Άνοιγμα κυρίου μενού

Ερρίκος Δ΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας

Αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από το 1084 μέχρι την παραίτησή του το 1105
(Ανακατεύθυνση από Ερρίκος Δ΄ της Γερμανίας)

Ο Ερρίκος Δ΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Γερμανικά : Heinrich IV, 11 Νοεμβρίου 1050 - 7 Αυγούστου 1106) ήταν Αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (1084 - 1105), Βασιλιάς της Γερμανίας (1054 - 1105), Βασιλιάς της Ιταλίας, Δούκας της Βουργουνδίας (1056 - 1105) και Δούκας της Βαυαρίας (1052 - 1054). Ο Ερρίκος Δ΄ ήταν γιος του αυτοκράτορα Ερρίκου Γ΄ μέλους του Οίκου των Σαλίων και της Αγνής του Πουατιέ.[2] Όταν πέθανε ο πατέρας του (5 Οκτωβρίου 1056) ο μικρός Ερρίκος τέθηκε υπό την κηδεμονία της μητέρας του, η Αγνή έκανε μεγάλες δωρεές στους Γερμανούς αριστοκράτες για να την στηρίξουν. Σε αντίθεση με τον σύζυγο της δεν μπορούσε να ελέγξει την παπική εκλογή, στην αντιβασιλεία η ιδέα "απελευθέρωσης της εκκλησίας" ενισχύθηκε έντονα. Ο αρχιεπίσκοπος Άννο Β΄ της Κολωνίας απήγαγε τον Απρίλιο του 1062 τον μικρό Ερρίκο και κυβέρνησε την Γερμανία μέχρι την ενηλικίωση του (1065).

Ερρίκος Δ΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας
Heinrich 4 g.jpg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Heinrich IV (Γερμανικά)
Γέννηση11  Νοεμβρίου 1050
Γκόσλαρ
Θάνατος7  Αυγούστου 1106
Λιέγη
Τόπος ταφήςΚαθεδρικός Ναός του Σπάιερ
Χώρα πολιτογράφησηςΑγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία
ΘρησκείαΧριστιανισμός
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταπολιτικός
Οικογένεια
ΣύζυγοςΜπέρθα της Σαβοΐας
Ευπραξία του Κιέβου
ΤέκναΑγνή του Βάιμπλινγκεν
Κορράδος Β´ της Ιταλίας
Ερρίκος Ε΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας
Conrad Salian, Duc de Basse-Lorraine[1]
ΓονείςΕρρίκος Γ΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και Αγνή του Πουατιέ
ΑδέλφιαΚορράδος Β΄ της Βαυαρίας
Αδελαΐδα Β΄
Ιουδήθ της Σουαβίας
Βεατρίκη Α΄
Ματθίλδη της Σουαβίας
ΣυγγενείςΑδελαΐδα της Σαβοΐας, δούκισσα της Σουαβίας (κουνιάδα)
ΟικογένειαΣαλική δυναστεία
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΑυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (1056–1105)
δούκας της Βαυαρίας
αυτοκράτορας
Θυρεός
Shield and Coat of Arms of the Holy Roman Emperor (c.1200-c.1300).svg
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Ερρίκος Δ΄ αποφάσισε να ανακτήσει τα εδάφη που έχασε όταν ήταν ανήλικος, έδωσε αξιώματα σε χαμηλόβαθμους υπαλλήλους και έφερε μεγάλη δυσαρέσκεια στην Σαξονία και την Θουριγγία. Συνέτριψε μία εξέγερση στην Σαξονία (1069) και την επανάσταση του Όθων του Νόρτχαϊμ (1071). Ο διορισμός κοινών σε ψηλά αξιώματα ενόχλησε τους αριστοκράτες που έφυγαν από την αυλή του. Διόρισε ο ίδιος επισκόπους και Αββάδες, οι κληρικοί καταδίκασαν την πρακτική αυτή σαν Σιμωνία, απαγορευμένη από την εκκλησία. Ο Πάπας Αλέξανδρος Β΄ κατηγόρησε τους συμβούλους του Ερρίκου για τις πράξεις τους και τους αφόρισε (1073). Οι συγκρούσεις του Ερρίκου με την Αγία Έδρα και τους δούκες τον εξασθένησαν σημαντικά, οι Σάξονες επαναστάτησαν ξανά το καλοκαίρι του 1074. Ο Ερρίκος εκμεταλλεύτηκε τον εμφύλιο ανάμεσα στους Σάξονες αριστοκράτες και τους χωρικούς, τον Οκτώβριο του 1075 τους υπέταξε. Ο Ερρίκος Δ΄ ενδιαφέρθηκε έντονα για την Ιταλία, ο Πάπας Γρηγόριος Ζ΄ ανησύχησε και τον απείλησε να τον αφορίσει για την Σιμωνία, ο αυτοκράτορας πέτυχε ωστόσο να πείσει τους επισκόπους να κηρύξουν την παπική εκλογή άκυρη (24 Ιανουαρίου 1076). Ο πάπας τον αφόρισε, ο Ερρίκος για να προστατευτεί από τους Σάξονες ευγενείς που ήθελαν να τον δικάσουν πήγε στην Ιταλία. Ο "Δρόμος στην Κανόσα" ήταν επιτυχής, ο Γρηγόριος Ζ΄ τον απήλλαξε τελικά τον Ιανουάριο του 1077. Οι αντίπαλοι ευγενείς στην Γερμανία αγνόησαν την παπική απαλλαγή, εξελέγη νέος διεκδικητής βασιλιάς ο Ροδόλφος του Ράινφελντεν (14 Μαρτίου 1077). Ο πάπας στάθηκε ουδέτερος στην σύγκρουση ανάμεσα στους δύο βασιλείς, ο Ερρίκος Δ΄ συνέχισε να διορίζει τους υψηλόβαθμους κληρικούς με αποτέλεσμα να τον αφορίσει ο πάπας ξανά (7 Μαρτίου 1080). Οι Γερμανοί επίσκοποι έμειναν πιστοί στον Ερρίκο Δ΄ εκλέγοντας νέο αντίπαπα τον Κλήμη Γ΄. Ο Ροδόλφος του Ράινφελντεν τραυματίστηκε θανάσιμα σε μάχη, ο διάδοχος του Χέρμαν του Ζαλμ διατήρησε μόνο την Σαξονία. Ο Ερρίκος Δ΄ ξεκίνησε μια σειρά από στρατιωτικές εκστρατείες στην Ιταλία (1081), ο Κλήμης Γ΄ τον έστεψε αυτοκράτορα στην Ρώμη (1 Απριλίου 1084).

Ο Χέρμαν του Ζαλμ πέθανε και η Σαξονία πέρασε στα χέρια του Ερρίκου με την υποστήριξη της αριστοκρατίας (1088), προχώρησε σε εκστρατεία στην Ματθίλδη της Κανόσα που ήταν σύμμαχος του πάπα (1089). Η Ματθίλδη έπεισε τον μεγαλύτερο γιο της Κορράδο να επιτεθεί στον Ερρίκο (1093), ο σύμμαχος της Γουέλφος Α΄ της Βαυαρίας εμπόδισε τον Ερρίκο να επιστρέψει στην Γερμανία μέχρι την εποχή που συμφιλιώθηκε μαζί του (1096). Μετά τον θάνατο του Κλήμη Γ΄ ο Ερρίκος Δ΄ δεν υποστήριξε νέους αντίπαπες αλλά ούτε έκλεισε ειρήνη με τον νέο πάπα Πασχάλη Β΄ που τον αφόρισε ξανά. Ο Ερρίκος Δ΄ ανακήρυξε αυτοκρατορική ειρήνη που κάλυπτε ολόκληρη την Γερμανία (1130), ο μικρότερος γιος του Ερρίκος Ε΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας τον ανάγκασε να παραιτηθεί με την βία (31 Δεκεμβρίου 1105). Οι προσπάθειες του να επιστρέψει στον θρόνο με την βοήθεια αριστοκρατίας από την Λοθαριγγία απέτυχαν, ο Ερρίκος Δ΄ πέθανε από ασθένεια χωρίς να αρθεί ο αφορισμός του από τον πάπα.

Πίνακας περιεχομένων

Πρώτα χρόνιαΕπεξεργασία

Διάδοχος του θρόνουΕπεξεργασία

 
Η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (10ος - 11ος αιώνας).

Ο Ερρίκος Δ΄ γεννήθηκε στα αγαπημένα ανάκτορα του πατέρα του στο Γκόσλαρ.[3] Ο Ερρίκος Γ΄ που είχε ήδη τρεις κόρες περίμενε με πάθος την γέννηση ενός γιου για να φέρει την ενότητα στο βασίλειο όπως τόνισε σε κήρυγμα του ο Χέρμαν Β΄ της Κολωνίας.[4][5] Ο μικρός Ερρίκος πήρε αρχικά το όνομα του παππού του Κορράδου, ο ηγούμενος Ούγος του Κλυνύ που είχε οριστεί από τον αυτοκράτορα Νονός πρότεινε στον Ερρίκο Γ΄ να του δώσει το δικό του όνομα.[6] Τα Χριστούγεννα του 1050 ο Ερρίκος Γ΄ όρισε τον μικρό του γιο διάδοχο, κάλεσε τους ευγενείς να δώσουν όρκους "πίστης και υποταγής" στον Ερρίκο.[7][8] Ο αρχιεπίσκοπος Χέρμαν βάπτισε τον μικρό Ερρίκο το Πάσχα του 1051 στην Κολωνία.[9] Ο αυτοκράτορας συγκάλεσε Συμβούλιο τον Νοέμβριο του 1051 για να εξασφαλίσει την διαδοχή.[10] Οι Γερμανοί πρίγκιπας συμφώνησαν στην στέψη του μικρού Ερρίκου σαν βασιλιά υπό την προϋπόθεση ότι θα είχε μια "δίκαιη βασιλεία" όσο ζούσε ο πατέρας του.[11] Ο Ρόμπινσον γράφει ότι οι ευγενείς προσπάθησαν να πείσουν τον αυτοκράτορα να αλλάξει την διακυβέρνηση του και να δώσει περισσότερες εξουσίες στον γιο του, τα Χριστούγεννα του 1052 διορίστηκε Δούκας της Βαυαρίας.[12][13]

Ο αρχιεπίσκοπος Χέρμαν Β΄ έστεψε τον Ερρίκο βασιλιά στο Άαχεν (17 Ιουλίου 1054).[14] Ο δίχρονος μικρότερος αδελφός του Ερρίκου Κορράδος Β΄ της Βαυαρίας στέφτηκε από τον πατέρα τους κυβερνήτης στην Βαυαρία, όταν πέθανε (1055) ο Ερρίκος Γ΄ την έδωσε στην σύζυγο του Αγνή.[15] Στα τέλη του 1055 ο αυτοκράτορας αρραβώνιασε τον μικρότερο γιο του Ερρίκο με την Μπέρτα της Σαβοΐας.[16][17] Οι γονείς της Όθων της Σαβοΐας και Αδελαΐδα της Σούζα είχαν υπό τον έλεγχο τους την βόρεια Ιταλία και ο αυτοκράτορας ήθελε να εξασφαλίσει συμμαχία απέναντι στον επαναστάτη Δούκα της Λωρραίνης Γοδεφρείδο τον Γενειοφόρο.[18] Ο Ερρίκος Γ΄ αρρώστησε βαριά στα τέλη Σεπτεμβρίου 1056 και κάλεσε τον πάπα Βίκτωρ Β΄ που βρισκόταν στην Γερμανία να προστατεύσει τον γιο του.[19][20] Ο Ερρίκος Γ΄ πέθανε λίγο αργότερα (5 Οκτωβρίου 1056).[21]

Άνοδος σε βρεφική ηλικίαΕπεξεργασία

 
Οι γονείς του Ερρίκου Δ΄, Ερρίκος Γ΄ και Αγνή.

Ο Ερρίκος Δ΄ διαδέχθηκε τον πατέρα του μόλις 6 ετών χωρίς σοβαρή αντίσταση.[22][23] Ο πάπας Βίκτωρ έπεισε τους Γερμανούς αριστοκράτες να ορκιστούν πίστη στον νέο βασιλιά που ενθρονίστηκε στο Άαχεν.[24][25] Τους υπενθύμισε επιπλέον να δείξουν την πίστη στην μητέρα του Αγνή σε περίπτωση που ο γιος της πεθάνει πριν από αυτήν μέχρι τον ορισμό του διαδόχου.[26][27] Η Αγνή που ήταν έτοιμη να αποσυρθεί σε μοναστήρι παρέμεινε για να ασχοληθεί με την κηδεμονία και την εκπαίδευση του γιου της.[28][29] Έκανε μεγάλες δωρεές σε αριστοκράτες και για να συμφιλιωθεί μαζί τους, συμφιλιώθηκε και με τους παλιούς εχθρούς του συζύγου της όπως ο Γοδεφρείδος ο Γενειοφόρος και ο Κορράδος Γ΄ της Καρινθίας που διορίστηκε Δούκας της Καρινθίας.[30][31] Όταν ο πάπας έφυγε από την Γερμανία η Αγνή ανέλαβε αποκλειστικά την κηδεμονία του γιου της (1057), αδιαφόρησε για το Βασίλειο της Αρλ και την Ιταλία.[32][33] Η μεγάλη της ευσέβεια την απέτρεψε από τις παρεμβάσεις της στην εκλογή επισκόπων και έχασε τον έλεγχο στην παπική εκλογή.[34][35] Ο Ερρίκος Δ΄ κληρονόμησε από τον πατέρα του τον τίτλο του Πατρικίου και το δικαίωμα να παρέχει την πρώτη ψήφο στην παπική εκλογή, η "ελευθερία της εκκλησίας" διατηρήθηκε και ενισχύθηκε όσο ήταν ανήλικος.[36]

Ο διάδοχος του Βίκτωρ Πάπας Στέφανος Θ΄, αδελφός του Γοδεφρείδου του Γενειοφόρου εξελέγη τον Αύγουστο του 1057 χωρίς βασιλική παρέμβαση, οι μεταρρυθμιστές ήθελαν να αποτρέψουν τους αντιπάλους τους να ορίσουν δικό τους διάδοχο.[37] Όταν έφτασε στην ενηλικίωση ευγενείς που φοβήθηκαν την εξουσία του αποφάσισαν να τον ανατρέψουν, αρχηγός των συνωμοτών ο Όθων του Νόρντμαρκ που επέστρεψε από την εξορία. Οι συγγενείς του αυτοκράτορα Μπρούνο Β΄ και Εγβέρτος Α΄ του Μπρουνσβικ επιτέθηκαν στους συνωμότες, ο Μπρούνο θανάτωσε τον Όθωνα αλλά τραυματίστηκε και ο ίδιος θανάσιμα.[38] Η Αγνή διόρισε έναν πλούσιο αριστοκράτη τον Ροδόλφο του Ράινφελντεν δούκα της Σουηβίας, του έδωσε επίσης τα απέραντα εδάφη της Βουργουνδίας για να φέρει την ειρήνη στους ευγενείς.[39][40][41] Ο Γοδεφρείδος ο Γενειοφόρος ανέλαβε το Σπολέτο και το Φέρμο στα Παπικά Κράτη.[42] Την ίδια εποχή πολλές φήμες διαδόθηκαν στην Ιταλία ότι ο Γοδεφρείδος είχε στόχο να πάρει το αυτοκρατορικό στέμμα με την βοήθεια του πάπα Στεφάνου Θ΄ αλλά ο πάπας πέθανε αιφνίδια (25 Μαρτίου 1058).[43] Οι Ρωμαίοι αριστοκράτες όρισαν νέο πάπα τον καρδινάλιο του Βελέτρι ως Αντίπαπας Βενέδικτος Ι΄, οι μεταρρυθμιστές κληρικοί όρισαν αντίθετα τον επίσκοπο Γεράρδο της Φλωρεντίας ως Πάπας Νικόλαος Β΄.[44][45] Έστειλαν απεσταλμένους στην Γερμανία και ο Ερρίκος Δ΄ συμφώνησε στο Άουγκσμπουργκ να οριστεί νέος πάπας ο Γεράρδος (7 Ιουνίου 1058).[46]

Επέμβαση στον Ουγγρικό εμφύλιοΕπεξεργασία

Ο Ανδρέας Α΄ της Ουγγαρίας έστειλε τον Σεπτέμβριο του 1058 απεσταλμένους από την Ουγγαρία.[47] Ο Ερρίκος Γ΄ είχε επιχειρήσει δύο εκστρατείες στην Ουγγαρία για να εξασφαλίσει όρκους πίστης από τον Ανδρέα αλλά απέτυχε.[48] Ο Ανδρέας ήθελε αυτή την φορά να εξασφαλίσει την διαδοχή στον 5χρονο γιο του Σολομών της Ουγγαρίας και να την ακυρώσει από τον αδελφό του Μπέλα Α΄ της Ουγγαρίας.[49] Οι Ούγγροι απεσταλμένοι και οι αντιπρόσωποι του Ερρίκου έκλεισαν συνθήκη, η 11χρονη κόρη του Ερρίκου Ιουδήθ αρραβωνιάστηκε τον Σολομών.[50][51] Οι μεταρρυθμιστές όρισαν νέο πάπα στην Φλωρεντία τον Γεράρδο ως Νικόλαο Β΄.[52][53] Ο σύμβουλος του, ο μοναχός Χίλντεμπραντ ανέλαβε να ενισχύσει την εξουσία των παπών.[54][55] Ο πάπας συγκάλεσε Σύνοδο προκειμένου να καθορίσει τα δικαιώματα των καρδιναλίων στην παπική εκλογή.[56][57] Με την φράση "σήμερα βασιλιάς και με την βοήθεια του Θεού αυτοκράτορας" επιβεβαίωσε τα δικαιώματα του αυτοκράτορα στην παπική εκλογή αλλά χωρίς να τα καθορίζει.[58][59] Ένα άλλο διάταγμα καθόριζε την λαϊκή συμβολή στην εκλογή των κατώτερων κληρικών επειδή οι μονάρχες συνέχιζαν να διορίζουν επισκόπους χωρίς παπική παρέμβαση.[60][61] Ο Καρδινάλιος Χυμπέρτ Όφα Σίλβα Καντίτα έθεσε το ζήτημα αν μπορούν οι μονάρχες να παραχωρούν στους κληρικούς επισκοπές και αβαεία.[62][63][64]

Ο Ανδρέας Α΄ της Ουγγαρίας αντιμετώπισε την επανάσταση του αδελφού του (1060), η Αγνή έστειλε τρεις στρατούς στην Ουγγαρία για να πολεμήσουν τον Μπέλα και τους Πολωνούς συμμάχους του αλλά δεν συντονίστηκαν.[65] Ο Μπέλα νίκησε τον αδελφό του που θανατώθηκε από τα τραύματα του και στέφτηκε βασιλιάς, η οικογένεια του Ανδρέα δραπέτευσε στην Γερμανία.[66][67] Μετά την νίκη του Μπέλα η Αγνή έδωσε εντολή να ενισχυθούν τα Γερμανικά δουκάτα στα σύνορα με την Ουγγαρία.[68] Η Βαυαρία παραχωρήθηκε σε έναν πλούσιο άρχοντα τον Όθων του Νόρτχαϊμ, στις αρχές του 1061 ο Κορράδος της Καρινθίας αντικαταστάθηκε με τον Μπέρτολτ Β΄ της Καρινθίας.[69]

Παπικό σχίσμαΕπεξεργασία

 
Ο Ερρίκος Δ΄ πηδάει από το πλοίο του αρχιεπισκόπου Άννο Β΄ της Κολωνίας στο Κάιζερσβερθ (1062).

Οι σχέσεις ανάμεσα στον πάπα Νικόλαο και τους Γερμανούς ιερείς ήταν τεταμένες για άγνωστους λόγους (1061), μια Γερμανική σύνοδος κατηγόρησε τον πάπα και αρνήθηκε τις αποφάσεις του.[70][71][72] Ο πάπας Νικόλαος Β΄ πέθανε (20 Ιουλίου 1061), οι Ρωμαίοι αριστοκράτες έστειλαν επιστολή στον Ερρίκο και του ζήτησαν να εκλέξει κάποιον άλλον πάπα (30 Σεπτεμβρίου 1061).[73] Ο Χίλντεμπραντ και οι μεταρρυθμιστές ιερείς εξέλεξαν τον Άνσελμο Α΄, επίσκοπο της Λούκκα με το όνομα Πάπας Αλέξανδρος Β΄ χωρίς την έγκριση του Ερρίκου Δ΄.[74][75][76][77] Ο βασιλιάς συγκάλεσε τους Ιταλούς επισκόπους σε Σύνοδο στην Βασιλεία για να συζητήσει την κατάσταση, παρέστη και ο ίδιος φορώντας το σύμβολο του Πατρικίου των Ρωμαίων.[78][79] Η Σύνοδος εξέλεξε νέο αντίπαπα τον επίσκοπο της Πάρμας με το όνομα Αντίπαπας Ονώριος Β΄ (28 Οκτωβρίου 1061).[80] Το Σχίσμα ανάμεσα στους δυο πάπες έφερε εμφύλια σύγκρουση στους Γερμανούς κληρικούς.[81] Ο αρχιεπίσκοπος Αδαλβέρτος της Βρέμης ήταν ο φανατικότερος οπαδός του Ονώριου και ο αρχιεπίσκοπος Άννο Β΄ της Κολωνίας ήταν αντίστοιχα του Αλεξάνδρου.[82] Η μητέρα του αυτοκράτορα Αγνή υποστήριζε τον Ονώριο και οι οπαδοί της αφορίστηκαν από τον Αλέξανδρο.[83] Η εύνοια που έδειξε στον Ερρίκο Β΄ του Άουγκσμπουργκ έφεραν δυσαρέσκεια στον Γερμανικό κλήρο απέναντι της, ο αρχιεπίσκοπος Άννο, ο Εγβέρτος του Μπρούνσβικ και ο Όθων του Νόρτχαϊμ της αφαίρεσαν την αντιβασιλεία.[84][85][86] Ο αρχιεπίσκοπος Άννο εξόπλισε τον Απρίλιο 1062 ένα πλοίο, εξέπλευσε βόρεια στον Ρήνο και έφτασε στα βασιλικά ανάκτορα του Κάιζερσβερθ.[87][88] Ο Ερρίκος Δ΄ γοητεύτηκε, έπεσε στην παγίδα και μπήκε στο πλοίο.[89] Ο βασιλιάς αναγνώρισε την πλάνη και πήδηξε στο ποτάμι για να γλυτώσει και παρά λίγο να πνιγεί, μόλις τον έσωσε ο Εγβέρτος του Μπρούνσβικ.[90][91]

Αποκατάσταση του Σολομών στην ΟυγγαρίαΕπεξεργασία

Το "Κίνημα του Κάιζερσβερθ" έριξε σημαντικά το κύρος της Αγνής που αποσύρθηκε στα εδάφη της.[92][93] Ο Άννο την αντικατέστησε στην αντιβασιλεία, στον τίτλο του Μάγιστρου και την εκπαίδευση του Ερρίκου, διόρισε τους ευγενείς και τους φίλους του σε ψηλές θέσεις.[94][95] Πίεσε τον Ερρίκο Δ΄ να παραχωρήσει το ένα δέκατο από τα αυτοκρατορικά έσοδα στον ίδιο και στους διαδόχους του στην Βρέμη, υποσχέθηκε επίσης να τερματίσει το σχίσμα.[96][97]. Η Σύνοδος των Γερμανών επισκόπων διόρισε τον ανεψιό του Μπέρχαρντ Β΄, επίσκοπο του Χάλμπερσταντ με εντολή να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με τον πάπα Αλέξανδρο Β΄.[98] Ο γνωστός μοναχός Πίτερ Ντέμιαν (1007-1072) υπερασπίστηκε έντονα την εκλογή του Αλεξάνδρου Β΄ στην θέση του πάπα.[99] Ο Ντέμιαν παρουσίασε "το κληρονομικό δικαίωμα του βασιλιά να έχει συμμετοχή στην παπική εκλογή" το οποίο θα μπορούσε να το χάσει.[100] Το κύρος του αυτοκράτορα ύστερα από αυτές τις εξελίξεις μειώθηκε σημαντικά.[101]

Ο Μπέλα Α΄ ήθελε να κλείσει ειρήνη με τον Ερρίκο επειδή ήθελε να προστατεύσει τον θρόνο του από τον ανεψιό του Σολομών που βρισκόταν στην Γερμανία.[102] Ο Ερρίκος Δ΄ αντίθετα ήθελε σε κάθε περίπτωση να αποκαταστήσει τον Σολομών στον Ουγγρικό θρόνο, τον Αύγουστο του 1063 επιτέθηκε με τα Γερμανικά στρατεύματα στην Ουγγαρία και νίκησε στην πρώτη εκστρατεία.[103][104] Ο Μπέλα Α΄ πέθανε αιφνίδια και ο Γερμανικός στρατός εισήλθε στο Σεκεσφεχερβάρ.[105] Ο Σολομών αποκαταστάθηκε στον Ουγγρικό θρόνο και ο Ερρίκος Δ΄ πριν επιστρέψει στην Γερμανία παρέστη στον αρραβώνα του με την Ιουδήθ.[106][107] Ο Αδαλβέρτος της Βρέμης συνόδευσε τον αυτοκράτορα στην Γερμανία και έγινε από τους πιο πιστούς οπαδούς του, εμφανίστηκε "προστάτης του" στα βασιλικά διατάγματα με θέση ισάξια με αυτή του Άννο.[108] Ο Άννο πήγε τον Μάιο του 1064 στην Μάντοβα για να παραστεί σε Σύνοδο, αναγνώρισε τον Αλέξανδρο Β΄ σαν πάπα και προσκάλεσε τον αυτοκράτορα στην Ρώμη.[109][110] Ο Αδαλβέρτος εκμεταλλεύτηκε την απουσία του Άννο για να ενισχύσει την εξουσία του και την επίδραση του στον Ερρίκο.[111]

Αδαλβέρτος της ΒρέμηςΕπεξεργασία

Όπως περιγράφει ένας Σάξονας ιστορικός ο Λάμπερτ του Χέρσφελντ ο Ερρίκος Δ΄ ήρθε με ένα σπαθί στην Βορμς, επιτέθηκε στον αρχιεπίσκοπο Άννο της Κολωνίας αλλά τον εμπόδισε η μητέρα του να του κάνει κακό.[112][113] Η αναφορά του Άννο ίσως να μην είναι αξιόπιστη, το βέβαιο είναι ότι ο Άννο εκδιώχτηκε από την βασιλική αυλή.[114] Ο Ερρίκος Δ΄ δέχτηκε πρόσκληση από το πάπα Αλέξανδρο Β΄ να επισκεφτεί την Ρώμη, η Αγνή έφυγε για την Ιταλία δύο μήνες αργότερα.[115][116] Όταν έφυγε η μητέρα του βασιλιά ολόκληρη την εξουσία ανέλαβε ο Αδαλβέρτος της Βρέμης.[117] Το ταξίδι του βασιλιά στην Ρώμη αναβλήθηκε στην αρχή για το φθινόπωρο και στην συνέχεια μόνιμα, ο πάπας τον χρειαζόταν για να τον βοηθήσει να αντιμετωπίσει τους εχθρούς του.[118][119] Ο Ερρίκος Δ΄ προτίμησε να πάει στην Βουργουνδία για να του δηλώσουν οι ευγενείς υποταγή, η άφιξη του στην Βουργουνδία θεωρείται σαν η αρχή για την βασιλεία του στην περιοχή. Αργότερα μετέβη στη Λωρραίνη, αποκατέστησε τον Γοδεφρείδο τον Γενειοφόρο τον Οκτώβριο στην Κάτω Λωρραίνη.[120][121]

Ο Αδαλβέρτος της Βρέμης σε συμφωνία με τον φίλο του βασιλιά Βέρνερ έκανε κατάσχεση της βασιλικής περιουσίας για να κερδίσουν βασιλικά δώρα, τα έδωσαν στους δυσαρεστημένους ιερείς και κληρικούς.[122] Με πλεονέκτημα την επίδραση του στον βασιλιά ο Αδαλβέρτος αντιμετώπισε επιτυχώς τους αντιπάλους του.[123] Οι προσπάθειες του να καταλάβει με την βία το Αββαείο του Λορς προκάλεσε αντιδράσεις (1065), οι αρχιεπίσκοποι Ζίγκφριντ του Μάιντζ και Άννο της Κολωνίας προχώρησαν σε εξέγερση.[124] Ο Όθων του Νόρτχαϊμ, ο Ροδόλφος του Ράινφενλντεν και ο Μπέρτολτ Β΄ της Καρινθίας ενώθηκαν και έπεισαν τον Ερρίκο Δ΄ να απολύσει τον Αδαλβέρτο (13 Ιανουαρίου 1066).[125][126] Ο Άννο κέρδισε ξανά την εμπιστοσύνη του Ερρίκου αλλά οι βασιλικοί σύμβουλοι δεν μπορούσαν να έχουν πλέον τον έλεγχο στην κρατική διοίκηση.[127] Ο Ερρίκος Δ΄ αρρώστησε βαριά τον Μάιο του 1066, κινδύνευσε να πεθάνει και οι αριστοκράτες ξεκίνησαν την αναζήτηση του διαδόχου, σε έναν μήνα ωστόσο ανέκαμψε και παντρεύτηκε την αρραβωνιαστικιά του Μπέρθα.[128][129] Στα τέλη του χρόνου ο Ριχάρδος Α΄ του Κάπουα επιτέθηκε στα Παπικά Κράτη, η μητέρα του Αγνή επέστρεψε από την Ρώμη και του ζήτησε να έρθει να βοηθήσει τον πάπα.[130] O Ερρίκος Δ΄ συγκέντρωσε τον στρατό του αλλά τον διάλυσε όταν ο Γοδεφρείδος ο Γενειοφόρος προχώρησε σε αντεπίθεση εναντίον του Ριχάρδου Α΄.[131][132] Η Σλαβική φυλή των Λουτίκων διέσχισε τον Έλβα και επιτέθηκε στο Αμβούργο, στις αρχές του 1069 ο βασιλιάς προχώρησε σε αντεπίθεση και τους νίκησε.[133][134]

ΣαξονίαΕπεξεργασία

Πρώτες επιχειρήσεις στην ΣαξονίαΕπεξεργασία

Μεγάλα τμήματα της περιουσίας του Ερρίκου ιδιαίτερα στην Σαξονία είχαν κατασχεθεί την περίοδο που ο βασιλιάς ήταν ανήλικος, ο Ερρίκος Δ΄ αποφάσισε να τα ανακτήσει (1069).[135] Ο Ερρίκος έστειλε τους Σουηβούς υπουργούς στο δουκάτο για να ελέγξουν τα νομικά δικαιώματα, ο διορισμός ξένων υπαλλήλων εξόργισε τους Σάξονες επειδή η πράξη παραβίαζε την Πολιτική Δικονομία.[136][137] Ο Ερρίκος οικοδόμησε νέα κάστρα στην Σαξονία και τα παρέδωσε σε Σουηβούς στρατιώτες, ασχολήθηκε με την Σαξονία περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο μέρος στην Γερμανία όπως ο πατέρας του.[138][139][140] Οι Θουρίγγιοι εξοργίστηκαν επειδή ο βασιλιάς παραχώρησε στον αρχιεπίσκοπο Ζίγκφριντ του Μάιντζ το δικαίωμα να τους πάρει τα δέκατα.[141] Ο μαργράβος της Κάτω Λουσατίας Ντέντι Α΄ του Σαξονικού Όστμαρκ ήταν ο πρώτος Σάξονας ευγενής που επαναστάτησε.[142] Διεκδίκησε τα δώρα του πρώην συζύγου της συζύγου του Όθων Α΄ του Μέισσεν αλλά ο Ερρίκος του το αρνήθηκε (1069).[143][144]. Ο Ντέντι πήγε να βοηθήσει τους Θουρίγγιους αλλά οπισθοχώρησε όταν ο βασιλιάς τον απείλησε να τον εξαιρέσει από τα δώρα τους, ο Ερρίκος Δ΄ του επιτέθηκε και τον ανάγκασε να παραδοθεί.[145]

Ο Όθων του Νόρτχαϊμ είχε μεγάλες εκτάσεις στην Σαξονία.[146] Ένας ευγενής ο Έγκενο τον κατηγόρησε για συνωμοσία ενάντια στην ζωή του Ερρίκου, ο Όθων κλήθηκε τον Αύγουστο του 1070 να απαντήσει στις κατηγορίες. Ο Μπρούνο της Σαξονίας ένας ιστορικός της εποχής έγραψε ότι τον Έγκενο δωροδόκησε ο ίδιος ο βασιλιάς, η αναφορά θεωρείται αναξιόπιστη.[147] Με τον φόβο της καταδίκης ο Όθων δραπέτευσε στην Θουριγγία, έγινε κατάσχεση της περιουσίας του.[148][149][150] Ο Ερρίκος Δ΄ επιτέθηκε στα εδάφη του Όθωνα στην Σαξονία και ο Όθων απάντησε με επίθεση στα βασιλικά εδάφη στην Θουριγγία.[151] Ο Όρντουλφ της Σαξονίας και οι περισσότεροι Σάξονες αριστοκράτες παρέμειναν πιστοί στον Ερρίκο αλλά ο γιος του Όρντουλφ Μάγκνους της Σαξονίας συμμάχησε με τον Όθων.[152] Τα Χριστούγεννα του 1070 ο βασιλιάς παραχώρησε την Βαυαρία στον Γουέλφο Α΄.[153][154] Ο Όθων του Νόρτχαϊμ και ο Μάγκνους της Σαξονίας χωρίς υποστήριξη παραδόθηκαν στον Ερρίκο Δ΄, τοποθετήθηκαν στην συνοδεία των Γερμανών πριγκίπων (12 Ιουνίου 1071).[155]

Επεμβάσεις στις επισκοπέςΕπεξεργασία

Ο Ερρίκος Δ΄ μετά τον θάνατο του Αδαλβέρτου της Βρέμης (1072) έκανε κατάσχεση της περιουσίας του, ήταν ο πρώτος μονάρχης που προχώρησε σε τέτοια ενέργεια.[156] Οι διορισμοί των ανώτατων κληρικών ήταν θέμα προτεραιότητας για την εξουσία του Ερρίκου αλλά οι μεταρρυθμιστές κληρικοί τον κατηγόρησαν για Σιμωνία.[157] Όταν ο Ερρίκος τοποθέτησε έναν Μιλανέζο ευγενή τον Γκότιφρεντ στην αρχιεπισκοπή του Μιλάνου ο πάπας Αλέξανδρος Β΄ αφόρισε τον Γκότιφρεντ, ο Ερρίκος Δ΄ επέμεινε στην τοποθέτηση του και αυτό τον έφερε σε σύγκρουση με την Αγία Έδρα.[158][159][160] Η επισκοπή της Κωνσταντίας στάθηκε άλλο ένα πεδίο συγκρούσεων, οι κληρικοί έκαναν αίτημα προστασίας στον πάπα να εμποδίσει τον Ερρίκο να τοποθετήσει αρχιεπίσκοπο τον εκλεκτό του Κάρολο του Βραδεμβούργου (1070).[161] Ο Ερρίκος Δ΄ αρνήθηκε ότι δωροδοκήθηκε από τον Κάρολο αλλά αναγνώρισε δημόσια ότι κάποιοι σύμβουλοι του ίσως να πήραν χρήματα.[162] Ο Κάρολος δεν είχε άλλη επιλογή από την παραίτηση για να μην κατηγορηθεί για Σιμωνία.[163] Οι μοναχοί στο αβαείο του Ράιχεναου έκαναν επίσης αίτημα προστασίας στον πάπα από την επιλογή του Ερρίκου.[164] Ο Αλέξανδρος Β΄ κάλεσε στην Ρώμη όλους τους Γερμανούς επισκόπους που είχαν κατηγορηθεί για Σιμωνία να εξετάσει την περίπτωση τους.[165]

Άνοδος Γρηγορίου Ζ΄Επεξεργασία

 
Ο Ερρίκος Δ΄ και η πρώτη σύζυγος του Μπέρτα της Σαβοΐας.

Ο Ερρίκος Δ΄ απελευθέρωσε τον Μάιο του 1072 τον Όθων του Νόρτχαϊμ αλλά ο Μάγκνους της Σαξονίας παρέμεινε φυλακισμένος.[166][167] Ο διορισμός ταπεινών ανδρών σε ψηλά αξιώματα εξόργισε την Γερμανική αριστοκρατία.[168] Ο Ροδόλφος του Ράινφελντεν και ο Μπέρτολτ Β΄ της Καρινθίας έφυγαν από την βασιλική αυλή, αυτό δημιούργησε πολλές φήμες για αριστοκρατική συνωμοσία.[169] Ο Ροδόλφος κάλεσε την Αγνή του Πουατού και της ζήτησε να τον συμφιλιώσει με τον γιο της.[170] Η Αγνή επέστρεψε στην Γερμανία και πέτυχε την συμφιλίωση αλλά αποδείχτηκε προσωρινή, ο Ερρίκος διατήρησε τους συμβούλους του.[171] Ο Ροδόλφος και ο Μπέρτολτ αποσύρθηκαν στα δουκάτα τους και ο Γουέλφος Α΄ της Βαυαρίας εγκατέλειψε την βασιλική αυλή.[172] Η βασιλομήτωρ αναγνώρισε τους κακούς διορισμούς του Ερρίκου και τον Φεβρουάριο του 1073 πίεσε τον πάπα να αφορίσει τους πέντε.[173][174] Ο βασιλιάς δεν διέκοψε τους δεσμούς με τους αφορισμένους συμβούλους του.[175]

Ο πάπας Αλέξανδρος πέθανε και τον διαδέχθηκε ο Χίλντεμπραντ ως Πάπας Γρηγόριος Ζ΄ (22 Απριλίου 1073).[176][177] Δεν ζήτησε την επικύρωση από τον Ερρίκο αν και η εκλογή του δεν έγινε σύμφωνα με το διάταγμα που είχε εκδώσει για τις παπικές εκλογές.[178][179] Δεν αμφισβήτησε τον ίδιο τον Ερρίκο αλλά δήλωσε ότι ένας μονάρχης που έχει αφορισμένους συμβούλους δεν έχει δικαίωμα να επεμβαίνει στις εκκλησιαστικές υποθέσεις.[180][181] Ο επίσκοπος Γρηγόριος του Βερτσέλλι συγκάλεσε μία συνέλευση Γερμανών επισκόπων και ζήτησε από τον βασιλιά να κηρύξει την εκλογή του Γρηγορίου άκυρη, οι Γερμανοί δούκες και η χήρα του Γοδεφρείδου του Γενειοφόρου Ματθίλδη της Τοσκάνης τον έπεισαν να συμφιλιωθεί τελικά μαζί του.[182] Ο νέος πάπας άκουσε τα παράπονα πολλών Γερμανών επισκόπων και ακύρωσε μερικούς βασιλικούς διορισμούς.[183]

Επανάσταση στην ΣαξονίαΕπεξεργασία

Ο Ερρίκος Δ΄ αποφάσισε να τιμωρήσει τον Δούκα της Πολωνίας Μπολέσλαφ τον Γενναιόδωρο για την επίθεση του στην Βοημία στις αρχές του 1073.[184] Διέταξε τους αριστοκράτες της Σαξονίας να συγκεντρωθούν στο Γκόσλαρ (29 Ιουνίου 1073).[185] Οι Σάξονες αρνήθηκαν από τον Ερρίκο την συμμετοχή τους στην εκστρατεία και του ζήτησαν να διαμένει στην περιοχή τους λιγότερο συχνά.[186][187] Ο Ερρίκος έφυγε από το Γκόσλαρ για το Χάρτσμπουργκ χωρίς να δεχτεί τα αιτήματα τους.[188] Ο Όθων του Νόρτχαϊμ συγκάλεσε μια Συνέλευση από Σάξονες ευγενείς και ζήτησε επανάσταση για να αποκτήσουν την ελευθερία τους.[189][190] Οι Σάξονες βάδισαν για το Χάρτσμπουργκ αλλά ο βασιλιάς δραπέτευσε ξανά. Οι Θουρίγγιοι και οι Σάξονες προχώρησαν σε συμμαχία και κυρίευσαν το Λύνεμπουργκ.[191] Ο Ερρίκος προκειμένου να σώσει τον διοικητή του Λύνεμπουργκ ελευθέρωσε τον Μάγκνους της Σαξονίας, οι Σάξονες τον αναγνώρισαν αμέσως σαν νόμιμο δούκα χωρίς βασιλική έγκριση.[192] Οι Γερμανοί δούκες και επίσκοποι δεν ήρθαν να βοηθήσουν τον Ερρίκο και οι επαναστάτες επιτέθηκαν στα βασιλικά κάστρα στην Σαξονία και την Θουριγγία.[193]

Ο Ερρίκος σε απελπιστική κατάσταση έστειλε επιστολή στον πάπα αναγνώρισε την Σιμωνία και ζήτησε συγχώρεση.[194] Έριξε τις ευθύνες για τις αμαρτίες στην νεανική του αλαζονεία και στους κακούς συμβούλους που τον είχαν παρασύρει.[195] Ο Ζίγκφριντ του Μάιντζ, ο Άννο της Κολωνίας, ο Ρούντολφ του Ράινφενλντεν, ο Μπέρτολτ Β΄ της Καρινθίας και άλλοι Γερμανοί αριστοκράτες συναντήθηκαν τον Οκτώβριο του 1073 με τους Γερμανούς επαναστάτες.[196] Προσπάθησαν να πείσουν τον Ερρίκο να δεχτεί τα αιτήματα των Σαξόνων αλλά εκείνος αρνήθηκε και έδειξε αποφασισμένος να συντρίψει την επανάσταση με κάθε μέσο.[197] Σε έναν μήνα ένας υπηρέτης του Ερρίκου πληροφόρησε τον Ρούντολφ και τον Μπέρτολτ ότι ο βασιλιάς είχε στόχο να τους θανατώσει, ήταν έτοιμος να υποβληθεί σε δοκιμαστική δίκη για να αποδείξει ότι λέει αλήθεια αλλά τον Ιανουάριο του 1074 πέθανε αιφνίδια.[198] Ο Ερρίκος Δ΄ ανέκαμψε πλήρως από την ασθένεια του και μετακινήθηκε στην Βορμς.[199] Ο τοπικός επίσκοπος Αδαλβέρτος αρνήθηκε την είσοδο του στην πόλη αλλά ο λαός της πόλης επαναστάτησε εναντίον του επισκόπου και άνοιξε τις πύλες στον βασιλιά.[200][201] Ο Ερρίκος απήλλαξε τους κατοίκους της Βορμς από όλους τους δασμούς για να τους ευχαριστήσει επειδή "στάθηκαν στο πλευρό του την εποχή που ολόκληρο το βασίλειο ήταν εναντίον του".[202]

Οπισθοχώρηση του ΕρρίκουΕπεξεργασία

 
Ο γαμπρός του Ερρίκου Δ΄ Σολομών της Ουγγαρίας ζητάει βοήθεια από τον πεθερό του.

Οι αρχιεπίσκοποι της Βρέμης, του Τρίερ και οκτώ ακόμα επίσκοποι ήρθαν στις αρχές του 1074 στην Βορμς για να συναντηθούν με τον Ερρίκο.[203] Οι οπαδοί τους και οι κάτοικοι του Βορμς ενώθηκαν μαζί του στην εκστρατεία εναντίον των Σαξόνων και των Θουριγγίων.[204] Οι Θουρίγγιοι άρχισαν να πολιορκούν το κάστρο στο οποίο βρισκόταν η έγκυος σύζυγος του βασιλιά, την άφησαν να δραπετεύσει για το αβαείο του Χέρσφιλντ.[205] Ο Ερρίκος έσπευσε στο Χέρσιλντ αλλά κατάλαβε σύντομα ότι ο στρατός του ήταν σημαντικά μικρότερος από τους επαναστάτες και αποφάσισε να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις μαζί τους.[206] Τα στρατεύματα του Ερρίκου ήταν απρόθυμα να πολεμήσουν και πίεσαν τον βασιλιά να κλείσει ειρήνη (2 Φεβρουαρίου 1074).[207] Ο Ερρίκος Δ΄ συμφώνησε να καταστρέψει τα κάστρα του και να διορίσει μόνο Σάξονες κυβερνήτες στην Σαξονία, σε αντάλλαγμα θα έπρεπε και οι ίδιοι οι Σάξονες να καταστρέψουν τα δικά τους νεόκτιστα κάστρα.[208][209] Όταν άκουσαν την απόφαση οι Σάξονες χωρικοί κατέστρεψαν το Χάρτσμπουργκ και βεβήλωσαν τους τάφους του μικρότερου αδελφού του βασιλιά και του νεογέννητου γιου του.[210][211] Η καταστροφή των βασιλικών τάφων θεωρήθηκε ιεροσυλία και έφερε μεγάλη δημόσια οργή, ο Ερρίκος δήλωσε ότι ήταν παραβίαση της συνθήκης.[212][213] Ο πάπας ανέθεσε στους καρδιναλίους επισκόπους Γεράλδο της Όστια και Χούμπερτ της Παλεστρίνα να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις με τον Ερρίκο, η Αγνή τους συνόδευσε στην αυλή του γιου της.[214] Ο Ερρίκος ανακοίνωσε δημόσια ποινή για την Σιμωνία και οι απεσταλμένοι τον απήλλαξαν (27 Απριλίου 1074).[215] Συγκλήθηκε μια Σύνοδος Γερμανών επισκόπων με στόχο να εξετάσει την περίπτωση του επισκόπου Χέρμανν Α΄ του Μπάμπεργκ που είχε κατηγορηθεί για Σιμωνία αλλά οκτώ ιερείς δεν τήρησαν την κλήση τους.[216] Ο Ερρίκος Δ΄ δεν συμμετείχε στις Συνόδους επειδή οι περισσότεροι ιερείς που είχαν κατηγορηθεί για Σιμωνία ήταν φανατικοί οπαδοί του.[217]

Ανταρσία του Γκέζα στην ΟυγγαρίαΕπεξεργασία

Ο γαμπρός του Ερρίκου Σολομών της Ουγγαρίας έστειλε απεσταλμένους στον πεθερό του για να του ζητήσει βοήθεια απέναντι στον πρώτο του ξάδελφο Γκέζα Α΄ της Ουγγαρίας μεγαλύτερο γιο του Μπέλα Α΄.[218] Ο Γκέζα Α΄ νίκησε τον Σολομών και τον ανάγκασε να καταφύγει στα κάστρα του Μοσονμαγιαροβάρ και της Μπρατισλάβα.[219] Ο Σολομών υποσχέθηκε να παραχωρήσει έξι κάστρα στον πεθερό του και να αναγνωρίσει την υποτέλεια του με την προϋπόθεση να τον βοηθήσει να ανακτήσει το βασίλειο του.[220][221] Ο Ερρίκος Δ΄ επιτέθηκε στην Ουγγαρία αλλά ο Γκέζα δεν παραδόθηκε.[222] Ο πάπας Γρηγόριος κατηγόρησε τον Σολομών για την απόφαση του να αναγνωρίσει την υψηλή επικυριαρχία επειδή η Ουγγαρία ήταν παπικό δώρο.[223]

Ο πάπας Γρηγόριος ζήτησε από τον Ερρίκο να καλέσει τους Γερμανούς ιερείς που είχαν αρνηθεί να παραστούν στην Σύνοδο που είχε συγκαλέσει στην Ρώμη.[224] Πληροφόρησε επίσης τον Ερρίκο για τα σχέδια του να προχωρήσει σε Σταυροφορία στην Ιερουσαλήμ για να υπερασπιστεί τους τοπικούς χριστιανούς.[225] Ο πάπας αναγνώρισε τον ρόλο του σαν προστάτη της Αγίας Έδρας αλλά τα σχέδια για ένοπλο προσκύνημα παραβίαζε την "Διδασκαλία των Δυο Ξιφών" στην οποία την πνευματική προστασία είχαν οι πάπες και όχι οι βασιλείς.[226][227] Ο πάπας σε Σύνοδο που συγκάλεσε τον Φεβρουάριο του 1075 υποπτεύτηκε πέντε Γερμανούς επισκόπους για ανυπακοή, τους απείλησε με αφορισμό και τους κατηγόρησε για την σύγκρουση τους με τον αρχιεπίσκοπο του Μιλάνου.[228] Οι Γερμανοί ήθελαν να αποφύγουν την σύγκρουση, οι αρχιεπίσκοποι του Μαίντς και της Βρέμης ταξίδευσαν για την Ρώμη για διαπραγματεύσεις με τον πάπα.[229] Αναγνώρισαν την απόφαση του πάπα για την καθαίρεση του επισκόπου Χέρμαν του Μπάμπεργκ, ο πάπας ανέθεσε στον Ζίγκφριντ να συγκαλέσει μεταρρυθμιστική Σύνοδο στην Γερμανία.[230]

Τελική νίκη επί των ΣαξόνωνΕπεξεργασία

 
Ερείπια του "κάστρου του Χόμπουργκ" στο οποίο ο Ερρίκος Δ΄ πέτυχε σημαντική νίκη επί των Σαξόνων (1074).

Ο Ερρίκος Δ΄ αποφάσισε να επιτεθεί στην Σαξονία, υποσχέθηκε αμνηστία και δώρα σε όλους όσους τον ακολουθούσαν.[231][232] Οι περισσότεροι Γερμανοί αριστοκράτες έσπευσαν τον Ιούνιο του 1074 να ενωθούν με τον βασιλικό στρατό, οι Σάξονες ιερείς και κληρικοί αποχώρησαν.[233] Υπό τις διαταγές του Ρούντολφ του Ράινφενλντεν ο βασιλικός στρατός έκανε αιφνίδια επίθεση στους Σάξονες που βρίσκονταν στο κάστρο του Χόμπουργκ (9 Ιουνίου 1074).[234] Οι περισσότεροι Σάξονες ευγενείς δραπέτευσαν από το πεδίο της μάχης αλλά πολλοί απλοί Σάξονες στρατιώτες σφαγιάστηκαν.[235] Όσοι διασώθηκαν κατηγόρησαν τους ευγενείς ότι τους εγκατέλειψαν, η αγροτιά της Σαξονίας στράφηκε εναντίον των αρχόντων.[236] Ο πάπας Γρηγόριος Ζ΄ συνεχάρη τον βασιλιά για την νίκη του στο Χόμπουργκ, του δήλωσε ότι ήταν "Θεία τιμωρία" απέναντι στους Σάξονες.[237] Ο Ερρίκος σε απάντηση ζήτησε από τον πάπα να κρατήσει την συνομιλία τους μυστική επειδή υπήρχε περίπτωση οι Γερμανοί ευγενείς να προσπαθήσουν να επαναλάβουν την σύγκρουση.[238][239]

Ο Ερρίκος Δ΄ επιτέθηκε ξανά στην Σαξονία το φθινόπωρο του 1075, ο Γοδεφρείδος Δ΄ της Κάτω Λωρραίνης ήταν ο μοναδικός Γερμανός δούκας που πήγε μαζί του στην εκστρατεία αλλά οι Σάξονες στάθηκαν ανίκανοι να αντισταθούν.[240] Ο Όθων του Νόρτχαϊμ παραδόθηκε με την θέληση του στον βασιλιά (26 Οκτωβρίου 1075), ο Ερρίκος τον συγχώρεσε και του έδωσε πίσω την περιουσία του εκτός από την Βαυαρία.[241][242][243] Δεν έδειξε την ίδια επιείκεια στους υπόλοιπους ευγενείς, τους φυλάκισε και έκανε κατάσχεση στην περιουσία τους.[244][245] Ο Ερρίκος Δ΄ συγκάλεσε τους Γερμανούς ευγενείς στο Γκόσλαρ για να ορκιστούν πίστη στον δίχρονο γιο του Κορράδο ως διάδοχο, μονάχα ο Βρατίσλαος Β΄ της Βοημίας υπάκουσε.[246]

Σύγκρουση με την εκκλησίαΕπεξεργασία

Προστριβές με τον πάπαΕπεξεργασία

Ο Ερρίκος Δ΄ γνώριζε ότι η εξάρτηση του από τον πάπα Γρηγόριο Ζ΄ μείωνε την μεγάλη αξία που του έδιναν οι νίκες του στους Σαξονικούς πολέμους.[247][248] Έστειλε στην Ιταλία τον Εβεράρδο τον Γενειοφόρο σαν αντιπρόσωπο, ο Εβεράρδος έθεσε παράνομους τους οπαδούς του κινήματος της Παταρίας και ζήτησε όρκο πίστης από τον υποτελή του πάπα Ροβέρτο Γυισκάρδο Κόμη της Απουλίας.[249][250] Ο Ερρίκος τοποθέτησε τον Καγκελάριο του αρχιεπίσκοπο του Μιλάνου σε πλήρη αντίθεση με τον πάπα, ο πάπας τον απείλησε με αφορισμό αν δεν αλλάξει την πολιτική του.[251][252] Ο Ερρίκος Δ΄ αναγνώρισε ξεκάθαρα ότι οι ενέργειες του πάπα ήταν ενάντια στην ιερή φύση της βασιλείας του.[253] Συγκάλεσε Σύνοδο στην Βορμς (24 Ιανουαρίου 1076) στην οποία συμμετείχαν δυο αρχιεπίσκοποι, 24 Γερμανοί επίσκοποι, ένας Βουργούνδιος, ένας Ιταλός επίσκοπος και ο Γοδεφρείδος Δ΄ της Κάτω Λωρραίνης.[254][255] Με τις εντολές του Ερρίκου οι αποφάσεις του πάπα κηρύχτηκαν άκυρες και απαίτησαν την παραίτηση του.[256][257] Μια Συνέλευση με Λομβαρδούς επισκόπους και αριστοκράτες στην Πιατσέντσα (5 Φεβρουαρίου 1076) έβγαλε την ίδια απόφαση.[258][259] Ο σημαντικότερος σύμμαχος του Ερρίκου Γοδεφρείδος δολοφονήθηκε (22 Φεβρουαρίου 1076), ο Γερμανός βασιλιάς αγνόησε την διαθήκη του που κληροδοτούσε την Κάτω Λωρραίνη στον ανεψιό του Γοδεφρείδο του Μπουιγιόν, την έδωσε στον γιο του Κορράδο.[260][261]

ΑφορισμόςΕπεξεργασία

Ο πάπας Γρηγόριος Ζ΄ όταν πληροφορήθηκε τις αποφάσεις των δύο Συνόδων συγκάλεσε δύο Συνόδους την Μεγάλη Τεσσαρακοστή στην Ρώμη.[262] Αφόρισε δημόσια τον Ερρίκο Δ΄ και απήλλαξε όλους τους υπηκόους του από τον όρκο πίστης στον βασιλιά σε δημόσια προσευχή που έκανε στον Απόστολο Πέτρο.[263][264] Ο αφορισμός ενός μονάρχη ήταν πρωτοφανές γεγονός στα χριστιανικά χρονικά αλλά ο Γρηγόριος πίστευε ότι η αλαζονεία του Ερρίκου είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο που δεν γινόταν διαφορετικά.[265] Ο Ερρίκος με την σειρά του όταν έμαθε τις αποφάσεις του πάπα συγκάλεσε νέα Σύνοδο στην Ουτρέχτη αλλά μόνο ένας τοπικός επίσκοπος ο Γουλιέλμος Α΄ δέχτηκε να αφορίσει τον πάπα.[266] Ο Ερρίκος πίστευε ότι η άρνηση του πάπα να συμμετέχουν οι μονάρχες στην διοίκηση των χριστιανικών κοινοτήτων ήταν η αιτία της σύγκρουσης.[267] Ο καγκελάριος έγραψε μια επιστολή στην οποία τόνιζε ότι μόνο ο θεός μπορούσε να δικάσει έναν μονάρχη.[268] Η επιστολή πήγε στον πάπα με το όνομα "ψευδομοναχός Χίλντεμπραντ" με μια δραματική προειδοποίηση "Κατέβαινε! Κατέβαινε!".[269] Δύο τυχαία δραματικά γεγονότα στην συνέχεια έφεραν μεγάλο τρόμο στους οπαδούς του Ερρίκου, η φωτιά στον Καθεδρικό ναό της Ουτρέχτης (27 Μαρτίου 1076) και ο αιφνίδιος θάνατος του επισκόπου Γουλιέλμου (27 Απριλίου 1076).[270]

Οι αντίπαλοι του Ερρίκου είδαν τα γεγονότα αυτά σαν "θεία τιμωρία" για τις πράξεις του.[271][272] Ο επίσκοπος Χέρμαν του Μαίντς πήρε πίσω τους Σάξονες επαναστάτες που είχε στείλει στην συνοδεία του. Ο επίσκοπος Μπούρχαρτ Β΄ του Χάλμπερσταντ ένας από τους αρχηγούς της επανάστασης των Σαξόνων δραπέτευσε από την φυλακή και επέστρεψε στην Σαξονία.[273] Άλλα δύο μέλη από τον Οίκο του Βέττιν ο Θεοδώριχος και ο Γουλιέλμος επέστρεψαν από την εξορία και επαναστάτησαν εναντίον του Ερρίκου. Ο Ερρίκος Δ΄ επιτέθηκε τον Αύγουστο του 1076 στην Σαξονία αλλά μονάχα ο Βρατίσλαος Β΄ της Βοημίας τον συνόδευσε.[274] Η άφιξη του βασιλικού στρατού προκάλεσε ολική εξέγερση και ο Ερρίκος αναγκάστηκε να δραπετεύσει στην Βοημία.[275]

ΑπαλλαγήΕπεξεργασία

 
Τα ερείπια του "κάστρου της Κανόσα", οι αμυνόμενοι νίκησαν τα στρατεύματα του Ερρίκου Δ΄.

Ο Ερρίκος πιέστηκε σκληρά να διώξει όλους τους αφορισμένους συμβούλους του, να αναγνωρίσει την νομιμότητα του πάπα Γρηγορίου Ζ΄ και την πλήρη εξουσία του σε όλες τις συγκρούσεις ανάμεσα στους Γερμανούς δούκες και επισκόπους.[276] Οι ίδιοι αριστοκράτες τον απείλησαν να τον ανατρέψουν από βασιλιά αν δεν βρει λύση με τον πάπα μέχρι την επέτειο αφορισμού του, κάλεσαν τέλος τον ίδιο τον Γρηγόριο Ζ΄ στην Γερμανία σε μία Σύνοδο στο Άουγκσμπουργκ (2 Φεβρουαρίου 1077).[277] Ο Ερρίκος Δ΄ μετακινήθηκε στο Σπάιερ, στην συνέχεια αποφάσισε να πάει στην Ρώμη να παραστεί στην Σύνοδο για να μην αφήσει τον πάπα να γίνει όργανο των εχθρών του.[278][279] Ο χειμώνας ήταν πολύ βαρύς αλλά ο ίδιος με την σύζυγο και την συνοδεία του διέσχισαν τον Δεκέμβριο το Τορίνο.[280] Έφτασαν στο κάστρο της Κανόσα (25 Ιανουαρίου 1067) στο οποίο είχε καταφύγει ο πάπας από φόβο μήπως τον αιχμαλωτίσει ο Ερρίκος, έμεινε εκεί τρεις μέρες ξυπόλητος και δεμένος με σκοινιά.[281] Η Ματθίλδη της Κανόσα, η Αδελαΐδα της Σούζα και ο Ούγος του Κλυνύ παρακάλεσαν τον πάπα να απαλλάξει τον βασιλιά που είχε μετανιώσει και καταρρεύσει.[282][283] Ο πάπας τον απήλλαξε, πριν το κάνει του ζήτησε να είναι ο ίδιος δικαστής στις διαφορές που θα είχε με τους υπηκόους του.[284]

Εμφύλιοι πόλεμοιΕπεξεργασία

Εκλογή αντί-βασιλιάΕπεξεργασία

Ο Ερρίκος μετά την απαλλαγή του παρέμεινε στην Ιταλία, εξέδωσε διατάγματα με τα οποία παραχωρούσε δώρα στους Ιταλούς οπαδούς του.[285] Η απαλλαγή εξόργισε τους αντιπάλους του στην Γερμανία, συγκάλεσαν Συνέλευση και αποφάσισαν ότι ο πάπας τον αθώωσε παράνομα χωρίς να τηρήσει τους θρησκευτικούς όρκους.[286] Οι τρεις αρχιεπίσκοποι, οι τέσσερις επίσκοποι, οι τρεις δούκες και αντιπρόσωποι των Σαξόνων αποφάσισαν να τοποθετήσουν νέο αντί-βασιλιά, εξελέγη ο Ροδόλφος του Ράινφελντεν (14 Μαρτίου 1078).[287][288] Οι παπικοί απεσταλμένοι στην Γερμανία αναγνώρισαν τον νέο βασιλιά αλλά ο πάπας παρέμεινε ουδέτερος στην εμφύλια διαμάχη.[289] Αποφάσισε να λύσει ο ίδιος την διαφορά και πληροφόρησε τον Ερρίκο και τον Ροδόλφο ότι θα ακούσει τα αιτήματα τους σε συνέλευση στην Γερμανία.[290] Όταν άκουσε ο Ερρίκος ότι εξελέγη νέος αντί-βασιλιάς αντικατέστησε στο δουκάτο της Καρινθίας τον Μπέρτολτ Β΄ με τον Λιούτολντ του Έπσταϊν και παραχώρησε στον πατριάρχη της Ακυληία το Φρίουλι.[291] Προχώρησε σε κατάσχεση της Σουηβίας από τον Ροδόλφο και της Βαυαρίας από τον Γουέλφο, οι δύο περιοχές πέρασαν απ΄ευθείας στον ίδιο.[292] Τον Απρίλιο του 1078 λίγο πριν αναχωρήσει για την Ιταλία όρισε τον τρίχρονο γιο του Κορράδο υπολοχαγό, ανέθεσε σε δύο αφορισμένους Ιταλούς ιερείς του Μιλάνου και της Πιατσέντζα την κηδεμονία του Κορράδου.[293]

Ο Ροδόλφος του Ράινφελντεν δεν μπόρεσε να εμποδίσει την επιστροφή του Ερρίκου στην Γερμανία και μετακινήθηκε στην Σαξονία.[294] Ο Ερρίκος επισκέφτηκε την Ουλμ, την Νυρεμβέργη, την Μάιντς, το Στρασβούργο, την Ουτρέχτη και την Άουγκσμπουργκ για να αποδείξει ότι αποκαταστάθηκε πλήρως η βασιλική εξουσία.[295] Έδωσε πολλά δώρα στους οπαδούς του και έκανε κατάσχεση της περιουσίας των αντιπάλων του, δεν μπορούσε να τα κάνει όμως χωρίς να χρησιμοποιήσει βία.[296] Οι στρατοί του Ερρίκου και του Ροδόλφου συναντήθηκαν τον Αύγουστο κοντά στο Βύρτσμπουργκ, ο Ερρίκος απέφυγε να δώσει μάχη επειδή ο στρατός του ήταν αριθμητικά μικρότερος.[297] Οι αριστοκράτες που ήθελαν ειρήνη και από τα δύο στρατόπεδα συμφώνησαν να συναντηθούν στον Ρήνο χωρίς τους βασιλιάδες τους, ο Ερρίκος εμπόδισε με την βία τους οπαδούς του να πάνε.[298]

Προσπάθειες για ειρήνηΕπεξεργασία

Ο παπικός λεγάτος καρδινάλιος Μπερνάρντ αφόρισε τον Ερρίκο (12 Νοεμβρίου 1077).[299][300] Ο Ερρίκος έστειλε στην Ρώμη τους επισκόπους του Οσναμπρύκ και του Βερντέν για διαπραγματεύσεις με τον πάπα που είχε εξασθενήσει σημαντικά η θέση του.[301] Ο πάπας διόρισε νέο λεγάτο που γιόρτασε το Πάσχα μαζί με τον Ερρίκο στην Κολωνία (8 Απριλίου 1078), αυτό δείχνει ότι ο πάπας διαφωνούσε με τον αφορισμό.[302] Ο Ερρίκος επιτέθηκε στην Λοθαριγγία και πίεσε τον επίσκοπο Χέρμανν του Μαίντς να πάει εξορία, αλλά ο Μπέρτολτ Β΄ της Καρινθίας και ο Γουέλφ της Βαυαρίας νίκησαν τους οπαδούς του από την Σουηβία και την Φραγκονία.[303][304] Ο Ροδόλφος του Ράινφελντεν πήγε στην Φραγκονία και συναντήθηκε με τον Ερρίκο και τον στρατό του που περιείχε 12.000 Φράγκονες χωρικούς (7 Αυγούστου 1078).[305] Η μάχη ήταν αποφασιστικής σημασίας αλλά τελικά τόσο ο Ερρίκος όσο και ο Ροδόλφος δραπέτευσαν.[306]

Ο πάπας Γρηγόριος Ζ΄ απαγόρευσε τον Νοέμβριο του 1078 σε όλους τους κληρικούς να λάβουν βασιλικά αξιώματα σε επισκοπές και αβαεία, τις κήρυξε παράνομες και απείλησε τους κληρικούς που θα τις λάβουν με αφορισμό.[307][308] Οι χορηγίες ήταν στοιχείο της βασιλικής εξουσίας, έδειχναν την δύναμη του βασιλιά και την εξάρτηση των ιερέων από τους μονάρχες.[309] Στην Σύνοδο της Μεγάλης Σαρακοστής οι αντίπαλοι επίσκοποι του Ερρίκου Άλτμαν του Πάσσαου και Χέρμανν του Μάιντς έπεισαν τον πάπα να στείλει νέους λεγάτους στην Γερμανία, τους απαγόρευσε ωστόσο να πάρουν μέτρα κατά των κληρικών που είχαν διοριστεί από τον Ερρίκο.[310] Ο Ερρίκος Δ΄ έκανε κατάσχεση των εδαφών του Ροδόλφου του Ράινφελντεν στην Σουηβία και τα παραχώρησε στον επίσκοπο Μπέρχαρντ της Λωζάνης.[311] Τον ίδιο μήνα διόρισε έναν πλούσιο αριστοκράτη τον Φρειδερίκο γενάρχη του Οίκου των Χοενστάουφεν πρώτο Δούκα της Σουηβίας.[312][313] Ο Φρειδερίκος Α΄ πήρε τα τμήματα της Σουηβίας βόρεια του Δούναβη, τα νότια είχε καταλάβει ο Μπέρτχολντ, γιος του Ροδόλφου του Ράινφελντεν.[314]

Δεύτερος αφορισμόςΕπεξεργασία

 
Ο Ερρίκος Δ΄ ικετεύει την Ματθίλδη της Κανόσα και τον Ούγο του Κλυνύ.

Ο Ερρίκος Δ΄ είχε μια πρώτη συνάντηση με τους παπικούς λεγάτους στο Ρέγκενσμπουργκ (12 Μαίου 1079).[315] Οι λεγάτοι τον έπεισαν να στείλει απεσταλμένους στο Φρίτσλαρ να ξεκινήσουν ειρηνικές διαπραγματεύσεις με τον Ροδόλφο του Ράινφελντεν.[316] Οι δύο πλευρές συμφώνησαν για νέα συνάντηση στο Βύρτσμπουργκ αλλά ο Ροδόλφος απέτυχε να διορίσει τους απεσταλμένους του επειδή πίστευε ότι ο Ερρίκος είχε δωροδοκήσει τους λεγάτους.[317] Ο Ερρίκος ξεκίνησε τον Αύγουστο εκστρατεία στην Σαξονία αλλά ο Ροδόλφος έπεισε τους αριστοκράτες στον στρατό του Ερρίκου να ζητήσουν ειρήνη.[318] Ο Ερρίκος έστειλε απεσταλμένους στην Σαξονία και έπεισε πολλούς Σάξονες ηγέτες να αποκηρύξουν τον αντί-βασιλιά.[319] Τον Ιανουάριο του 1080 συγκέντρωσε στρατεύματα από τα Γερμανικά δουκάτα, την Βουργουνδία και την Βοημία και επιτέθηκε στην Σαξονία.[320] Δεν μπόρεσε να αιφνιδιάσει τον Ροδόλφο που πέτυχε μεγάλη νίκη στις 27 Ιανουαρίου, δεν μπόρεσε όμως να την εκμεταλλευτεί επειδή όσοι είχαν αποστατήσει από τον στρατό του δεν επέστρεψαν.[321]

Ο Ερρίκος έστειλε απεσταλμένους στην Σύνοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής στην Ρώμη και ζήτησε τον αφορισμό του Ροδόλφου από τον πάπα, απείλησε μάλιστα ότι θα τοποθετήσει ο ίδιος έναν αντίπαπα στην θέση του.[322][323] Η Σύνοδος απαγόρευσε τους μονάρχες να επεμβαίνουν στην εκκλησία και αποφάσισε τον αφορισμό όσων ακολουθούσαν την πρακτική.[324][325] Ο πάπας Γρηγόριος Ζ΄ αφόρισε για δεύτερη φορά τον Ερρίκο και αναγνώρισε τον Ροδόλφο σαν νόμιμο βασιλιά.[326][327] Ακολούθησε η έκδοση ενός κειμένου από τον Ερρίκο με τίτλο "Η Άμυνα του βασιλιά Ερρίκου" στο οποίο υπερασπιζόταν τα κληρονομικά του δικαιώματα, το κείμενο βασίστηκε στο Ρωμαϊκό Δίκαιο και τον Ιουστινιάνειο Κώδικα που εφαρμόστηκαν πολλούς αιώνες στην Ιταλία. Οι απεσταλμένοι του Ερρίκου αρχιεπίσκοποι της Βρέμης και του Μπάμπεργκ πριν επιστρέψουν στην Γερμανία επαναστάτησαν απέναντι στην Ματθίλδη της Κανόσα, σύμμαχο του πάπα και εξασφάλισαν την υποστήριξη της Λομβαρδικής αριστοκρατίας.[328] Ο δεύτερος αφορισμός του Ερρίκου όχι μόνο του στοίχισε πολύ λιγότερο από τον πρώτο αλλά θα του αποδειχτεί εξαιρετικά επικερδής.[329] Συγκάλεσε Συμβούλιο στο Μάιντς (31 Μαΐου 1080), οι 19 Γερμανοί ιερείς και αριστοκράτες που συμμετείχαν εκθρόνισαν τον πάπα Γρηγόριο Ζ΄ με την φράση ότι "παραβιάζει τους θείους και τους ανθρώπινους νόμους".[330] Ακολούθησε δεύτερη Σύνοδος στην Μπρεσανόνε με 19 Ιταλούς ιερείς, 7 Γερμανούς και 1 Βουργούνδιο που επιβεβαίωσε την εκθρόνιση του Γρηγορίου και τον κατηγόρησε για Σιμωνία, αιρετικό και άλλα αμαρτήματα (25 Ιουνίου 1080).[331][332] Η Σύνοδος εξέλεξε αντίπαπα τον αρχιεπίσκοπο Γιβέρτο της Ραβένας ως Αντίπαπας Κλήμης Γ΄ με αναφορές στον πάπα Κλήμη Β΄, τον πρώτο μεταρρυθμιστή πάπα που είχε εκλεγεί από τον πατέρα του Ερρίκου.[333][334]

Πολιορκία της ΡώμηςΕπεξεργασία

Ο Ερρίκος επέστρεψε στην Γερμανία και συγκέντρωσε τον στρατό του για επίθεση στην Σαξονία, ο στρατός του συναντήθηκε με αυτόν του Ροδόλφου (14 Οκτωβρίου 1080).[335][336] Ο στρατός του Ερρίκου συνετρίβη αλλά ο Ροδόλφος τραυματίστηκε θανάσιμα στο χέρι και πέθανε από τα τραύματα του.[337][338] Ο Ερρίκος το εκμεταλλεύτηκε με τον καλύτερο τρόπο διαδίδοντας φήμες για την "θεία τιμωρία του Ροδόλφου" με τον ίδιο τρόπο που είχε πέσει θύμα ο ίδιος.[339][340] Ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με τους Σάξονες, τους πρότεινε να τοποθετήσει βασιλιά τους τον γιο του Κορράδο αλλά ο Όθων του Νόρτχαϊμ τους έπεισε να αρνηθούν.[341] Τον Μάρτιο του 1081 ο Ερρίκος πήγε με μικρό στρατό στην Ιταλία, οι Λομβαρδοί οπαδοί του είχαν νικήσει την Ματθίλδη της Τοσκάνης την προηγούμενη χρονιά και του άνοιξαν τον δρόμο να πάει εύκολα στην Ρώμη.[342] Οι Ρωμαίοι δήλωσαν ωστόσο πιστοί στον Γρηγόριο Ζ΄, ο Ερρίκος αναγκάστηκε στα τέλη Ιουνίου 1081 να αποσυρθεί στην βόρειο Ιταλία.[343] Ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με τον Βυζαντινό αυτοκράτορα Αλέξιο Α΄ Κομνηνό για συμμαχία απέναντι στον Ροβέρτο Γυισκάρδο.[344] Παραχώρησε προνόμια στην Λούκκα και την Πίζα, τις απελευθέρωσε από την κηδεμονία της Ματθίλδης.[345] Την εποχή που ο Ερρίκος βρισκόταν στην Ιταλία οι Σάξονες επιτέθηκαν στην Φρανκονία, οι αντίπαλοι του ανακήρυξαν αντί-βασιλιά τον Αύγουστο τον ευγενή του Γουέλφ Χέρμαν του Ζαλμ αλλά οι Σάξονες του έδωσαν όρκο υποτέλειας μόνο 4 μήνες αργότερα.[346][347][348] Το φθινόπωρο του 1081 ο Ερρίκος εγκατέλειψε την Ιταλία για την Γερμανία, επέστρεψε τον Φεβρουάριο του 1082, ξεκίνησε την πολιορκία της Ρώμης αλλά δεν μπόρεσε να λυγίσει την αντίσταση τους.[349][350] Κατηγόρησε τον αντίπαπα Γιβέρτο της Ραβένας για την αποτυχία της πολιορκίας και ξεκίνησε την λεηλασία των εδαφών της Ματθίλδης.[351] Οι φήμες ότι ετοίμαζε επίθεση ο Χέρμαν του Ζαλμ ανάγκασαν τον Ερρίκο να παραμείνει στην βόρεια Ιταλία αλλά ο ίδιος ο Χέρμαν δεν τόλμησε Ιταλική εκστρατεία, ο Ερρίκος επέστρεψε στην Ρώμη στα τέλη του 1082.[352]

Αυτοκρατορική στέψηΕπεξεργασία

 
Ο Ερρίκος Δ΄ και ο Αντίπαπας Κλήμης Γ΄ στην διάρκεια της αυτοκρατορικής στέψης.

Ο αυτοκράτορας Αλέξιος του έστειλε 144.000 χρυσά τεμάχια και του υποσχέθηκε να του στείλει άλλα 216.000 για να αντιμετωπίσει τον Ροβέρτο Γυισκάρδο.[353] Ο θησαυρός του επέτρεψε να προχωρήσει σε γάμους με την Ρωμαϊκή αριστοκρατία, τα στρατεύματα του κατέλαβαν την πόλη των Λεονίνων στην Ρώμη (3 Ιουνίου 1083) αλλά ο Γρηγόριος Ζ΄ συνέχισε να αντιστέκεται στο Καστέλ Σαντ'Άντζελο.[354][355] Ο Ερρίκος έφυγε από την Ρώμη στα τέλη Ιουλίου αλλά είχε κάνει μυστική συμφωνία με τους Ρωμαίους αριστοκράτες να ανατρέψουν τον Γρηγόριο ή να στέψουν τον ίδιο αυτοκράτορα.[356] Τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 1084 ο Ερρίκος προχώρησε σε στρατιωτική εκστρατεία εναντίον του Ροβέρτου Γυισκάρδου.[357] Στην διάρκεια της απουσίας του ο αντίπαπας έπεισε περισσότερους από 10 καρδιναλίους να ανατρέψουν τον Γρηγόριο Ζ΄, τους υποστήριξαν και άλλοι κληρικοί και αξιωματούχοι.[358][359] Η αντίσταση εναντίον του Ερρίκου κατέρρευσε και ο ίδιος εισήλθε στην Ρώμη (21 Μαρτίου 1084).[360][361] Μία νέα Σύνοδος καταδίκασε τον Γρηγόριο Ζ΄ για προδοσία και τον εκθρόνισε αλλά ο ίδιος δεν παραιτήθηκε.[362] Ο Γιβέρτος της Ραβένας ορκίστηκε νέος πάπας ως Κλήμης Γ΄ και έστεψε τον Ερρίκο αυτοκράτορα στην Βασιλική του Αγίου Πέτρου ως Ερρίκος Δ΄ (1 Απριλίου 1084).[363][364] Ο Ερρίκος Δ΄ παρέμεινε στο Ανάκτορο του Λατερανού για 6 βδομάδες αλλά έφυγε από την Ρώμη πριν έρθει ο στρατός του Ροβέρτου Γυισκάρδου για να βοηθήσει τον Γρηγόριο (24 Μαΐου 1084).[365] Τα στρατεύματα του Ροβέρτου Γυισκάρδου κατέστρεψαν την Ρώμη εξοργίζοντας τους Ρωμαίους και ο Γρηγόριος Ζ΄ δραπέτευσε για το Σαλέρνο.[366][367] Ο Ερρίκος Δ΄ διέταξε τους Λομβαρδούς οπαδούς του να κατακτήσουν τα εδάφη της Ματθίλδης της Κανόσα πριν φύγει για την Γερμανία αλλά ο στρατός της τους συνέτριψε στην "μάχη της Σορμπάρα" (2 Ιουλίου 1084).[368]

ΑυτοκράτοραςΕπεξεργασία

Νέα ανταρσία των ΣαξόνωνΕπεξεργασία

Ο Γρηγόριος Ζ΄ αφόρισε ξανά τον Ερρίκο (1084) αλλά οι πρώην οπαδοί του πάπα ήρθαν στην Κολωνία τα Χριστούγεννα να του δηλώσουν υποτέλεια.[369] Οι οπαδοί και οι αντίπαλοι του αυτοκράτορα συναντήθηκαν στον ποταμό Βέρρα (20 Ιανουαρίου 1085) αλλά δεν ήρθαν σε συμφωνία.[370] Ο κόμης Θεοδώριχος Α΄ του Κάλτενμπουργκ και ο επίσκοπος Ούντο του Χιλντεσχάιμ ξεκίνησαν μυστικές διαπραγματεύσεις με τον Ερρίκο αλλά οι αντίπαλοι ευγενείς θανάτωσαν τον Θεοδώριχο και ανάγκασαν τον επίσκοπο να φύγει από την Σαξονία.[371] Όταν ο Ερρίκος μετά από πίεση του επισκόπου δήλωσε ότι θα σεβαστεί τις ελευθερίες των Σαξόνων οι περισσότεροι ευγενείς κατέθεσαν τα όπλα.[372] Ο παπικός λεγάτος Όντο της Όστια συγκάλεσε Σύνοδο στο Κβέντλινμπουργκ με τους ευγενείς που ήταν πιστοί στον Γρηγόριο Ζ΄.[373] Η Σύνοδος αποφάσισε να μην συγχωρέσουν κανέναν από τους ιερείς που αποστάτησαν και να παραμείνουν αφορισμένοι.[374] Ο Ερρίκος Δ΄ απάντησε με την σύγκλιση δικής του Συνόδου στο Μάιντς στα τέλη Απριλίου.[375][376] Οι τέσσερις αρχιεπίσκοποι, οι 15 επίσκοποι και οι δύο δούκες υπάκουσαν στην αυτοκρατορική κλήση, οι δύο αρχιεπίσκοποι και οι 13 επίσκοποι που δεν εμφανίστηκαν έχασαν τα δώρα τους.[377][378] Η Σύνοδος ίδρυσε την "Ειρήνη του Θεού" και προειδοποίησε για ένοπλες συγκρούσεις στις Χριστουγεννιάτικες γιορτές.[379][380] Στην Σύνοδο ο πιο πιστός οπαδός του Ερρίκου Βρατίσλαος Β΄ της Βοημίας πήρε τον τίτλο του βασιλιά.[381]

Ο Ερρίκος Δ΄ ταξίδευσε τον Ιούνιο του 1085 στην Κάτω Λωρραίνη για να τερματίσει την σύγκρουση ανάμεσα στους δύο οπαδούς του, τους επισκόπους Θεοδώριχο του Βερντέν και Ερρίκο της Λιέγης.[382] Παραχώρησε το Βερντέν στον ευγενή του Ερρίκου Γοδεφρείδο του Μπουιγιόν και έδωσε στον Θεοδώριχο τις εκτάσεις που είχαν κατασχεθεί από την Ματθίλδη.[383] Η ειρήνη δεν αποκαταστάθηκε επειδή ο Γοδεφρείδος του Μπουιγιόν ζητούσε τις εκτάσεις της Ματθίλδης.[384] Ο αυτοκράτορας επιτέθηκε στην Σαξονία και έφτασε τον Ιούλιο μέχρι το Μαγδεβούργο.[385] Ο Χέρμαν του Ζαλμ, ο Χάρτγουιγκ, αρχιεπίσκοπος του Μαγδεβούργου και οι τρεις βοηθοί του αρχιεπισκόπου δραπέτευσαν στην Δανία, οι Σάξονες ορκίστηκαν υποτέλεια στον Ερρίκο.[386] Ο αυτοκράτορας δεν έδωσε στους επαναστάτες τις περιουσίες τους που είχαν κατασχεθεί, οι Σάξονες προχώρησαν σε νέα επανάσταση και ο Ερρίκος Δ΄ δραπέτευσε στην Φρανκονία.[387] Ο Ερρίκος συγκέντρωσε ξανά στρατό και επιτέθηκε τον Ιανουάριο του 1066 στην Σαξονία, οι Σάξονες απέφυγαν να τον αντιμετωπίσουν.[388] Ο αυτοκράτορας οπισθοχώρησε στο Ρέγκενσμπουργκ, το Πάσχα ο Γουέλφος της Βαυαρίας πολιόρκησε την πόλη αλλά βοήθησαν τον Ερρίκο οι οπαδοί του.[389] Οι Βαυαροί, οι Σουηβοί και οι Σάξονες αντίπαλοι ξεκίνησαν τον Ιούλιο του 1086 την πολιορκία του Βύρτσμπουργκ, ήθελαν την πόλη επειδή ήταν σε στρατηγικό σημείο.[390] Ο Ερρίκος Δ΄ τους πίεσε να λύσουν την πολιορκία αλλά οι επαναστάτες συνέτριψαν τον στρατό του (11 Αυγούστου 1086).[391] Πριν την μάχη οι Σουηβοί επαναστάτες που θεωρούσαν τους εαυτούς τους εκπροσώπους ενός ιερού πολέμου έφεραν στο πεδίο έναν ψηλό σταυρό. Το Βύρτσμπουργκ παραδόθηκε στους επαναστάτες αλλά σύντομα το εγκατέλειψαν.[392] Ο αυτοκράτορας ξεκίνησε νέα εκστρατεία εναντίον των εχθρών του στην Βαυαρία.[393] Σε μία προσπάθεια να κλείσουν ειρήνη συναντήθηκαν τον Φεβρουάριο του 1087 Σουηβοί και Βαυαροί στρατιώτες και από τα δύο στρατεύματα, ο αυτοκράτορας απουσίαζε.[394] Ο Ερρίκος Δ΄ παρέστη στην στέψη του γιου του Κορράδου ως συμβασιλέα στο Άαχεν (30 Μαίου 1067).[395][396] Ο Γοδεφρείδος του Μπουιγιόν έγινε κατόπιν Δούκας της Κάτω Λωρραίνης.[397]

Υποταγή των ΣαξόνωνΕπεξεργασία

 
Ο Καθεδρικός ναός του Σπάιερ.

Τον Αύγουστο του 1087 ακολούθησε νέα συνάντηση από Γερμανούς ιερείς και αριστοκράτες, οι αντίπαλοι του Ερρίκου του πρότειναν να του δώσουν υποτέλεια υπό τον όρο να πάρει απαλλαγή από τον πάπα, εκείνος αρνήθηκε επειδή ήταν αφορισμένος παράνομα. Ο διάδοχος του Γρηγορίου Ζ΄ Πάπας Βίκτωρ Γ΄ συγκάλεσε Σύνοδο στο Μπενεβέντο, δεν βρήκε λύση αλλά εγγυήθηκε ότι θα ήταν ειρηνικός.[398] Μία ξαφνική ασθένεια εμπόδισε τον Ερρίκο Δ΄ σε νέο πόλεμο, όταν ανάρρωσε ξεκίνησε νέα εκστρατεία στην Σαξονία. Ο Εγβέρτος Β΄ του Μπρούνσβικ ξεκίνησε διαπραγματεύσεις για ειρήνη με τον αυτοκράτορα, ο Ερρίκος του πρόσφερε το Μέισεν, αυτό εξόργισε τον Βρατίσλαο Β΄ της Βοημίας που το κατείχε. Ο Εγβέρτος Β΄ του Μπρούνσβικ προτίμησε να συνεχίσει τον πόλεμο επειδή δύο Σάξονες ιερείς ο Χάρτγουιγκ του Μαγδεμβούργου και ο Μπέρχαρντ του Χάλμπερσταντ του υποσχέθηκαν να τον στέψουν βασιλιά.[399] Οι δύο ιερείς δεν κράτησαν την υπόσχεση τους και ο Εγβέρτος ορκίστηκε πίστη στον Ερρίκο (1088). Η περίεργη συμπεριφορά του Εγβέρτου και ο αιφνίδιος θάνατος του Μπέρχαρντ του Χάλμπερσταντ (7 Απριλίου 1088) έφεραν διάλυση στους επαναστάτες.[400][401] Ο Χάρτγουιγκ του Μαγδεμβούργου έδωσε όρκο υποτέλειας στον αυτοκράτορα, τον ακολούθησαν και οι υπόλοιποι Σάξονες ευγενείς.[402] Ο Ερρίκος Δ΄ διόρισε τον Χάρτγουιγκ του Μαγδεμβούργου υπολοχαγό του στην Σαξονία.[403]

Όταν τον εγκατέλειψαν οι σύμμαχοι του ο Χέρμαν του Ζαλμ ζήτησε από τον Ερρίκο Δ΄ άδεια να φύγει από την Σαξονία, πήγε στην Λωρραίνη όπου και πέθανε (28 Σεπτεμβρίου 1088).[404][405] Ο Εγβέρτος Β΄ του Μπρούνσβικ ξεκίνησε νέα επανάσταση και νίκησε τον στρατό του αυτοκράτορα (25 Δεκεμβρίου 1088), τον Φεβρουάριο του 1089 έγινε κατάσχεση της περιουσίας του.[406][407] Ο Ερρίκος Δ΄ που είχε χηρέψει πήγε το καλοκαίρι του 1089 στην Κολωνία για να παντρευτεί την Ευπραξία του Κιέβου.[408] Το φθινόπωρο επέστρεψε στην Σαξονία για να προστατέψει το Χιλντεσχάιμ από την επίθεση του Εγβέρτου αλλά ο ίδιος συνέχισε να αντιστέκεται.[409] Ο Ερρίκος Δ΄ ξεκίνησε τις διαπραγματεύσεις με τους Βαυαρούς και τους Σουηβούς αντιπάλους του, δήλωσαν πρόθυμοι να υποταχθούν αν παραιτηθεί ο αντίπαπας Κλήμης Γ΄.[410] Ο Ερρίκος ήταν έτοιμος να δεχτεί τα αιτήματα τους αλλά οι δικοί του επίσκοποι τον έπεισαν να αρνηθεί επειδή φοβήθηκαν αφορισμό από τον νέο πάπα.[411] Ο Πάπας Ουρβανός Β΄ μεσολάβησε για ειρήνη, ρύθμισε το φθινόπωρο του 1089 τον γάμο ανάμεσα στον 18χρονο γιο του Γουέλφου της Βαυαρίας Γουέλφο τον Παχύ με την 43χρονη Ματθίλδη της Κανόσα.[412][413]

Εκστρατεία στην ΙταλίαΕπεξεργασία

Ο αυτοκράτορας ήταν έτοιμος για μια νέα επίθεση στην Ιταλία.[414] Οι Ιουδαίοι του Σπάιερ τον πλησίασαν και του ζήτησαν να κατοχυρώσει τα δικαιώματα τους.[415] Κατέγραψε τις ελευθερίες τους σε ένα διάταγμα, τους προστάτευσε από καταστροφές και απαγόρευσε το βίαιο βάπτισμα τους, έκανε το ίδιο και με τους Ιουδαίους του Βορμς.[416][417] Ο ιστορικός Ίαν Ρόμπινσον γράφει ότι ο αυτοκράτορας είχε ανάγκη τους Ιουδαίους, του έδιναν μεγάλα χρηματικά ποσά με αντάλλαγμα την προστασία.[418] Ο Ερρίκος Δ΄ επιτέθηκε τον Μάρτιο του 1090 στα εδάφη της Ματθίλδης και την ανάγκασε να καταφύγει τον Απρίλιο στα βουνά.[419] Οι οπαδοί της αδελφής του αυτοκράτορα Αδελαΐδας Β΄ του Κβέντλινμπουργκ θανάτωσαν τον Εγβέρτο του Μπρούνσβικ (3 Ιουλίου 1090).[420][421] Ο Ερρίκος τοποθέτησε τον γαμπρό του Εγβέρτου Ερρίκο του Νόρτχαϊμ αντιπρόσωπο του στην Σαξονία.[422] Ο θάνατος του Εγβέρτου τερμάτισε στις συγκρούσεις του αυτοκράτορα με την Σαξονία, ο Ερρίκος εξασφάλισε την υποστήριξη του Νόρτχαϊμ με βασιλικά δώρα.[423][424] Ο Ερρίκος Δ΄ προχώρησε σε νέες εκστρατείες στην Ιταλία, κατέλαβε στα τέλη του 1091 πολλά κάστρα της Ματθίλδης βόρεια από τον Πάδο.[425] Τον Ιούνιο του 1092 διέσχισε ξανά τον Πάδο και πίεσε την Ματθίλδη να παραδοθεί, η ίδια και οι οπαδοί της αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν τον Κλήμεντα Γ΄ σαν νόμιμο πάπα.[426] Ο Ερρίκος ξεκίνησε την πολιορκία της Κανόσα αλλά η φρουρά του δέχτηκε μια αιφνίδια επίθεση και αναγκάστηκε τον Οκτώβριο να εγκαταλείψει την πολιορκία.[427] Ο Μπέρτολτ Α΄ της Σουαβίας πρόωρα (1090), οι αντίπαλοι του αυτοκράτορα όρισαν νέο δούκα τον γαμπρό του Μπέρτολτ Β΄ της Σουαβίας ως "υποτελή της Αγίας Έδρας".[428] Ο Ερρίκος Δ΄ έστειλε τα στρατεύματα του πίσω στην Γερμανία για να πολεμήσουν στην Σουηβία και την Βαυαρία.[429] Ξεκίνησε διαπραγματεύσεις για συμμαχία με τον Λαδίσλαο Α΄ της Ουγγαρίας αλλά ο Γουέλφος Α΄ εμπόδισε την συνάντηση τους.[430] Ο Ερρίκος οπισθοχώρησε στην Παβία και τα στρατεύματα της Ματθίλδης πήραν πίσω τα κάστρα τους.[431]

Η αποστασία της οικογένειας τουΕπεξεργασία

Η Ματθίλδη της Τοσκάνης και ο σύζυγος της Γουέλφος ο Παχύς έστρεψαν το καλοκαίρι του 1093 τον γιο του Ερρίκου Δ΄ Κορράδο εναντίον του πατέρα του.[432][433] Ο Ερρίκος αιχμαλώτισε τον γιο του αλλά ο Κορράδος δραπέτευσε στο Μιλάνο.[434] Ο Μπέρνολντ της Κωνσταντίας έγραψε ότι ο αυτοκράτορας ήθελε να αυτοκτονήσει από την λύπη του για την αποστασία του γιου του, αυτό πιθανότατα είναι έμπνευση του Μπέρνολντ για να συγκρίνει τον Ερρίκο με τον βασιλιά Σάουλ.[435] Ο αυτοκράτορας έγινε εξαιρετικά καχύποπτος με την οικογένεια του, διέταξε την φυλάκιση της συζύγου του.[436][437] Οι Λομβαρδικές πόλεις Μιλάνο, Κρεμόνα, Λόντι και Πιατσέντζα συμμάχησαν με την Ματθίλδη της Τοσκάνης.[438] Ο Ερρίκος Δ΄ δραπέτευσε στην Βερόνα επειδή ο μαργράβος της και ο αδελφός του παρέμεναν οι μόνοι οπαδοί του στην Ιταλία.[439] Η εξουσία του Ερρίκου περιορίστηκε μονάχα στην βορειοανατολική Ιταλία, τα στρατεύματα της Ματθίλδης και του συζύγου της τον εμπόδισαν να επιστρέψει στην Γερμανία.[440][441] Η αυτοκράτειρα Ευδοξία ζήτησε από την Ματθίλδη να την ελευθερώσει.[442] Η Ματθίλδη έστειλε οπαδούς της στην Βερόνα (1094), ελευθέρωσαν την Ευδοξία και την συνόδευσαν στην Τοσκάνη.[443] Η αυτοκράτειρα κατηγόρησε τον σύζυγο της για κακομεταχείριση και για ομαδικό βιασμό των μελών του Συμβουλίου της Πιασέντσα τον Μάρτιο του 1095.[444][445] Οι κατηγορίες διαδόθηκαν ταχύτατα από τους εχθρούς του Ερρίκου αλλά ήταν αναξιόπιστες.[446] Σε έναν μήνα ο πάπας αναγνώρισε τον Κορράδο νόμιμο βασιλιά.[447]

Ο γάμος της Ματθίλδης με τον νεαρό σύζυγο της διαλύθηκε, ο Γουέλφος ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με τον Ερρίκο, αυτό ήταν ισχυρό πλήγμα για τον πάπα.[448][449][450] Ο Ερρίκος Δ΄ συναντήθηκε στην Βενετία τον Ιούνιο του 1095 με τον Δόγη Βιτάλε Φαλιέρ, ανανέωσαν μια ετήσια εμπορική συνθήκη και ο Δόγης υποσχέθηκε ετήσιο φόρο στον αυτοκράτορα.[451][452] Ο πάπας Ουρβανός Β΄ ανακήρυξε τον Νοέμβριο του 1095 στο Συμβούλιο της Κλερμόντ την Α΄ Σταυροφορία.[453][454] Το Συμβούλιο αποφάσισε επίσης να ορκιστούν όλοι οι κληρικοί και οι ηγούμενοι πίστη στους κοσμικούς βασιλείς τους.[455] Τα πλήθη που συνόδευαν την Α΄ Σταυροφορία ιδιαίτερα χωρικοί αναχώρησαν για τους Αγίους Τόπους (1096), επιτέθηκαν στις πόλεις κατά μήκος του Ρήνου και έσφαξαν χιλιάδες Ιουδαίους.[456][457] Οι Ιουδαίοι έστειλαν ένα γράμμα στον αυτοκράτορα και ζήτησαν την προστασία του, ο Ερρίκος Δ΄ διέταξε τους πρίγκιπες και τους επισκόπους να τους προστατεύσουν αλλά δεν μπόρεσαν να εμποδίσουν τις σφαγές.[458][459]

Αποκατάσταση της ειρήνηςΕπεξεργασία

Ο ηλικιωμένος πατέρας του Γουέλφου Αλβέρτος Άτσο Β΄ του Μιλάνου μεσολάβησε για να συμφιλιωθεί ο γιος του με τον Ερρίκο (1096).[460] Ο Ερρίκος Δ΄ αποκατέστησε τον Γουέλφο στην Βαυαρία και ο Γουέλφος με την σειρά του άνοιξε τις Άλπεις στον αυτοκράτορα που επέστρεψε τον Μάιο στην Γερμανία.[461][462] Οι αριστοκράτες που επαναστάτησαν εναντίον του Ερρίκου έπρεπε να του δώσουν φόρο υποτέλειας όπως αποφασίστηκε σε Συνόδους που συγκλήθηκαν στο Ρέγκενσμπουργκ, στην Νυρεμβέργη και στο Μαίντς.[463] Επέτρεψε στους Ιουδαίους που είχαν προσηλυτιστεί με την βία στον χριστιανισμό να επιστρέψουν στην θρησκεία τους.[464][465] Στις αρχές του 1098 ο Μπέρτολτ Β΄ της Σουαβίας συμφιλιώθηκε με τον αυτοκράτορα και παρέλαβε τον κληρονομικό τίτλο του δούκα.[466][467] Οι Γερμανοί ιερείς και ευγενείς εκθρόνισαν τον Κορράδο που είχε επαναστατήσει εναντίον του πατέρα του, τον Μάιο του 1098 αντικαταστάθηκε με τον 12χρονο αδελφό του Ερρίκο.[468][469] Ο νεώτερος Ερρίκος υποσχέθηκε ότι δεν θα επαναστατήσει ποτέ εναντίον του πατέρα του.[470] Την εποχή που έμενε στο Μαίντς ο Ερρίκος Δ΄ διέταξε έρευνα για την περιουσία των Ιουδαίων που είχαν σφαγιαστεί από τους Σταυροφόρους.[471] Πολλοί δήλωσαν ότι ο αρχιεπίσκοπος του Μαίντς είχε κλέψει μεγάλα ποσά, ο αρχιεπίσκοπος δραπέτευσε στην Θουριγγία λόγω του φόβου τιμωρίας και άρχισε να συνωμοτεί εναντίον του αυτοκράτορα.[472][473]

Ο Ερρίκος Δ΄ συναντήθηκε το Πάσχα του 1099 στο Ρέγκενσμπουργκ με τον Μπρετίσλαφ Β΄ της Βοημίας, ήθελε να εξασφαλίσει την διαδοχή του θρόνου στον αδελφό του Μποζιβόι Β΄ της Βοημίας.[474] Ο Ερρίκος έχρισε τον Μποζιβόι διάδοχο στην Βοημία (19 Απριλίου 1100). Οι δούκες της Βοημίας είχαν αναγνωρίσει την υποτέλεια στον Γερμανό βασιλιά, ήταν η πρώτη φορά ωστόσο που το χρίσμα δόθηκε σύμφωνα με τα Γερμανικά πρότυπα.[475] Ο στόχος του αυτοκράτορα τα επόμενα χρόνια ήταν η αποκατάσταση της δημόσιας τάξης και ασφάλειας.[476] Σε συνελεύσεις που συγκλήθηκαν στο Μπάνμπεργκ και το Μαίντς διέταξε τους ευγενείς να καταδιώξουν τους κακοποιούς και τους ληστές.[477]

ΠτώσηΕπεξεργασία

Τρίτος αφορισμός από τον νέο πάπαΕπεξεργασία

Ο αντίπαπας Κλήμης Γ΄ πέθανε (8 Σεπτεμβρίου 1100), τον διαδέχθηκε ο καρδινάλιος του Θεοδώριχος του Αλμπάνο.[478][479] Οι οπαδοί του Ερρίκου στην Ιταλία τον αναγνώρισαν σαν νόμιμο πάπα αλλά ο ίδιος δεν ήθελε να συναντηθεί μαζί του.[480][481] Ο Ερρίκος Β΄ του Λίμπουρκ κατέλαβε τα εδάφη που ανήκαν στο Αββαείο του Προυμ.[482] Ο αυτοκράτορας πολιόρκησε την Λιμβουργία και ανάγκασε τον Μάιο του 1101 τον κόμη να παραδοθεί.[483] Ο αυτοκράτορας συγχώρεσε τον Ερρίκο του Λίμπουρκ για την εξέγερση και τον τοποθέτησε στα τέλη του χρόνου Δούκα της Κάτω Λωρραίνης.[484] Μία συγκέντρωση Γερμανών δουκών πρότεινε στον αυτοκράτορα να κλείσει ειρήνη με τον νέο πάπα Πασχάλη Β΄ (1101) αλλά δεν ακολούθησε την συμβουλή τους.[485] Ο πάπας ήταν αποφασισμένος να υποτάξει τον Ερρίκο, διέταξε τον λεγάτο του στην Γερμανία να προχωρήσει σε ισχυρή αντίσταση.[486] Η Σύνοδος των επισκόπων αποφάσισε να απαγορεύσει στους ιερείς να κατέχουν αυτοκρατορικά αξιώματα και αφόρισε τον Ερρίκο Δ΄ στο Λατερανό (3 Απριλίου 1102).[487][488][489] Ο Ροβέρτος Β΄ της Φλάνδρας συμμάχησε με τον επίσκοπο Μανασσή του Καμπραί εναντίον του επισκόπου Γουόλτσερ τον οποίο είχε διορίσει ο Ερρίκος Δ΄ επίσκοπο του Καμπραί.[490] Ο Ροβέρτος άρχισε να πολιορκεί το Καμπραί αλλά ήρθε ο Ερρίκος για να βοηθήσει τον Γουόλτσερ και ανάγκασε τον Οκτώβριο του 1102 τον Ροβέρτο να φύγει.[491] Ο Ροβέρτος επιτέθηκε ξανά στον Γουόλτσερ όταν έφυγαν ο αυτοκράτορας.[492] Ο Ερρίκος Δ΄ συγκάλεσε Σύνοδο στο Μαίντς (6 Ιανουαρίου 1103), ανακήρυξε την ειρήνη για πρώτη φορά σε ολόκληρη την αυτοκρατορία και την απαγόρευση πρακτικών βίας.[493][494] Η Σύνοδος απείλησε όσους παραβιάσουν την συμφωνία με ακρωτηριασμό, οι πλούσιοι μπορούσαν να μην τιμωρηθούν.[495]

Ο Ερρίκος Δ΄ ανακοίνωσε τις σκέψεις του να ξεκινήσει για Σταυροφορία στους Αγίους Τόπους.[496] Έγραψε επιστολή στον Ούγο του Κλυνύ πιστό οπαδό του πάπα, τους εξήγησε τις προθέσεις του και τους στόχους του να κλείσει ειρήνη με την εκκλησία.[497][498] Ο πάπας ωστόσο αποκαλούσε τον Ερρίκο "αρχηγό των αιρετικών", έκανε έκκληση στον Ροβέρτο Β΄ της Φλάνδρας να ξεκινήσει Σταυροφορία με αντάλλαγμα την "άφεση των αμαρτιών του".[499][500] Ο Ροβέρτος Β΄ φοβήθηκε την απώλεια των αυτοκρατορικών δώρων και δήλωσε στην Λιέγη την υποταγή του στον αυτοκράτορα (29 Ιουνίου 1103).[501]

Ανταρσία του γιου τουΕπεξεργασία

 
Ο Ερρίκος Δ΄ με τους δύο γιους του Κορράδο και Ερρίκο.

Ένας Βαυαρός κόμης ο Σίγκαρντ κατηγόρησε τον Ιανουάριο του 1104 τον Ερρίκο Δ΄ για την εύνοια που έδειξε στην αριστοκρατία από την Σαξονία και την Φρανκονία.[502] Ο Σίγκαρντ ήρθε στο Ρέγκενσμπουργκ με μια μεγάλη συνοδεία, δημιουργήθηκαν υποψίες στον αυτοκράτορα ότι ήθελε να τον ανατρέψει.[503] Όταν ο Σίγκαρντ έδιωξε μια μεγάλη ομάδα υπουργών του εχθρικών στον Ερρίκο οι ίδιοι τον δολοφόνησαν (4 Φεβρουαρίου 1104).[504][505] Οι απολυμένοι υπουργοί πιθανότατα εκδικήθηκαν την εκδίωξη τους αλλά οι ευγενείς του Σίγκαρντ κατηγόρησαν τον Ερρίκο Δ΄ για την δολοφονία επειδή αδιαφόρησε για την προστασία του.[506][507]

Ο αρχιεπίσκοπος Χάρτγουιγκ του Μαγδεμβούργου πέθανε το φθινόπωρο του 1204, ο αδελφός του Χέρμαν και ο ανεψιός του Χάρτγουικ ήρθαν στον αυτοκράτορα για να διορίσει τον νεώτερο Χάρτγουικ αρχιεπίσκοπο.[508] Ο κόμης Θεοδώριχος Γ΄ του Κάτλενμπουργκ τους συνέλαβε και τους φυλάκισε αφού τους κατηγόρησε για Σιμωνία, ο Ερρίκος Δ΄ προχώρησε σε εκστρατεία εναντίον του.[509] Η εκστρατεία είχε μια τραγική εξέλιξη, ο 18χρονος γιος του αυτοκράτορα Ερρίκος αποστάτησε και δραπέτευσε στην Βαυαρία (12 Δεκεμβρίου 1204).[510] Ο μικρότερος Ερρίκος δήλωσε ότι αιτία της αποστασίας ήταν η αποτυχία του πατέρα του να δεχτεί απαλλαγή από τον πάπα, οι ιστορικοί πιστεύουν ότι ήθελε να πετύχει την υποστήριξη των αριστοκρατών σε περίπτωση που ο ηλικιωμένος πατέρας του πέθαινε.[511][512] Οι δυσαρεστημένοι αριστοκράτες μετέφεραν τον νεώτερο Ερρίκο στον πάπα Πασχάλη Β΄, στις αρχές του 1105 τον απήλλαξε από τον αφορισμό.[513][514] Ο Ερρίκος Δ΄ μετέφερε απεσταλμένους στον γιο του αλλά εκείνος αρνήθηκε κάθε διαπραγμάτευση επειδή ήταν αφορισμένος.[515] Οι ευγενείς από την Σουηδία και την Φρανκονία υποστήριξαν τον μικρότερο Ερρίκο στην επανάσταση εναντίον του πατέρα του, σε μια επίσκεψη στην Σαξονία τον Απρίλιο του 1105 εξασφάλισε και την υποστήριξη των Σαξόνων.[516] Προχώρησε τον Ιούνιο του 1105 σε στρατιωτική εκστρατεία στο Μαίντς για να επαναφέρει στην έδρα του τον αρχιεπίσκοπο Ρούτχαρντ αλλά ο στρατός του πατέρα του δεν τον άφησε να διασχίσει τον Ρήνο.[517]

ΑνατροπήΕπεξεργασία

 
Η παραίτηση του Ερρίκου Δ΄ για χάρη του γιου του Ερρίκου Ε΄.

Η εξουσία του γηραιότερου Ερρίκου σύντομα κατέρρευσε, ο γιος του εκμεταλλεύτηκε τον θάνατο του Φρειδερίκου του Μπούρεν και ανέλαβε την εξουσία στην Σουηβία.[518] Ο Λεοπόλδος Γ΄ Μπάμπενμπερκ της Αυστρίας και ο Μποζιβόι Β΄ της Βοημίας εγκατέλειψαν τον αυτοκράτορα στο Ρέγκενσμπουργκ στα τέλη Σεπτεμβρίου, ο Μποζιβόι το μετάνιωσε και επέστρεψε.[519] Υποστήριξε τον Ερρίκο Δ΄ να δραπετεύσει από το Ρέγκενσμπουργκ στην Σαξονία και ο γαμπρός του τον συνόδευσε μέχρι το Μαίντς.[520] Ο Ερρίκος Δ΄ έστειλε ένα γράμμα στον γιο του, τον παρακάλεσε θερμά να διακόψει την ανταρσία και να τον δεχτεί αλλά εκείνος αρνήθηκε κατηγορηματικά.[521] Ο Ερρίκος Δ΄ μετακινήθηκε στην Κολωνία αλλά σύντομα επέστρεψε στο Μαίντς επειδή ήθελε να υπερασπιστεί τον εαυτό του στην Συνέλευση των Γερμανών πριγκίπων που είχε συγκαλέσει ο γιος του.[522] Ο γιος Ερρίκος συνάντησε τον πατέρα του στο Κόμπλεντς (21 Δεκεμβρίου 1105), του εγγυήθηκε την ασφάλεια του αλλά δεν κράτησε τον λόγο του, τον συνέλαβε και τον φυλάκισε.[523][524] Ο Ερρίκος Δ΄ πιέστηκε έντονα να παραδώσει τα αυτοκρατορικά παράσημα στον γιο του.[525] Οι κάτοικοι του Μαίντς παρέμειναν πιστοί στον αυτοκράτορα, ο γιος του συγκάλεσε Σύνοδο των ευγενών στο Ίνγκελχαϊμ.[526] Ο Ερρίκος Δ΄ παραβρέθηκε στην συνάντηση αλλά κυριάρχησαν πλήρως οι εχθροί του, παραιτήθηκε υπέρ του γιου του (31 Δεκεμβρίου 1105).[527] Αργότερα δήλωσε ότι αναγκάστηκε να παραιτηθεί από "φόβο μήπως τον εκτελέσουν".[528]

Μετά την παραίτηση του ο Ερρίκος έμενε στο Ίνγκελχαϊμ, οι οπαδοί του τον προειδοποίησαν ότι ο γιος του είχε στόχο να τον φυλακίσει ή να τον εκτελέσει, τον Φεβρουάριο του 1106 δραπέτευσε στην Κολωνία και οι κάτοικοι τον δέχτηκαν με μεγάλο σεβασμό. Αρνήθηκε να παραστεί σε όλες τις θρησκευτικές δηλώνοντας ότι το κάνει γα να συγχωρεθεί για τις αμαρτίες του. Ο πιο πιστός οπαδός του επίσκοπος της Λιέγης έκλεισε ειρήνη με τον Ερρίκο του Λίμπουρκ για να αποκτήσει την υποστήριξη του δούκα, στην συνέχεια συναντήθηκαν με πρωτοβουλία του Ερρίκου Δ΄ ο Ερρίκος του Λίμπουρκ και ο Αλβέρτος Γ΄ του Ναμύρ. Ο πρώην εχθρός του Ροβέρτος Β΄ της Φλάνδρας δήλωσε επίσης την συμπαράσταση του στον Ερρίκο Δ΄.[529] Ακολούθησαν επιστολές του Ερρίκου στον Ούγο του Κλυνύ που δήλωσε αποφασισμένος να δεχτεί κάθε όρο για την απαλλαγή του.[340] Έγραψε και άλλες επιστολές στον γιο του, τους Γερμανούς πρίγκιπες και τον Φίλιππο Α΄ της Γαλλίας, σε όλες έδειχνε αποφασισμένος να απαλλαγεί και να αναλάβει ξανά τον θρόνο του.[530]

ΘάνατοςΕπεξεργασία

 
Η κηδεία του αυτοκράτορα Ερρίκου Δ΄.

Ο Ερρίκος Ε΄ επιτέθηκε στην Λωρραίνη αλλά ο στρατός του πατέρα του τον συνέτριψε (22 Μαρτίου 1106).[531][532] Ο Ερρίκος του Λίμπουρκ, οι κάτοικοι της Κολωνίας και της Λιέγης πίεζαν έντονα τον πατέρα Ερρίκο να "διεκδικήσει ξανά τον τίτλο του αυτοκράτορα".[533] Ο Ερρίκος Ε΄ πολιόρκησε την Κολωνία αλλά ο στρατός του αναγκάστηκε να αποχωρήσει σε τέσσερις βδομάδες από την καλά οχυρωμένη πόλη.[534] Ο Ερρίκος Δ΄ έστειλε επιστολές στους Γερμανούς πρίγκιπες στις οποίες κατηγορούσε τον γιο του για προδοσία και υποκρισία.[535] Την εποχή που ήταν αποφασισμένος για δυναμική αντεπίθεση αρρώστησε αιφνίδια και πέθανε (7 Αυγούστου 1106).[536][537] Στο νεκροκρέβατο του αναγνώρισε τον γιο του και του ζήτησε να συγχωρέσει τους εχθρούς του με τον όρο να ταφεί μαζί με τους προγόνους του στον Καθεδρικό ναό του Σπάιερ.[538][539] Ο επίσκοπος της Λιέγης έθαψε το σώμα του βασιλιά στον Καθεδρικό ναό της Λιέγης, το αφορισμένο σώμα δεν μπορούσε όμως να τοποθετηθεί σε μια καθορισμένη θέση.[540][541] Έγινε εκταφή του σε οκτώ μέρες και τάφηκε σε ένα παρεκκλήσι κοντά στην Λιέγη, ο γιος του ζήτησε ξανά την εκταφή του για να εκτελέσει την τελευταία του επιθυμία.[542] Ο λαός της Λιέγης αντέδρασε έντονα επειδή ήθελε την σωρό στην πόλη του, ο Ερρίκος Ε΄ την μετέφερε με μια σαρκοφάγο σε ένα παρεκκλήσι στον Καθεδρικό ναό της Σπάιερ όπως είχε υποσχεθεί (3 Σεπτεμβρίου 1106). Πέντε χρόνια αργότερα ο πάπας Πασχάλης Β΄ έδωσε την άδεια στον Ερρίκο Ε΄ να μεταφέρει την σωρό του πατέρα του επίσημα στον Καθεδρικό ναό, τοποθετήθηκε δίπλα από τον πατέρα του Ερρίκο Γ΄ (7 Αυγούστου 1111).[543]

ΟικογένειαΕπεξεργασία

Νυμφεύτηκε πρώτα τη Μπέρτα της Σαβοΐας (απεβ. 27 Δεκεμβρίου 1087), κόρη τού Όθωνα Α΄ κόμη της Σαβοΐας, και είχε τέκνα:

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Darryl Roger Lundy: The Peerage.
  2. Hill 2020, σ. 93
  3. Robinson 2003, σ. 19
  4. Robinson 2003, σ. 19
  5. Schutz 2010, σ. 139
  6. Schutz 2010, σ. 139
  7. Schutz 2010, σ. 139
  8. Robinson 2003, σσ. 20–21
  9. Robinson 2003, σ. 19
  10. Robinson 2003, σ. 21
  11. Robinson 2003, σ. 21
  12. Schutz 2010, σ. 139
  13. Robinson 2003, σ. 22
  14. Robinson 2003, σ. 22
  15. Robinson 2003, σ. 22
  16. Robinson 2003, σσ. 28, 98
  17. Robinson 2003, σ. 25
  18. Robinson 2003, σ. 25
  19. Robinson 2003, σ. 25
  20. Fuhrmann 2001, σ. 52
  21. Robinson 2003, σ. 26
  22. Fuhrmann 2001, σ. 52
  23. Robinson 2003, σ. 26
  24. Robinson 2003, σ. 26
  25. Whitney 1968, σ. 31
  26. Schutz 2010, σ. 141
  27. Robinson 2003, σ. 28
  28. Fuhrmann 2001, σ. 52
  29. Robinson 2003, σ. 48
  30. Fuhrmann 2001, σ. 57
  31. Robinson 2003, σ. 31
  32. Robinson 2003, σ. 27
  33. Schutz 2010, σ. 143
  34. Fuhrmann 2001, σ. 52
  35. Robinson 2003, σ. 29
  36. Fuhrmann 2001, σσ. 52–53
  37. Robinson 2003, σ. 37
  38. Robinson 2003, σ. 63
  39. Fuhrmann 2001, σ. 57
  40. Vollrath 1995, σ. 52
  41. Robinson 2003, σσ. 33–34
  42. Robinson 2003, σ. 33
  43. Robinson 2003, σ. 33
  44. Fuhrmann 2001, σσ. 52–53
  45. Robinson 2003, σ. 33
  46. Robinson 2003, σ. 37
  47. Zupka 2016, σ. 73
  48. Robinson 2003, σ. 21
  49. Zupka 2016, σ. 73
  50. Robinson 2003, σ. 37
  51. Zupka 2016, σ. 73
  52. Robinson 2003, σ. 37
  53. Tabacco 1995, σ. 84
  54. Schutz 2010, σ. 144
  55. Fuhrmann 2001, σσ. 44, 53
  56. Fuhrmann 2001, σ. 53
  57. Vollrath 1995, σ. 53
  58. Robinson 2003, σ. 39
  59. Blumenthal 2010, σ. 94
  60. Blumenthal 2010, σ. 95
  61. Fuhrmann 2001, σ. 54
  62. Blumenthal 2010, σ. 89
  63. Robinson 2003, σ. 115
  64. Vollrath 1995, σ. 51
  65. Robinson 2003, σ. 35
  66. Zupka 2016, σ. 73
  67. Robinson 2003, σ. 35
  68. Robinson 2003, σ. 35
  69. Robinson 2003, σσ. 35–36
  70. Robinson 2003, σ. 40
  71. Blumenthal 2010, σ. 96
  72. Robinson 2003, σ. 38
  73. Vollrath 1995, σ. 53
  74. Tabacco 1995, σ. 84
  75. Blumenthal 2010, σ. 96
  76. Robinson 2003, σσ. 40–41, 42
  77. Fuhrmann 2001, σ. 56
  78. Tabacco 1995, σ. 84
  79. Robinson 2003, σ. 42
  80. Robinson 2003, σ. 42
  81. Fuhrmann 2001, σ. 56
  82. Schutz 2010, σ. 145
  83. Schutz 2010, σ. 145
  84. Robinson 2003, σ. 43
  85. Vollrath 1995, σ. 54
  86. Robinson 2003, σσ. 43–44
  87. Robinson 2003, σ. 43
  88. Hill 2020, σ. 99
  89. Robinson 2003, σ. 43
  90. Robinson 2003, σ. 43
  91. Vollrath 1995, σ. 54
  92. Hill 2020, σ. 99
  93. Robinson 2003, σ. 44
  94. Robinson 2003, σσ. 45–46
  95. Robinson 2003, σσ. 46–47
  96. Robinson 2003, σ. 47
  97. Robinson 2003, σσ. 20–21
  98. Robinson 2003, σσ. 48–49
  99. Blumenthal 2010, σ. 94
  100. Blumenthal 2010, σ. 94
  101. Robinson 2003, σσ. 61–62
  102. Robinson 2003, σ. 53
  103. Robinson 2003, σ. 53
  104. Zupka 2016, σ. 75
  105. Zupka 2016, σ. 75
  106. Robinson 2003, σ. 53
  107. Zupka 2016, σσ. 75–76
  108. Robinson 2003, σ. 53
  109. Robinson 2003, σ. 49
  110. Robinson 2003, σσ. 49, 54
  111. Robinson 2003, σ. 49
  112. Robinson 2003, σσ. 51–52
  113. Robinson 2003, σ. 52
  114. Robinson 2003, σσ. 50–52
  115. Robinson 2003, σ. 54
  116. Robinson 2003, σσ. 45, 53
  117. Robinson 2003, σ. 53
  118. Fuhrmann 2001, σ. 57
  119. Robinson 2003, σσ. 54–55
  120. Robinson 2003, σ. 55
  121. Tabacco 1995, σ. 85
  122. Robinson 2003, σ. 56
  123. Robinson 2003, σ. 58
  124. Robinson 2003, σσ. 58–59
  125. Fuhrmann 2001, σ. 57
  126. Robinson 2003, σ. 59
  127. Robinson 2003, σ. 61
  128. Robinson 2003, σ. 61
  129. Schutz 2010, σ. 147
  130. Robinson 2003, σ. 108
  131. Tabacco 1995, σ. 84
  132. Robinson 2003, σ. 108
  133. Schutz 2010, σ. 148
  134. Robinson 2003, σ. 65
  135. Fuhrmann 2001, σ. 62
  136. Fuhrmann 2001, σ. 62
  137. Schutz 2010, σ. 150
  138. Fuhrmann 2001, σ. 62
  139. Robinson 2003, σσ. 82–83
  140. Leyser 1982, σσ. 93–94
  141. Robinson 2003, σ. 64
  142. Robinson 2003, σ. 64
  143. Robinson 2003, σ. 64
  144. Blumenthal 2010, σ. 112
  145. Robinson 2003, σ. 64
  146. Fuhrmann 2001, σ. 62
  147. Robinson 2003, σ. 68
  148. Fuhrmann 2001, σ. 62
  149. Robinson 2003, σ. 68
  150. Robinson 2003, σσ. 65–66, 68
  151. Robinson 2003, σ. 68
  152. Robinson 2003, σ. 68
  153. Blumenthal 2010, σ. 112
  154. Robinson 2003, σσ. 69–71
  155. Robinson 2003, σ. 71
  156. Leyser 1982, σ. 223
  157. Robinson 2003, σ. 120
  158. Fuhrmann 2001, σ. 63
  159. Barber 2004, σ. 87
  160. Robinson 2003, σ. 124
  161. Robinson 2003, σ. 118
  162. Robinson 2003, σ. 118
  163. Robinson 2003, σ. 118
  164. Robinson 2003, σ. 119
  165. Robinson 2003, σ. 120
  166. Fuhrmann 2001, σ. 62
  167. Robinson 2003, σ. 72
  168. Robinson 2003, σ. 92
  169. Robinson 2003, σ. 92
  170. Robinson 2003, σσ. 125–126
  171. Robinson 2003, σσ. 92, 126
  172. Robinson 2003, σ. 127
  173. Blumenthal 2010, σ. 113
  174. Robinson 2003, σ. 125
  175. Robinson 2003, σ. 129
  176. Blumenthal 2010, σ. 113
  177. Robinson 2003, σ. 125
  178. Barber 2004, σ. 87
  179. Blumenthal 2010, σ. 113
  180. Blumenthal 2010, σ. 113
  181. Robinson 2003, σ. 129
  182. Robinson 2003, σσ. 129–130
  183. Schutz 2010, σσ. 148–149
  184. Robinson 2003, σ. 72
  185. Robinson 2003, σσ. 72–73
  186. Robinson 2003, σ. 73
  187. Leyser 1982, σ. 94
  188. Robinson 2003, σ. 73
  189. Schutz 2010, σ. 150
  190. Robinson 2003, σ. 73
  191. Robinson 2003, σσ. 73–74
  192. Robinson 2003, σ. 90
  193. Robinson 2003, σ. 91
  194. Barber 2004, σσ. 87–88
  195. Schutz 2010, σ. 160
  196. Robinson 2003, σ. 91
  197. Robinson 2003, σ. 91
  198. Robinson 2003, σ. 93
  199. Robinson 2003, σ. 93
  200. Robinson 2003, σ. 93
  201. Schutz 2010, σσ. 152–153
  202. Barber 2004, σ. 182
  203. Robinson 2003, σ. 93
  204. Robinson 2003, σ. 95
  205. Robinson 2003, σ. 95
  206. Robinson 2003, σ. 95
  207. Robinson 2003, σ. 95
  208. Schutz 2010, σ. 151
  209. Robinson 2003, σσ. 95–96
  210. Schutz 2010, σ. 151
  211. Robinson 2003, σ. 98
  212. Blumenthal 2010, σ. 112
  213. Robinson 2003, σσ. 98–99
  214. Robinson 2003, σ. 33
  215. Robinson 2003, σσ. 132–133
  216. Robinson 2003, σσ. 132–133
  217. Schutz 2010, σ. 160
  218. Robinson 2003, σ. 99
  219. Zupka 2016, σ. 82
  220. Zupka 2016, σ. 82
  221. Barber 2004, σ. 335
  222. Zupka 2016, σσ. 82–83
  223. Barber 2004, σ. 334
  224. Robinson 2003, σ. 133
  225. Robinson 2003, σσ. 133–134
  226. Robinson 2003, σ. 134
  227. Fuhrmann 2001, σ. 54
  228. Robinson 2003, σ. 135
  229. Robinson 2003, σ. 135
  230. Robinson 2003, σ. 135
  231. Blumenthal 2010, σ. 112
  232. Robinson 2003, σ. 99
  233. Robinson 2003, σ. 100
  234. Robinson 2003, σσ. 100–101
  235. Robinson 2003, σ. 101
  236. Robinson 2003, σ. 101
  237. Robinson 2003, σ. 138
  238. Barber 2004, σ. 182
  239. Robinson 2003, σ. 138
  240. Robinson 2003, σ. 102
  241. Schutz 2010, σ. 151
  242. Blumenthal 2010, σ. 113
  243. Robinson 2003, σ. 102
  244. Robinson 2003, σσ. 102–103
  245. Robinson 2003, σ. 103
  246. Robinson 2003, σ. 104
  247. Robinson 2003, σ. 138
  248. Barber 2004, σ. 88
  249. Robinson 2003, σ. 139
  250. Schutz 2010, σ. 162
  251. Robinson 2003, σσ. 139–140
  252. Robinson 2003, σσ. 140–141
  253. Schutz 2010, σσ. 162, 168
  254. Fuhrmann 2001, σ. 64
  255. Robinson 2003, σσ. 143–145
  256. Fuhrmann 2001, σ. 64
  257. Robinson 2003, σσ. 145–146
  258. Blumenthal 2010, σ. 121
  259. Robinson 2003, σ. 147
  260. Robinson 2003, σ. 147
  261. Robinson 2003, σσ. 147–148
  262. Fuhrmann 2001, σ. 64
  263. Fuhrmann 2001, σ. 64
  264. Blumenthal 2010, σ. 121
  265. Blumenthal 2010, σ. 122
  266. Robinson 2003, σ. 149
  267. Barber 2004, σ. 90
  268. Robinson 2003, σ. 151
  269. Blumenthal 2010, σ. 121
  270. Robinson 2003, σ. 151
  271. Barber 2004, σ. 88
  272. Robinson 2003, σ. 151
  273. Robinson 2003, σ. 152
  274. Robinson 2003, σ. 153
  275. Robinson 2003, σ. 156
  276. Robinson 2003, σ. 156
  277. Robinson 2003, σ. 157
  278. Robinson 2003, σ. 159
  279. Schutz 2010, σ. 167
  280. Barber 2004, σ. 89
  281. Fuhrmann 2001, σ. 65
  282. Fuhrmann 2001, σ. 65
  283. Schutz 2010, σσ. 167–168
  284. Schutz 2010, σ. 168
  285. Robinson 2003, σ. 165
  286. Schutz 2010, σσ. 169–170
  287. Robinson 2003, σσ. 167–168
  288. Vollrath 1995, σ. 60
  289. Robinson 2003, σσ. 171–172
  290. Robinson 2003, σσ. 171–172
  291. Robinson 2003, σ. 166
  292. Robinson 2003, σ. 173
  293. Robinson 2003, σ. 166
  294. Robinson 2003, σ. 171
  295. Robinson 2003, σσ. 174, 176
  296. Leyser 1982, σ. 174
  297. Robinson 2003, σ. 176
  298. Robinson 2003, σ. 177
  299. Robinson 2003, σ. 172
  300. Schutz 2010, σ. 171
  301. Robinson 2003, σ. 179
  302. Robinson 2003, σ. 179
  303. Robinson 2003, σ. 180
  304. Robinson 2003, σ. 181
  305. Robinson 2003, σ. 181
  306. Robinson 2003, σσ. 181–182
  307. Blumenthal 2010, σ. 139
  308. Robinson 2003, σ. 183
  309. Schutz 2010, σ. 172
  310. Robinson 2003, σσ. 185–186
  311. Robinson 2003, σ. 188
  312. Schutz 2010, σ. 171
  313. Robinson 2003, σ. 189
  314. Robinson 2003, σσ. 189–190
  315. Robinson 2003, σ. 190
  316. Robinson 2003, σ. 190
  317. Robinson 2003, σ. 192
  318. Robinson 2003, σ. 192
  319. Robinson 2003, σ. 192
  320. Robinson 2003, σσ. 192–193
  321. Robinson 2003, σ. 193
  322. Schutz 2010, σ. 172
  323. Robinson 2003, σ. 195
  324. Blumenthal 2010, σ. 139
  325. Robinson 2003, σσ. 194–195
  326. Schutz 2010, σ. 172
  327. Fuhrmann 2001, σ. 67
  328. Robinson 2003, σ. 197
  329. Barber 2004, σ. 89
  330. Robinson 2003, σ. 197
  331. Schutz 2010, σ. 172
  332. Robinson 2003, σ. 198
  333. Schutz 2010, σ. 173
  334. Robinson 2003, σ. 200
  335. Robinson 2003, σ. 202
  336. Barber 2004, σ. 183
  337. Barber 2004, σ. 183
  338. Robinson 2003, σσ. 203–204
  339. Schutz 2010, σ. 173
  340. Robinson 2003, σσ. 204–205
  341. Robinson 2003, σσ. 205–206
  342. Robinson 2003, σ. 212
  343. Robinson 2003, σ. 213
  344. Robinson 2003, σσ. 214–215
  345. Robinson 2003, σ. 215
  346. Schutz 2010, σ. 173
  347. Robinson 2003, σ. 208
  348. Robinson 2003, σσ. 208–209
  349. Robinson 2003, σ. 216
  350. Robinson 2003, σσ. 217–218
  351. Robinson 2003, σσ. 220–221
  352. Robinson 2003, σ. 222
  353. Robinson 2003, σσ. 222–223
  354. Robinson 2003, σσ. 223–224
  355. Schutz 2010, σ. 174
  356. Robinson 2003, σ. 224
  357. Robinson 2003, σ. 227
  358. Fuhrmann 2001, σ. 68
  359. Robinson 2003, σσ. 227–228
  360. Robinson 2003, σ. 227
  361. Fuhrmann 2001, σ. 68
  362. Robinson 2003, σ. 229
  363. Schutz 2010, σ. 174
  364. Robinson 2003, σ. 230
  365. Robinson 2003, σ. 233
  366. Schutz 2010, σ. 174
  367. Barber 2004, σ. 210
  368. Robinson 2003, σ. 233
  369. Robinson 2003, σ. 234
  370. Robinson 2003, σσ. 242–244
  371. Robinson 2003, σ. 244
  372. Robinson 2003, σ. 246
  373. Robinson 2003, σ. 245
  374. Robinson 2003, σ. 245
  375. Robinson 2003, σ. 246
  376. Schutz 2010, σ. 175
  377. Robinson 2003, σ. 246
  378. Vollrath 1995, σ. 52
  379. Schutz 2010, σ. 175
  380. Robinson 2003, σσ. 249–250
  381. Robinson 2003, σσ. 250–251
  382. Robinson 2003, σ. 253
  383. Robinson 2003, σ. 254
  384. Robinson 2003, σ. 254
  385. Robinson 2003, σ. 255
  386. Robinson 2003, σ. 255
  387. Robinson 2003, σ. 256
  388. Robinson 2003, σσ. 258–259
  389. Robinson 2003, σ. 260
  390. Robinson 2003, σ. 260
  391. Robinson 2003, σσ. 260–261
  392. Robinson 2003, σ. 261
  393. Robinson 2003, σ. 262
  394. Robinson 2003, σ. 262
  395. Schutz 2010, σ. 175
  396. Robinson 2003, σ. 262
  397. Robinson 2003, σ. 263
  398. Robinson 2003, σ. 264
  399. Robinson 2003, σ. 265
  400. Vollrath 1995, σ. 64
  401. Robinson 2003, σ. 267
  402. Robinson 2003, σ. 267
  403. Robinson 2003, σ. 267
  404. Vollrath 1995, σ. 64
  405. Robinson 2003, σ. 268
  406. Robinson 2003, σσ. 270–271
  407. Robinson 2003, σ. 271
  408. Robinson 2003, σσ. 269, 271
  409. Robinson 2003, σ. 271
  410. Robinson 2003, σ. 274
  411. Robinson 2003, σ. 274
  412. Barber 2004, σ. 92
  413. Tabacco 1995, σ. 87
  414. Robinson 2003, σ. 281
  415. Chazan 2006, σ. 173
  416. Chazan 2006, σσ. 173–174
  417. Chazan 2006, σ. 174.
  418. Robinson 2003, σ. 302
  419. Robinson 2003, σ. 281
  420. Fuhrmann 2001, σ. 68
  421. Robinson 2003, σ. 272
  422. Robinson 2003, σ. 272
  423. Fuhrmann 2001, σ. 68
  424. Robinson 2003, σσ. 272–273, 281
  425. Robinson 2003, σσ. 282–283
  426. Robinson 2003, σσ. 284–285
  427. Robinson 2003, σ. 285
  428. Robinson 2003, σσ. 285–286
  429. Robinson 2003, σ. 286
  430. Robinson 2003, σ. 286
  431. Robinson 2003, σ. 287
  432. Tabacco 1995, σ. 87
  433. Robinson 2003, σ. 286
  434. Robinson 2003, σ. 287
  435. Robinson 2003, σ. 288
  436. Robinson 2003, σσ. 289–290
  437. Schutz 2010, σ. 176
  438. Robinson 2003, σ. 287
  439. Robinson 2003, σ. 289
  440. Vollrath 1995, σ. 65
  441. Robinson 2003, σ. 290
  442. Robinson 2003, σσ. 289–290
  443. Robinson 2003, σ. 290
  444. Robinson 2003, σ. 291
  445. Fuhrmann 2001, σ. 69
  446. Robinson 2003, σ. 290
  447. Schutz 2010, σ. 176
  448. Tabacco 1995, σ. 87
  449. Fuhrmann 2001, σ. 84
  450. Robinson 2003, σ. 295
  451. Robinson 2003, σ. 294
  452. Robinson 2003, σσ. 293–294
  453. Fuhrmann 2001, σ. 76
  454. Robinson 2003, σ. 278
  455. Robinson 2003, σ. 279
  456. Schutz 2010, σ. 180
  457. Vollrath 1995, σ. 66
  458. Robinson 2003, σ. 302
  459. Schutz 2010, σ. 181
  460. Robinson 2003, σ. 295
  461. Robinson 2003, σσ. 295–296
  462. McLaughlin 2010, σ. 175
  463. Robinson 2003, σσ. 296–297
  464. Schutz 2010, σ. 181
  465. Robinson 2003, σ. 303
  466. Robinson 2003, σσ. 296–297
  467. Fuhrmann 2001, σσ. 84–85
  468. Fuhrmann 2001, σ. 85
  469. Robinson 2003, σ. 300
  470. Robinson 2003, σ. 301
  471. Robinson 2003, σ. 303
  472. Schutz 2010, σ. 181
  473. Robinson 2003, σ. 303
  474. Robinson 2003, σ. 305
  475. Robinson 2003, σ. 305
  476. Robinson 2003, σ. 307
  477. Robinson 2003, σ. 307
  478. Schutz 2010, σ. 187
  479. Robinson 2003, σσ. 308–309
  480. Fuhrmann 2001, σ. 85
  481. Robinson 2003, σ. 307
  482. Robinson 2003, σσ. 314–315
  483. Robinson 2003, σ. 315
  484. Robinson 2003, σ. 315
  485. Robinson 2003, σ. 309
  486. Robinson 2003, σ. 309
  487. Fuhrmann 2001, σ. 85
  488. Robinson 2003, σ. 312
  489. Robinson 2003, σ. 311
  490. Robinson 2003, σ. 316
  491. Robinson 2003, σ. 316
  492. Robinson 2003, σ. 317
  493. Fuhrmann 2001, σ. 85
  494. Robinson 2003, σ. 311
  495. Schutz 2010, σ. 187
  496. Schutz 2010, σ. 187
  497. Robinson 2003, σ. 310
  498. Robinson 2003, σσ. 310–311
  499. Robinson 2003, σ. 311
  500. Schutz 2010, σ. 188
  501. Robinson 2003, σ. 317
  502. Robinson 2003, σ. 321
  503. Robinson 2003, σ. 321
  504. Fuhrmann 2001, σσ. 85–86
  505. Robinson 2003, σσ. 321–322
  506. Fuhrmann 2001, σ. 85
  507. Robinson 2003, σσ. 322–323
  508. Robinson 2003, σ. 323
  509. Robinson 2003, σ. 323
  510. Robinson 2003, σ. 323
  511. Robinson 2003, σ. 327
  512. Leyser 1982, σ. 200
  513. McLaughlin 2010, σ. 175
  514. Robinson 2003, σ. 324
  515. Robinson 2003, σ. 324
  516. Robinson 2003, σ. 326
  517. Robinson 2003, σ. 330
  518. Robinson 2003, σσ. 330–331
  519. Robinson 2003, σσ. 332–333
  520. Robinson 2003, σ. 332
  521. Robinson 2003, σ. 333
  522. Robinson 2003, σ. 333
  523. Robinson 2003, σ. 334
  524. McLaughlin 2010, σ. 176
  525. Fuhrmann 2001, σ. 86
  526. Robinson 2003, σ. 334
  527. Robinson 2003, σ. 336
  528. Robinson 2003, σ. 337
  529. Robinson 2003, σ. 338
  530. Fuhrmann 2001, σ. 86
  531. Fuhrmann 2001, σ. 86
  532. Robinson 2003, σ. 339
  533. Robinson 2003, σ. 340
  534. Robinson 2003, σ. 340
  535. Robinson 2003, σσ. 340-341
  536. Robinson 2003, σ. 343
  537. Barber 2004, σ. 184
  538. Robinson 2003, σ. 343
  539. Schutz 2010, σσ. 188–189
  540. Robinson 2003, σ. 343
  541. Vollrath 1995, σ. 68
  542. Robinson 2003, σ. 344
  543. Blumenthal 2010, σ. 96

ΠηγέςΕπεξεργασία

  •   Chisholm, Hugh, επιμ.. (1911) «Henry IV. (Roman emperor)» Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάννικα (11η έκδοση) Cambridge University Press 
  • Andersson, Theodore M.; Gade, Kari Ellen (2012). Morkinskinna: The Earliest Icelandic Chronicle of the Norwegian Kings (1030–1157). Cornell University Press.
  • Barber, Malcolm (2004) [1992]. The Two Cities: Medieval Europe 1050-1320. University of Pennsylvania Press.
  • Blumenthal, Uta-Renate (2010) [1982]. The Investiture Controversy: Church and Monarchy from the Ninth to the Twelfth Century. University of Pennsylvania Press.
  • Chazan, Robert (2006). The Jews of Medieval Western Christendom: 1000-1500. Cambridge medieval textbooks. University of Pennsylvania Press.
  • Fuhrmann, Horst (2001) [1986]. Germany in the high middle ages, c. 1050-1200. Cambridge medieval textbooks. Cambridge University Press.
  • Hill, Boyd H. (2020) [1972]. Medieval Monarchy in Action: The German Empire from Henry I to Henry IV. Routledge Library Editions: The Medieval World. 21. Routledge.
  • Leyser, K.J. (1982). Medieval Germany and its Neighbours: 1000-1500. History. 12. The Hambledon Press.
  • McLaughlin, Megan (2010). Sex, Gender, and Episcopal Authority in an Age of Reform, 1000-1122. Cambridge University Press.
  • Robinson, I. S. (2003) [1999]. Henry IV of Germany, 1056-1106. Cambridge University Press.
  • Schutz, Herbert (2010). The Medieval Empire in Central Europe: Dynastyc Continuity in the Post-Carolingian Frankish Realm,, 900-1300. Cambridge Scholars Publishing.
  • Tabacco, Giovanni (1995). "Northern and central Italy". In Luscombe, David Edward; Riley-Smith, Jonathan (eds.). The New Cambridge Medieval History. Volume IV: c. 1024-c. 1198, Part II. Cambridge University Press.
  • Vollrath, Hanna (1995). "The western empire under the Salians". In Luscombe, David Edward; Riley-Smith, Jonathan (eds.). The New Cambridge Medieval History. Volume IV: c. 1024-c. 1198, Part II. Cambridge University Press. pp. 38–71.
  • Zubka, Dusan (2016). Ritual and Symbolic Communication in Medieval Hungary under the Arpad Dynasty (1000-1301). East Central and Eastern Europe in the Middle Ages, 450-1450. 39. BRILL.
  • Brooke, Z.N. (1968). "Germany under Henry IV and Henry V". In Tanner, J.R.; Previte-Orton, C.W.; Brooke, Z.N. (eds.). The Cambridge Medieval History. Volume V. Cambridge University Press.
  • Brooke, Z.N. (1968). "Gregory VII and the first Contest between Empire and Papacy". In Tanner, J.R.; Previte-Orton, C.W.; Brooke, Z.N. (eds.). The Cambridge Medieval History. Volume V. Cambridge University Press.
  • Creber, Alison (2019-04-22). "Breaking Up Is Hard To Do: Dissolving Royal and Noble Marriages in Eleventh-Century Germany". German History. 37 (2): 149–171.
  • Tul Israngura Na Ayudhya. “‘Not against the kingdom, but for the kingdom and my freedom’ Revisiting the Saxon War (1073-1075): Opposition to the King or a Revolt for the Kingdom?.” Veridian E-Journal Silpakorn University 11, 5 (July–December 2018): 123–150.
  • T. J. H. McCarthy: Chronicles of the Investiture Contest: Frutolf of Michelsberg and his continuators (Manchester, 2014).
  • Gerd Althoff (Ed.): Heinrich IV. (Ostfildern, 2009) (Vortrage und Forschungen; 69).
  • Gerd Althoff: Heinrich IV. (Darmstadt, 2006)
  • Charter given by Henry to the bishopric of Bamberg, 17.8.1057. Photography taken from the collections of the Lichtbildarchiv alterer Originalurkunden at Marburg University showing the emperor's seal.
  • Whitney, J.P. (1968). "The Reform of the Church". In Tanner, J.R.; Previte-Orton, C.W.; Brooke, Z.N. (eds.). The Cambridge Medieval History. Volume V. Cambridge University Press.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Henry IV, Holy Roman Emperor της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).
Ερρίκος Δ΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας
Γέννηση: 11 Νοεμβρίου 1050 Θάνατος: 7 Αυγούστου 1106
Βασιλικοί τίτλοι
Προκάτοχος
Ερρίκος ο Ευσεβής
Αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας
 

1084 - 1105
Διάδοχος
Ερρίκος Ε΄
Βασιλιάς της Ιταλίας
 

1080 - 1093
Διάδοχος
Κορράδος Β΄ της Ιταλίας
Βασιλιάς της Γερμανίας
 

1053-1087