό την αρχηγία του [[Οδυσσέας Ανδρούτσος|Οδυσσέα Ανδρούτσου]], χάνοντας μεγάλο τμήμα του στρατού του. Δεδομένης της τακτικής ήττας και του μεγέθους των απωλειών στη μάχη αυτή φοβήθηκε πλέον να προχωρήσει στην [[Πελοπόννησος|Πελοπόννησο]], οπότε πέρασε στα ορεινά χωριά της [[Γκιώνα]]ς, στη [[Λιβαδειά]] και έπειτα στην [[Εύβοια]]. Στα [[Μάχη των Βρυσακίων|Βρυσάκια]] συνάντησε ισχυρή αντίσταση και υπέστη περαιτέρω σοβαρές απώλειες. Μετά βάδισε κατά της [[Αθήνα]]ς και στις 30 Ιουνίου διέλυσε την πολιορκία της [[πολιορκία των Αθηνών (1821)|Ακρόπολης]]. Μετά την πτώση του Αλή, τον Ιανουάριο του 1822, και έπειτα από ένθερμη σύσταση του Χουρσίτ Πασά, τα σαντζάκια των Ιωαννίνων, της [[Αυλώνα|Αυλώνας]] και του [[Δέλβινο|Δέλβινου]] ενώθηκαν υπό την διοίκηση του Ομέρ.
Το 1822 οι Τούρκοι με αρχηγούς τον [[Κιουταχής|Κιουταχή]] και τον Βρυώνη πολιόρκησαν το [[Μεσολόγγι]]. Μετά την αποτυχημένη απόπειρα κυρίευσης της πόλης, τη νύχτα των [[Χριστούγεννα|Χριστουγέννων]] του 1822, έλυσαν την πολιορκία κι αυτό προκάλεσε τη δυσμένεια του σουλτάνου. Οθωμανικές και βρετανικές πηγές αποδίδουν την ήττα στο Μεσολόγγι στις ραδιουργίες του Βρυώνη. Το 1824, σε νέα εκστρατεία, ακολούθησε παρελκυστική τακτική. Κατέβηκε πάλι στη Δυτική Στερεά, αρνούμενος να επιτεθεί στην Αθήνα, και μη υπακούντας στις διαταγές της Υψηλής Πύλης, ενώ δεν δίστασε να προκαλέσει την αποτυχία των άλλων Τούρκων αρχηγών, για να δικαιολογήσει τη δική του. Τέλος διέλυσε οριστικά το στρατόπεδό του και γύρισε στα [[Ιωάννινα]] και από εκεί στο [[Μπεράτι|Μπεράτι]]. Τον Δεκέμβριο του 1824 διορίστηκε διοικητής της [[Θεσσαλονίκη|Θεσσαλονίκης]], κυρίως για να παραμείνει απομακρυσμένος από την Αλβανία, ώστε να μη μηχανορραφεί. Αρχικά αντιστάθηκε στον διορισμό αυτό, αλλά καθώς δεν βρήκε υποστήριξη στην υπόθεσή του μεταξύ των Αλβανών, αναγκάστηκε να αναλάβει το αξιωμά του τον Φεβρουάριο του 1825.
 
Στα τέλη του 1827 ήταν φρούραρχος της Σόφιας, απ' όπου στάλθηκε στο [[Βίντιν|Βιδίνιο]] ως διοικητής της εμπροσθοφυλακής με αποστολή να αντιμετωπίσει τον ρωσικό στρατό. Στα τέλη της επόμενης χρονιάς (1828) στάλθηκε πρώτα στην [[Καλλίπολη]], και στη συνέχεια στην [[Κιουτάχεια]] όπου την ίδια χρονιά αποβίωσε.
 
***Σύμφωνα με τον ΚανέλοΚανέλλο Δεληγιάννη, μετά την αποτυχία της πρώτης πολιορκίας του Μεσολογγίου (Νοέμβριος, -Δεκέμβριος 1822) καταγγέλθηκε στον Σουλτάνοσουλτάνο από τον άλλον Πασσάπασά των πολιορκητών Τούρκων, Ρεσίτ Πασσά (Κιουταχή), ως υπαίτιος της αποτυχημένης πολιορκίας. Συνεπεία τούτου ο Σουλτάνοςσουλτάνος αρχικά τον εξόρισε στο Διδυμότειχο όπου και διέταξε τον αποκεφαλισμό του (ΚΑΝΕΛΟΥΚαννέλου ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΔεληγιάννη ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ''Απομνημονεύματα'', Έκδοση 1957, Επιμ. Εμμ. Πρωτοψάλητη, Τόμος 2ος, σελ. 91). Το σχόλιο είναι του Γεωργίου Ευστρατιάδη.
 
{{ιστορία-επέκταση}}
1.808

επεξεργασίες