Γενετική των πληθυσμών: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων

καμία σύνοψη επεξεργασίας
(→‎Πηγές: Μεταφορά σε "Σημειώσεις ιστορικού")
Χωρίς σύνοψη επεξεργασίας
 
Η πληθυσμιακή γενετική μπορεί να θεωρηθεί ως η λογική επέκταση των νόμων του Mendel πάνω σε πληθυσμούς. Οι βάσεις της τίθενται το 1908 όταν ο Βρετανός μαθηματικός Hardy και ο Γερμανός γιατρός Weinberg διατυπώνουν, ανεξάρτητα ο ένας απ' τον άλλον, την αρχή της σταθερότητας των γονοτυπικών συχνοτήτων σε μεγάλους [[παμμεικτικοί πληθυσμοί|παμμεικτικούς πληθυσμούς]]. Σημαντικοί σταθμοί στην ιστορία της πληθυσμιακής γενετικής υπήρξαν και οι εργασίες του Βρετανού [[R.A. Fisher]] (1908) και του Αμερικανού [[Sewall Wright|S. Wright]] (1921), οι οποίες αφορούν του μεν πρώτου στη μαθηματική διερεύνηση της ομοιότητας μεταξύ συγγενών, του δεύτερου στην επίδραση των [[συστήματα σύζευξης|συστημάτων σύζευξης]] στη γονοτυπική σύνθεση των πληθυσμών. Σημαντικές είναι επίσης κάποιες ποικίλου περιεχομένου εργασίες του Βρετανού [[J.B.S. Haldane]].
Ο Αμερικανός J.L. Lush κατάλαβε τη σημασία των παραπάνω εργασιών για τη βελτίωση των ζώων και στηριζόμενος σε αυτές, ανέπτυξε στη [[Δεκαετία 1930|δεκαετία του '301930]] μια γενική θεωρία για τη διερεύνηση της κληρονομικότητας των ποσοτικών χαρακτηριστικών των αγροτικών ζώων. Η θεωρία αυτή συμπληρώθηκε και τελειοποιήθηκε από άλλους ερευνητές (Robertson, Johansson, Loertcher, Lauprecht, Hazel, Dickerson, Henderson, κ.α.) και αποτελεί σήμερα το θεωρητικό υπόβαθρο της Βελτίωσης των ζώων.
 
== Στόχοι και μέθοδοι ==
 
Σύμφωνα με τον Lewontin (1974), ο θεωρητικός στόχος για την πληθυσμιακή γενετική βρίσκεται σε δύο επίπεδα: ένα "«[[γονότυπος|γονοτυπικό]]"» και ένα "«[[φαινότυπος|φαινοτυπικό]]"». Η πρόκληση για μια ολοκληρωμένη θεωρία πληθυσμιακής γενετικής, είναι να παράσχει ένα σύνολο νόμων, οι οποίοι θα μπορούν να δώσουν μια συσχέτιση μεταξύ της γονοτυπικής (''G''<sub>1</sub>) και της φαινοτυπικής (''P''<sub>1</sub>) τιμής ενός πληθυσμού, ενώ συμβαίνει [[γενετική επιλογή]] και άλλο ένα σύνολο νόμων το οποίο θα μας στέλνει από τη φαινοτυπική (''P''<sub>2</sub>) τιμή του πληθυσμού πίσω στοστον [[γονότυπος|γονότυπο]] ''G''<sub>2</sub> που τη δημιούργησε, οπότε και μέσω της [[Μεντελική κληρονομικότητα|Μενδελιανής γενετικής]] θα μπορούμε να προβλέψουμε την επόμενη γενιά γονοτύπων κ.ο.κ. για τις επόμενες γενιές.
 
Σε σχηματική απεικόνιση:
 
\stackrel{T_4}{\rightarrow} \; G_1' \; \rightarrow \cdots</math>
 
Το ''Τ''<sub>1</sub> συμβολίζει τους γενετικούς και επιγενετικούς νόμους, τους κανόνες της βιολογίας[[βιολογία]]ς και της εξέλιξης οι οποίοι μετατρέπουν έναν γονότυπο σε φαινότυπο. Το ''Τ''<sub>2</sub> αφορά στην [[μετάλλαξη]] λόγω [[φυσική επιλογή|φυσικής επιλογής]], το ''Τ''<sub>3</sub> αφορά τους κληρονομικούς κανόνες που προβλέπουν το [[γονότυπος|γονότυπο]] γνωρίζοντας το [[φαινότυπος|φαινότυπο]], ενώ το 'Τ''<sub>4</sub> είναι για την επίδραση των [[Μεντελική κληρονομικότητα|κανόνων του Mendel]]
 
Στην πράξη υπάρχουν δύο διακριτά τμήματα της εξελικτικής θεωρίας τα οποία συμβαδίζουν, η ''παραδοσιακή πληθυσμιακή γενετική'' που ασχολείται με τους [[γονότυπος|γονότυπους]] και η ''βιομετρική θεωρία'', η οποία χρησιμοποιείται στη [[γενετική βελτίωση|βελτίωση φυτών και ζώων]], ενώ αυτό που λείπει είναι η συσχέτιση μεταξύ [[γονότυπος|γονοτύπου]] και [[φαινότυπος|φαινοτύπου]].
 
Έτσι, στη [[γενετική βελτίωση]] των πληθυσμών χρησιμοποιούνται [[μαθηματικό πρότυπο|μαθηματικά πρότυπα]], τα οποία:
* εκφράζουν ποσοτικά και με "«απλοποιημένο"» τρόπο τις υποτιθέμενες σχέσεις μεταξύ γενετικών παραμέτρων,
* βρίσκουν ποιοι από τους παράγοντες που τις επηρεάζουν είναι οι πιο σημαντικοί και ως εκ τούτου
* επιτρέπουν , μέχρι έναέναν βαθμό, προβλέψεις για τη συμπεριφορά ενός συστήματος, οι οποίες στη συνέχεια δοκιμάζονται πειραματικά και είτε επαληθεύονται, είτε απορρίπτονται (Hartl, 1980).
 
Τα [[μαθηματικό πρότυπο|μαθηματικά πρότυπα]] που χρησιμοποιούνται στην πληθυσμιακή γενετική διακρίνονται σε ''στατικά'', ''δυναμικά'' και ''στατιστικά'':