Το ζωοπλαγκτόν περιλαμβάνει μικρά καρκινοειδή (αστακούς, καβούρια, γαρίδες), πρωτόζωα (τρηματοφόρα, βλεφαριδοφόρα, ακτινόζωα), σπόγγους, κνιδόζωα (θαλάσσιες ανεμώνες, μέδουσες, πολύποδες, κοράλλια) κ.ά., τα οποία τρέφονται και με φυτοπλαγκτό. Το ζωοπλαγκτό επιβιώνει και σε βάθη μεγαλύτερα από 100 m και αποτελεί τροφή για αλιεύσιμους θαλάσσιους οργανισμούς όπως φάλαινες, ψάρια, καλαμάρια κ.ά.

Μια ποικιλία ζωοπλαγκτονικών οργανισμών

ΓενικάΕπεξεργασία

Στο ζωοπλαγκτόν συμπεριλαμβάνονται όλοι εκείνοι οι μικροσκοπικοί ασπόνδυλοι οργανισμοί οι οποίοι έχουν μικρή ικανότητα ενεργητικής μετακίνησης. Οι οργανισμοί του ζωοπλαγκτού καταλαμβάνουν μια σημαντική και στρατηγική θέση εντός της τροφικής αλυσίδας των υδατικών οικοσυστημάτων και είναι ευαίσθητοι σε ανθρωπογενείς επιδράσεις (Caroni & Irvine, 2010[1]; Jeppesen et al., 2011[2]). Το ζωοπλαγκτό αποτελεί την κύρια πηγή τροφής των πλαγκτονοφάγων ψαριών συντελώντας κατά αυτόν τον τρόπο στη μεταφορά ενός μεγάλου μέρους της ενέργειας από τους πρωτογενείς παραγωγούς στους ανώτερους οργανισμούς, ενώ παράλληλα συνεισφέρει σημαντικά στην ανακύκλωση των θρεπτικών αλάτων κατά την περίοδο της θερμικής στρωμάτωσης μέσω βιολογικών εκκρίσεων και διαδικασιών αποσύνθεσης, τα οποία εισέρχονται ξανά στον κύκλο της πρωτογενούς παραγωγής (Hessen et al., 1992[3]). Κάποιοι από τους ζωοπλαγκτονικούς οργανισμούς είναι σε θέση να πραγματοποιούν μικρότερης ή μεγαλύτερης κλίμακας κατακόρυφες μεταναστεύσεις, εμπλουτίζοντας σε ένα ποσοστό τα βαθύτερα στρώματα με CO2 το οποίο παράγεται κατά την αναπνοή και αποτελεί σημαντική πηγή για τις φωτοσυνθετικές ανάγκες του φυτοπλαγκτού (Longhurst & Williams, 1992[4]). Οι περισσότεροι ζωοπλαγκτονικοί οργανισμοί είναι φυτοφάγοι και τρέφονται με φυτοπλαγκτό. Έτσι, είναι σε θέση να επηρεάσουν σημαντικά την παραγωγικότητα σε ένα υδάτινο οικοσύστημα, καθώς η υψηλή διηθητική ικανότητα ορισμένων ειδών συντελεί στη διατήρηση της καλής οικολογικής ποιότητας του νερού, απομακρύνοντας μεγάλες ποσότητες φυτοπλαγκτού (Garnier & Mourelatos, 1991[5]).

Η διηθηματοφαγία (διήθηση νερού και συγκράτηση σωματιδίων) είναι ο κυρίαρχος τρόπος σύλληψης τροφής από αρκετούς ζωοπλαγκτονικούς οργανισμούς, ενώ μερικοί από αυτούς διαθέτουν κάποια ικανότητα επιλεκτικής διατροφής. Οι ρυθμοί διήθησης συνήθως αυξάνουν με την αύξηση του σωματικού μεγέθους αλλά και με την άνοδο της θερμοκρασίας (Wetzel, 2001[6]). Η ικανότητα καταναλωτικής δραστηριότητας (βόσκησης) του ζωοπλαγκτού ποικίλλει ευρέως κατά εποχή και μεταξύ των λιμνών. Κατά τη διάρκεια του μεγαλύτερου μέρους του έτους, το ζωοπλαγκτό διηθεί μόνο ένα μικρό μέρος του υδάτινου όγκου. Σε συγκεκριμένες στιγμές του έτους, η βόσκηση μπορεί να απομακρύνει μεγάλο μέρος του φυτοπλαγκτού και να προκαλέσει αξιοσημείωτη μείωση της παραγωγικότητας του. Η ικανότητα βόσκησης του ζωοπλαγκτού επί του φυτοπλαγκτού είναι μέγιστη σε λίμνες μέτριας παραγωγικότητας (μεσότροφες). Σε ολιγότροφες λίμνες, η διαθεσιμότητα θρεπτικών κυριαρχεί στη ρύθμιση του φυτοπλαγκτού, ενώ σε εύτροφες λίμνες πλούσιες σε θρεπτικά, η αύξηση του φυτοπλαγκτού υπερβαίνει κατά πολύ τις απώλειες λόγω θνησιμότητας από τη θηρευτική δραστηριότητα του ζωοπλαγκτού. Η διαδοχή ειδών των φυκών μπορεί επίσης να μεταβληθεί λόγω εντατικής, επιλεκτικής βόσκησης και συνακόλουθης αναγέννησης των θρεπτικών (Wetzel, 2001[6]).

Η στρατηγική θέση του ζωοπλαγκτού, από την άποψη της διατροφής και της ροής της ενέργειας στο οικοσύστημα, καθώς και η ευαισθησία του σε τεχνητές και φυσικές μεταβολές του περιβάλλοντος, το κάνουν κατάλληλο για βιολογική παρακολούθηση της ποιότητας των υδάτων (Gulati, 1983[7]; Schindler, 1987[8]). Η μελέτη επομένως του ζωοπλαγκτού σε ένα υδάτινο οικοσύστημα κρίνεται αναγκαία, καθώς οι γνώσεις για το σπουδαίο αυτό οικολογικό παράγοντα μπορούν να οδηγήσουν σε σημαντικά συμπεράσματα για τη βιολογική εκτίμηση της ποιότητας των υδάτινων λεκανών και τελικά την αποτελεσματικότερη διαχείρισή τους (Caroni & Irvine, 2010[1]).

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ΒιβλιογραφίαΕπεξεργασία

  • Μιχάλης Καρύδης (Επιμέλεια ελληνικής έκδοσης) (2017). Εισαγωγή στην Ωκεανογραφία (7η Έκδοση). ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΡΙΣΙΑΝΟΥ Α.Ε. ISBN 978-960-583-088-5. 
  • Gray S. John (Μεταφρασμένο) (2003). Θαλάσσια Οικολογία. Εκδόσεις University Studio Press. ISBN 978-960-121-195-4.
  • Θεοδώρου, Α. (2004). Ωκεανογραφία: Εισαγωγή στο Θαλάσσιο Περιβάλλον. Εκδόσεις Σταμούλη Α.Ε. ISBN 978-960-351-540-1. 
  • Nybakken James (Μεταφρασμένο) (2005). Θαλάσσια Βιολογία: Μια Οικολογική Προσέγγιση. Εκδόσεις ΙΩΝ. ISBN 960-411-511-1. Marine Biology: An Ecological Approach 
  • Σακελαρίδου, Φ. Λ. (2007). Ωκεανογραφία. Εκδόσεις Αθ. Σταμούλης. ISBN 978-960-351-695-8. 
  • Peter Castro, Michael E. Huber (Μεταφρασμένο) (2015). Θαλάσσια Bιολογία. Εκδόσεις Utopia. ISBN 978-618-80647-9-9. Marine Biology, 9th ed. 
  • Κωνσταντίνος Κορμάς (2010). Οικολογία υδρόβιων μικροοργανισμών. Εκδόσεις Γαρταγάνη. ISBN 978-960-685-914-4. 
  • Paul R. Pinet (2019). Invitation to Oceanography (8th Edition). Jones & Bartlett Learning. ISBN 978-128-416-469-5. 

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 Caroni, Rossana; Irvine, Kenneth (2010). «THE POTENTIAL OF ZOOPLANKTON COMMUNITIES FOR ECOLOGICAL ASSESSMENT OF LAKES: REDUNDANT CONCEPT OR POLITICAL OVERSIGHT?». Biology and Environment: Proceedings of the Royal Irish Academy 110B (1): 35–53. ISSN 0791-7945. http://www.jstor.org/stable/20799767. 
  2. Jeppesen, Erik; Nõges, Peeter; Davidson, Thomas A.; Haberman, Juta; Nõges, Tiina; Blank, Kätlin; Lauridsen, Torben L.; Søndergaard, Martin και άλλοι. (2011-08-03). «Zooplankton as indicators in lakes: a scientific-based plea for including zooplankton in the ecological quality assessment of lakes according to the European Water Framework Directive (WFD)» (στα αγγλικά). Hydrobiologia 676 (1): 279. doi:10.1007/s10750-011-0831-0. ISSN 1573-5117. https://doi.org/10.1007/s10750-011-0831-0. 
  3. Hessen, Dag; Andersen, Tom; Faafeng, Bjørn (1992-01-01). «Zooplankton contribution to particulate phosphorus and nitrogen in lakes» (στα αγγλικά). Journal of Plankton Research 14 (7): 937–947. doi:10.1093/plankt/14.7.937. ISSN 0142-7873. https://academic.oup.com/plankt/article/14/7/937/1410796. 
  4. Longhurst, Alan; Williams, Robert (1992-01-01). «Carbon flux by seasonal vertical migrant copepods is a small number» (στα αγγλικά). Journal of Plankton Research 14 (11): 1495–1509. doi:10.1093/plankt/14.11.1495. ISSN 0142-7873. https://academic.oup.com/plankt/article/14/11/1495/1427964. 
  5. Garnier, Josette; Mourelatos, Spiros (1991). «Contribution of grazing in phytoplankton overall losses in a shallow French lake» (στα αγγλικά). Freshwater Biology 25 (3): 515–523. doi:10.1111/j.1365-2427.1991.tb01394.x. ISSN 1365-2427. https://onlinelibrary.wiley.com/doi/abs/10.1111/j.1365-2427.1991.tb01394.x. 
  6. 6,0 6,1 «Limnology - 3rd Edition». www.elsevier.com. Ανακτήθηκε στις 20 Απριλίου 2020. 
  7. Gulati, R. D. (1983-09-01). «Zooplankton and its grazing as indicators of trophic status in Dutch lakes» (στα αγγλικά). Environmental Monitoring and Assessment 3 (3): 343–354. doi:10.1007/BF00396229. ISSN 1573-2959. https://doi.org/10.1007/BF00396229. 
  8. Schindler, D. W. (1987-12-18). «Detecting Ecosystem Responses to Anthropogenic Stress». Canadian Journal of Fisheries and Aquatic Sciences 44 (S1): s6–s25. doi:10.1139/f87-276. ISSN 0706-652X. https://www.nrcresearchpress.com/doi/10.1139/f87-276.