Άνοιγμα κυρίου μενού

Η Επαρχία Αμαρίου ήταν μία από τις τέσσερις επαρχίες του Νομού Ρεθύμνης της Κρήτης καταλαμβάνοντας το ΝΑ. τμήμα του. Καταργήθηκε το 1997, όταν τότε καταργήθηκε ο θεσμός των επαρχιών στην Ελλάδα, με το σχέδιο Καποδίστριας όπως τροποποιήθηκε αργότερα με το νεότερο σχέδιο Καλλικράτης.

Πίνακας περιεχομένων

ΓεωγραφίαΕπεξεργασία

Συνόρευε βόρεια με την επαρχία Ρεθύμνης κατά το ανατολικό μέρος της, βορειοανατολικά και ανατολικά με την Επαρχία Μυλοποτάμου και με την Επαρχία Πυργιωτίσσης του Νομού Ηρακλείου και νότια και δυτικά με την Επαρχία Αγίου Βασιλείου. Πρωτεύουσα της επαρχίας ήταν το Αμάριο εξ ου και η ονομασία της. Η συνολική έκτασή της ήταν 277 τ.χλμ. από τα οποία τα 237 κάλυπταν ορεινό έδαφος, 10 πεδινό και τα υπόλοιπα 30 ημιορεινό.
Γενικά η επαρχία καταλάμβανε την κοιλάδα που σχηματίζεται μεταξύ του Ψηλορείτη (ανατολικά) και των ορεινών υψωμάτοων του Κέδρου (δυτικά), ενώ στον ίδιο χώρο υψώνονται οι κορυφές Κατσονήσι και Σάμιτος. Ειδικότερα ο Σάμιτος χωρίζει τις δύο κοιλάδες του νομού που καλούνται η μεν βόρεια παρά το Αμάρι Ασωμαθιανός κάμπος και η νότια ο Σμιλιανός κάμπος. Την επαρχία διαρρέουν ο Σφακορύακας, ή Σφακορύακο που εκβάλει στο Κρητικό πέλαγος και ο Αμαριανός ποταμός που σχηματίζεται από τους παραποτάμους, (ρέματα), Σμιλιανός ή Καλαμαύκα και Λυγιώτης.

ΙστορίαΕπεξεργασία

Η Επαρχία Αμαρίου ιδρύθηκε το 1899 ως επαρχία της Κρητικής Πολιτείας. Όταν προσαρτήθηκε η Κρήτη στην Ελλάδα περιελάμβανε τις κοινότητες Αμαρίου, Αγ. Ιωάννη, Άνω Μέρους, Αποδούλου, Αποσετίου, Αποστόλων, Βιζαρίου, Βισταγής (ή Μπισταγής), Γερακαρίου, Καλογέρου, Κουρούτων, Μέρωνα, Μοναστηρακίου, Νιθαύρεως (Νίθαυρης), Παντανάσσης, Πλατανίων, Πλατάνου, Σμίλων και Φουρφουρά. Σήμερα πολλές από τις παραπάνω κοινότητες έχουν καταργηθεί και σχεδόν όλες τροποποιηθεί διοικητικά.

ΠληθυσμόςΕπεξεργασία

Ο πληθυσμός της επαρχίας Αμαρίου κατά το 1881 ήταν 7.890 κάτοικοι και το 1940 αριθμούσε 9.632 παρουσιάζοντας χαρακτηριστική αύξηση. Το 1951 ήταν 9.128, στη συνέχεια με την εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση κυρίως Δ. Γερμανία, ΗΠΑ και Αυστραλία, που παρατηρήθηκε επί κυβερνήσεων ΕΡΕ η περιοχή άρχισε να ερημώνεται. Έτσι στην απογραφή του 1971 ο πληθυσμός ήταν 6.579 κάτοικοι και στην απογραφή του 1981 ήταν 6.048.

Στην επαρχία δεν υφίστανται βιομηχανίες ή αξιόλογες βιοτεχνίες. Οι κάτοικοι ασχολούνται κυρίως με την γεωργία και την κτηνοτροφία μικρών κοπαδιάρικων ζώων. Κύριες καλλιέργειες αποτελούν αμπέλια, δημητριακά, ελιές, ζωοτροφές και διάφορα καρποφόρα δένδρα.

ΠηγέςΕπεξεργασία

  • "Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica" τομ.7ος, σελ.267.