Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων

καμία σύνοψη επεξεργασίας
(Διάσωση 1 πηγών και υποβολή 0 για αρχειοθέτηση.) #IABot (v2.0.8)
Χωρίς σύνοψη επεξεργασίας
Μετά την εισβολή της Γερμανίας στη Σοβιετική Ένωση (22 Ιουν. 1941) το ρωσικό πατριαρχείο ανέκτησε τη δικαιοδοσία του επί των ρωσικών ενοριών του εξωτερικού, για λόγους πολιτικούς. Η Μόσχα θέλησε να προβάλλει τον πατριάρχη Σέργιο (Στραγκορόντσκι) ως τον μόνο νόμιμο (κανονικό) ηγέτη της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας παγκοσμίως. Το "κονκορδάτο" (συμφωνία) του 1943 μεταξύ του Στάλιν και του [[Πατριάρχης Μόσχας Σέργιος|Πατριάρχη Σεργίου]] θεωρείται σταθμός στη μεταπολεμική επέκταση της παγκόσμιας δικαιοδοσίας της Ρωσικής Εκκλησίας. Ο πατριάρχης και οι υποστηρικτές του πρόβαλαν την εικόνα μιας πατριωτικής Εκκλησίας που υπεραμύνεται του αυτόχθονα λαού και μάχεται για εδαφική και κανονική ακεραιότητα. Μέσω αυτής της πολιτικής, το Ρωσικό Πατριαρχείο κέρδισε την αναγνώριση από την Εκκλησία της Αγγλίας και διάφορες οργανώσεις Ρώσων εμιγκρέδων, όπως και από τα πατριαρχεία Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιερουσαλήμ. Μετά τον θάνατο του [[Πατριάρχης Μόσχας Σέργιος|Σεργίου]] τον Μάιο του 1944, η πολιτική του συνεχίστηκε από τον πατριάρχη Αλέξιο (Σιμάνσκι). Ο τελευταίος προσπάθησε να θέσει υπό τη δικαιοδοσία του τις μεγάλες ρωσικές εκκλησίες των Παρισίων και της Βόρειας Αμερικής. Αν και αυτό δεν επιτεύχθηκε, πάντως διατήρησε καλές σχέσεις και επικοινωνία με αυτές και επέκτεινε την επιρροή του. Μετά τον Β' ΠΠ το καθεστώς του Στάλιν επιχείρησε να συγκαλέσει μια "Όγδοη Οικουμενική Σύνοδο", μια απόπειρα για ένα "Ορθόδοξο Βατικανό", ιδέα που όμως απέτυχε. Το 1948 έγινε εφικτή μια παν-ορθόδοξη σύνοδος των Εκκλησιών που ανήκαν στις λεγόμενες Λαϊκές Δημοκρατίες. Αυτή χρησιμοποιήθηκε για την ισχυροποίηση του πατριαρχείου και του σοβιετικού καθεστώτος στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης υπό κομμουνιστικό καθεστώς. Η παραδοσιακή ιστοριογραφία θεωρεί ότι η υποστήριξη του σοβιετικούς κράτους προς την Εκκλησία οφείλεται κυρίως σε λόγους πατριωτικούς και χάριν εθνικής άμυνας. Μετά την διάλυση της ΕΣΣΔ και το άνοιγμα των κρατικών αρχείων, νεώτερες ιστορικές μελέτες έριξαν νέο φως σ' αυτή την περίοδο της ιστορίας της Εκκλησίας. Κατά τους Ρώσους σύγχρονους ιστορικούς, η Ρωσική Εκκλησία μετά τον πόλεμο απλά ανέκτησε την κανονική δικαιοδοσία της σε εδάφη που της ανήκαν από αιώνες (Ουκρανία, Βαλτικές Χώρες, Αν. Πολωνία κ.ά.). Οι μη-Ρώσοι ιστορικοί εξετάζουν το θέμα ως διεθνές. Πιστεύουν δηλαδή ότι η συμφωνία του πατριάρχη με τον Στάλιν έγινε προς αμοιβαίο όφελος. Ο μεν πρώτος επέκτεινε τη δικαιοδοσία τους σε ενορίες και πιστούς στις προσαρτημένες χώρες στα δυτικά της Σοβ. Ένωσης, ο δε δεύτερος επέκτεινε επίσης την πολιτική επιρροή του.<ref>[https://books.google.gr/books?id=oEOLBQAAQBAJ&printsec=frontcover&hl=el&source=gbs_ge_summary_r&cad=0#v=onepage&q&f=false Daniela Kalkandjieva, The Russian Orthodox Church 1917-1948. From Decline to Resurrection. Routledge, 2015]</ref>
 
Στην εποχή του πολέμου και του Στάλιν χιλιάδες ναοί άνοιξαν εκ νέου στη Σοβιετική Ένωση, για να κλείσουν και πάλι χάριν της πολιτικής που ακολούθησαν ο [[Νικίτα Χρουστσόφ|Νικίτα Χρουτσώφ]] και ο [[Λεονίντ Μπρέζνιεφ]] στην περίοδο [[1953]]-[[1982]].[[Αρχείο:MoscowKremlin AssumptionCathedral1.jpg|245px|thumb|left|300px|Ο Καθεδρικός Ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο [[Κρεμλίνο της Μόσχας|Κρεμλίνο]]]]
Μία εκ νέου αλλαγή της σοβιετικής πολιτικής συνέβη ενόψει της [[Γκλάστνοστ]] και την προσέγγιση των αξιωματούχων της εκκλησίας από τον [[Μιχαήλ Γκορμπατσώφ]]. Το 1988 συναντήθηκε με ηγέτες της ορθόδοξης εκκλησίας, προκειμένου να συζητηθεί ο ρόλος των θρησκειών στη ζωή των πιστών τους. Λίγο αργότερα ο επίσημος εορτασμός της χιλιετηρίδας της ρωσικής ορθοδοξίας υπέδειξε ότι ήταν πλέον αποδεκτή η ελεύθερη θρησκευτική έκφραση. Έκτοτε με διαρκείς νομοθετικές ρυθμίσεις την άνοιξη του 1990 ψηφίστηκε ένας νέος νόμος που αναγνώριζε εξαιρετικές θρησκευτικές ελευθερίες. Ο νόμος παρέμεινε εν ισχύ όταν η [[Ρωσία]] έγινε ανεξάρτητο [[Έθνος (κοινωνιολογία)|έθνος]] το επόμενο έτος. Ο κύριος εισηγητής του νόμου ωστόσο ο Γκλεμπ Γιάκουνιν αποσχηματίστηκε το 1994, λόγω επικρίσεών του προς την εκκλησιαστική ιεραρχία, κυρίως γιατί κατηγόρησε τον σημερινό προκαθήμενο για σχέσεις με την [[KGB]].