Άνοιγμα κυρίου μενού

«ότι τό μέν εκείνου μέρος πάντ΄ αὐτῷ γέγονεν τά δεινότατα καί τα αίσχιστα· υμάς εξαπάτηκεν, αδοξεί [δικαίως απόλωλε] κρίνεται· καί ει γέ τι των προσηκόντων εγίγνετο, εν εισαγγελία πάλαι αν ήν νῦν δέ διά την υμετέραν ευήθειαν και πραότητ΄ ευθύνας δίδωσι καί ταύτας οπηνίκα βούλεται».

Η Εισαγγελία ήταν σοβαρότατη κατηγορία σύμφωνα με το Αττικό δίκαιο για ιδιωτικό ή δημόσιο αδίκημα (όπως η εσχάτη προδοσία),[1] που εισαγόταν πρώτα στη βουλή και, αν γινόταν δεκτή, παραπέμπονταν έπειτα στη Ηλιαία (το λαϊκό δικαστήριο) για να εκδικασθεί.

«Διότι εξαιτίας εκείνου συνέβησαν τα φοβερότερα και πιο επαίσχυντα πράγματα. Έχει εξαπατήσει εσάς, είναι ανυπόληπτος, του αξίζει θάνατος, δικάζεται και, αν γινόταν εκείνο που έπρεπε θα είχε από καιρό κατηγορηθεί για εσχάτη προδοσία. Τώρα όμως, χάρη στη δική σας αφέλεια και καλοκαγαθία, δίνει απλώς λογαριασμό για τις πράξεις του και αυτό όποτε θέλει. Υπάρχει κάποιος από εσάς, που έχει ακούσει τον Αισχίνη να λέει έστω μια λέξη εναντίον του Φιλίππου; Κανείς». [2]

ΘεματολογίαΕπεξεργασία

Η εισαγγελία ήταν νομική διαδικασία, που μπορούσε να κινήσει οποιοσδήποτε πολίτης ενώπιον της βουλής ή ενώπιον της εκκλησίας του δήμου, με την παρέμβαση των θεσμοθετών, για να προλάβει εγκληματική ενέργεια εναντίον της πόλης, όπως προδοσία, δωροδοκία από τον εχθρό, απόπειρα εναντίονη του πολιτεύματος, σύσταση μυστικής εταιρείας κ.λ.π. Επειδή το παραπάνω μέτρο καταργούσε τους συνηθισμένους τύπους παραπομπής και δεδομένου ότι ο κατήγορος δεν βαρυνόταν με πρόστιμο χιλίων δραχμών, σε περίπτωση που η καταγγελία ήταν αστήρικτη, παρατηρήθηκαν περιπτώσεις κατάχρησης της νομικής αυτής διαδικασίας. Ο νόμος του Τιμοκράτη σκοπό είχε να περιορίσει το χρονικό διάστημα φυλάκισης που προβλεπόταν από την εισαγγελία.[3]

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία