Θεολογική Σχολή Αθηνών

σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

Η Θεολογική Σχολή Αθηνών είναι μία από τις οκτώ σχολές του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.[1]

Ιστορία της Θεολογικής ΣχολήςΕπεξεργασία

Προδρομικές απόπειρες ίδρυσης Θεολογικής ΣχολήςΕπεξεργασία

Ο Φριδερίκος Τιρς κλήθηκε από τον πρόεδρο της Αντιβασιλείας κόμη Άρμανσμπεργ να υποβάλει υπόμνημα για την οργάνωση της Παιδείας. Για την ανώτερη βαθμίδα προέβλεπε τη δημιουργία πανεπιστημίου με τέσσερις σχολές εκ των οποίων η μία Θεολογική.[2] Στην συνέχεια την άνοιξη του 1833 συστήθηκε επιτροπή για την εκπόνηση σχεδίου προτάσεων για την εκπάιδευση. Στην Τρίτη βαθμίδα ο Γιόχαν Φραντς, ένας εκ των μελών της, προέβλεπε την καλλιέργεια και της θεολογίας, της ‘’του θείου επιστήμης’’[3] Το 1834 ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής σύμβουλος στο υπουργείο Παιδείας πρότεινε με υπόμνημά του τη δημιουργία πανεπιστημίου με πέντε σχολές εκ των οποίων μια εκείνη της θεολογικής[4].

Η σφραγίδα της σχολήςΕπεξεργασία

Με το διάταγμα της 6ης Ιουλίου 1849 καθορίσθηκε η σφραγίδα της σχολής η οποία έχει έμβλημα το συμπλεκόμενο μονόγραμμα του Χ και του Ρ , εκατέρωθεν με τα γράμματα Α και Ω και σε κύκλο αρχικώς την επιγραφή ‘’Θεολογική Σχολή του Οθωνείου Πανεπιστημίου’’ (Διάταγμα 6/7/1849) , αργότερα ‘’Θεολογική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου’’ (Νόμος 17/07/1911)[5]

Ανθρωπογεωγραφία του πρώτου διδακτικού προσωπικούΕπεξεργασία

Το πρώτο πλήρες ακαδημαϊκό έτος η Θεολογική στελεχώθηκε με 3 καθηγητές.[6] Δύο τακτικοί και ένας έκτακτος.[7] Οι διορισμοί του πρώτου διδακτικού προσωπικού της σχολής έγιναν χωρίς προσδιορισμό του διδακτικού αντικειμένου.[8] Ως προς την ηλικιακή σύνθεση διαθέτει τον νεώτερο καθηγητή, τον ηλικίας εικοσιπέντε ετών Κωνσταντίνο Κοντογόνη.[9]

 
Ο Κωνσταντίνος Κοντογόνης ήταν ο νεώτερος ηλικιακά καθηγητής της Θεολογικής και του Πανεπιστημίου Αθηνών όταν συστήθηκε το 1837.

Οι τρεις πρώτοι δεν αντικαταστάθηκαν μέχρι το 1860, ενώ όσοι διορίστηκαν μετά το 1837 ατύπως, ουσιαστικά διαδέχθηκαν τους πρώτους.[10]

Όλοι οι καθηγητές που διορίστηκαν στην Θεολογική Σχολή, μετά τους τρεις πρώτους, σπούδασαν στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.[10] Ένας εξ αυτών συνδεόταν με οικογενειακούς δεσμούς με άλλον καθηγητή: ο Νικόλαος Σαρίπολος ήταν σύζυγος της Αριάδνης Κουσκολέκα ανεψιάς του καθηγητή της Θεολογικής Μισαήλ Αποστολίδη.[11] Στην πρώτη περίοδο λειτουργίας της σχολής (μέχρι το τέλος του 19ου αι.) οι 9 από τους 15 καθηγητές της ανήλθαν από τη βαθμίδα του υφηγητή.[12] Το μεγαλύτερο ποσοστό των καθηγητών της Σχολής (μέχρι και σήμερα) αποτελείτο από λαϊκούς θεολόγους καθηγητές, κάτι που «μείωνε το κύρος των παραδοσιακών διανοουμένων (του κλήρου)»[13]

Παράγοντες αρχικών δυσχερειώνΕπεξεργασία

Η δυσκολία συνδυασμού της θρησκευτικής πίστης με την επιστήμη, η απόρριψη των αντίστοιχων σχολών της Δύσης ως χώρων σπουδής της θεολογίας από τους Ορθόδοξους κληρικούς και αντίθετα η προτίμηση πατριαρχικών και άλλων ιερατικών σχολών καθόρισαν την αργή συγκρότηση προγράμματος σπουδών, την ονομασία των εδρών και το κεντρικό αντικείμενο της διδασκαλίας τους.[10] Έτσι υπήρχε ελλειμματική αντιστοιχία με τα διδακτικά αντικείμενα.[14] Οι αποδοχές τους-600 δραχμές- δεν ήταν αρκετές ώστε να αναγκάζονται να διδάσκουν και σε άλλες πανεπιστημιακές και μη Σχολές με αποτέλεσμα να μην έχουν διαθέσιμο χρόνο για την επιστημονική και ερευνητική εργασίας τους.[15]

Η Θεολογική Σχολή Αθηνών και η σχέση της με την Εκκλησία της ΕλλάδοςΕπεξεργασία

Ο σκοπός της λειτουργίας της Σχολής ήταν εξ αρχής συνδεδεμένος με την Εκκλησία. Καθώς η Ιερά Σύνοδος δεν την διοικούσε κλήθηκε να αποφανθεί επί του σχεδίου των μαθημάτων της Σχολής, το οποίο συντασσόταν όμως από τους καθηγητές της.[16] Είναι χαρακτηριστική η απουσία του επισκόπου Αττικής από την τελετή της επετείου του ιδρύματος για τα τρία χρόνια λειτουργίας του.[17] Όταν αργότερα ο Χρυσόστομος Παπαδόπουλος,καθηγητής όντας της Σχολής ανήλθε στον Αρχιεπισκοπικό θρόνο Αθηνών «επιχειρήθηκε η πανεπιστημιακή θρησκευτική διανόηση να επανέλθει στην εκκλησιαστική της βάση και να υπηρετήσει την Εκκλησία »[18] Η διάσταση μεταξύ της ακαδημαϊκής θεολογίας και της ποιμένουσας Εκκλησίας οδήγησε την Ιερά Σύνοδο να ιδρύσει Εκκλησιαστική Θεολογική Ακαδημία, για να αναλάβει η ίδια τη θρησκευτική μόρφωση του λαού , επειδή η Θεολογική Σχολή Αθηνών δεν ήταν εκκλησιαστική.[19]

Παράγοντες δημιουργίας κύρους της σχολήςΕπεξεργασία

Στα πλαίσια της προεισαγωγικής δημοσίευσης μιας καθηγητικής διατριβής που ενθάρρυνε ο τότε Πρύτανης Κωνσταντίνος Σχινάς η θεολογική θα έχει μια πρωτιά με τη δημοσίευση από τον Μισαήλ Αποστολίδη της εργασίας του ‘’Ο βίος και τα συγγράμματα του εν Αγίοις Ιωάννου του Δαμασκηνού’’ (1838)[20] Το 1875 το Υπουργείο Παιδείας ζητάει από τη Θεολογική Σχολή να αποφανθεί αν ο τότε Μητροπολίτης Αθηνών είχε το δικαίωμα να απαγορεύσει ανάγλυφες παραστάσεις σε ναό των Αθηνών που είχε τοποθετήσει η εκκλησιαστική επιτροπή. Η Θεολογική αποφάνθηκε πως δεν απαγορευόταν η χρήση ανάγλυφων παραστάσεων. Την ίδια χρονιά, επίσης, το Υπουργείο ζητά από τη Θεολογική να αποφανθεί για την τρόπο που πρέπει να γίνονται αποδεκτοί οι προσερχόμενοι στην Ορθόδοξη θρησκεία.[21] Μετά κυρίως τους Βαλκανικούς αρχίζει να αυξάνει το κύρος της σχολής όταν αρχίζουν να μεταφράζονται σε άλλες γλώσσες τα βιβλία των διδασκόντων σε αυτή, όταν συμμετέχουν καθηγητές της σε διεθνείς συναντήσεις , π.χ Α’ Συνέδριο της Ορθόδοξης Θεολογίας το 1936 και στα πλαίσια της Οικουμενικής κίνησης όπου έρχονται σε επαφή με αλλόδοξους θεολόγους.[22] . Καθηγητές της Θεολογικής καταλαμβάνουν θέσεις πρυτάνεως, γεγονός που αντανακλά «την εμπιστοσύνη και τον σεβασμό της σύνολης πανεπιστημιακής κοινότητας του Πανεπιστημίου Αθηνών στο αποκτηθέν κεφάλαιο των πανεπιστημιακών θεολόγων» κάτι που οφειλόταν λιγότερο στο ισχυρό επιστημονικό κεφάλαιο και πιο πολύ στην ικανότητα διαχείρισης των πανεπιστημιακών ζητημάτων.[23] Έτσι το 1850 ενώ το Πανεπιστήμιο εξέλεξε για πρύτανή του τον Ιωάννη Βενθύλο το Υπουργείο προτίμησε τον Μισαήλ Αποστολίδη, ο οποίος είχε έντονη παρουσία στα θρησκευτικά πράγματα της εποχής.[24] Επίσης εντοπίζουμε καθηγητές της Σχολής ως μέλη του Συμβουλίου Εκκλησιαστική Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, της Επιτροπής Εκκλησιών του Υπουργείου Εξωτερικών, Διευθυντές θρησκευμάτων του Υπουργείου Παιδείας , Υπουργούς Παιδείας, Βασιλικούς Επιτρόπους στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος και της Εκκλησίας της Κρήτης.[25]

Πρυτανείες Καθηγητές Θεολογικής[26]
1842-1843 Μισαήλ Αποστολίδης
1850-1851 Μισαήλ Αποστολίδης
1854-1855 Κων/νος Κοντογόνης
1874-1875 Παναγιώτης Ρομπότης
1878-1879 Νικόλαος Δαμαλάς
1893-1894 Παναγιώτης Παυλίδης
1895-1896 Αναστάσιος Κυριακός
1910-1911 Εμμανουήλ Ζολώτας
1913-1914 Γεώργιος Δέρβος
1914-1915 Ιωάννης Μεσολωράς
1915-1916 Ιωάννης Μεσολωράς
1923-1924 Χρήστος Ανδρούτσος
1931-1932 Κων/νος Δυοβουνιώτης
1936-1937 Γρηγόριος Παπαμιχαήλ
1945-1946 Δημήτριος Μπαλάνος
1950-1951 Γεώργιος Σωτηρίου
1955-1956 Παναγιώτης Μπρατσιώτης
1960-1961 Βασίλειος Βέλλας
1965-1966 Λεωνίδας Φιλιππίδης
1970-1971 Ανδρέας Φυτράκης
1973-1974 Αθανάσιος Χαστούπης
1974-1975 Ανδρέας Φυτράκης
1980-1981 Ευάγγελος Θεοδώρου

ΦοιτητέςΕπεξεργασία

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει ο Κωνσταντίνος Σχινάς στον πρυτανικό λόγο του μετά το πέρας του πρώτης χρονιάς λειτουργίας ο συνολικός αριθμός τους ανέρχεται στους 8[27] Από την αρχή της λειτουργίας της σχολής γίνεται ένας χώρος προς αποφυγή, διότι δεν παρουσιάζει καμία επαγγελματική εξασφάλιση από την απόκτηση του πτυχίου. Είναι χαρακτηριστικό πως στην πρώτη εκατονταετία του ιδρύματος ενώ σε όλο γράφτηκαν 87.179 φοιτητές στη Θεολογική ήταν μόνο 2182 ,δηλαδή το 2,5% και από αυτούς πήραν πτυχίο οι μισοί (1034)[28][σ 1]

Η πρώτη γυναίκα φοιτήτρια και η παρουσία των γυναικών στη Θεολογική ΣχολήΕπεξεργασία

Η Θεοδώρα Παρασκευοπούλου ήταν η πρώτη ιστορικά καταγεγραμμένη σπουδάστρια στη Σχολή. Εγγράφτηκε το ακαδημαϊκό έτος 1919-1920, αλλά τελικά μετεγγράφεται το 1921-1922 στη Νομική Σχολή Αθηνών.[σ 2] Τελικά το 1924 οι πρώτες φοιτήτριες κάνουν την εμφάνισή τους στη σχολή.[29] Η Θεολογική Σχολή Αθηνών λόγω της αυξημένης αριθμητικά παρουσίας γυναικών στις τάξεις των φοιτητών της Σχολής, προσέφυγε στο Συμβούλιο της Επικρατείας και πέτυχε την έγκριση της αλλαγής ποσόστωσης μεταξύ ανδρών και γυναικών: 50 άνδρες και 25 γυναίκες. Ενδεικτικό είναι πως στο διάστημα 1984-1999 μόνο οκτώ γυναίκες έλαβαν διδακτορικό σε αντίθεση με σαράντα οκτώ άνδρες.[30]

Ο Άγιος Νεκτάριος απόφοιτος της Θεολογικής Σχολής ΑθηνώνΕπεξεργασία

Στις 4 Νοεμβρίου 1881 εγγράφηκε στη Θεολογική Σχολή Αθηνών ο Άγιος Νεκτάριος (Νεκτάριος Κεφάλας) φέροντας τον αύξοντα αριθμό στο Μητρώον 1042. Στο δεύτερο έτος αιτήθηκε υποτροφίας από από το κληροδότημα Παπαδάκη που την έλαβε μετά από εξετάσεις. Το 1885 ολοκλήρωσε τις σπουδές του.[31]

 
Ο Άγιος Νεκτάριος Αιγίνης ήταν ένας από τους αποφοίτους της Θεολογικής Σχολής Αθηνών

Το ζήτημα της ισοτιμίας της θεολογικής Αθηνών και θεολογικών σχολών εξωτερικώνΕπεξεργασία

Από το 1885 οι καθηγητές της Θεολογικής Σχολής Αθηνών είχαν εκφράσει την άποψη πως η Θεολογική Σχολή της Χάλκης δεν είναι αναγνωρισμένη ως Θεολογική Σχολή Πανεπιστημίου αλλά είναι επιπέδου γυμνασίου και οι απόφοιτοί της εγγράφονται μόνο ως φοιτητές στη Θεολογική Σχολή Αθηνών. Τελικά το 1930 αποδέχθηκε τους αποφοίτους της Χάλκης ως ικανούς να διοριστούν στην Μέση Εκπαίδευση και στο Πανεπιστήμιο, στην πράξη όμως δεν αποδεχόταν τους διδάκτορες της Χάλκης ως υποψήφιους για θέση καθηγητών στη Σχολή. Έτσι η Θεολογική Σχολή Αθηνών έκανε το 1912 τον Χρήστο Ανδρούτσο και το 1924 τον Βασίλειο Στεφανίδη καθηγητές της χάρη στο γερμανικό διδακτορικό δίπλωμα φιλοσοφίας κι όχι στο δίπλωμα της Χάλκης. Το ίδιο έγινε και με τον Βασίλειο Ιωαννίδη ο οποίος απόφοιτος της Χάλκης όντας ήλθε με μεταπτυχιακό δίπλωμα από την Οξφόρδη που δεν το αναγνώρισε ως διδακτορικό η Θεολογική Αθηνών, με αποτέλεσμα να υποβάλλει την υποβληθείσα ως μεταπτυχιακή εργασία στην Αγγλία ως διδακτορική στην Θεολογική Αθηνών το 1937 προκειμένου να μπορέσει να γίνει υφηγητής της Ερμηνείας της Καινής Διαθήκης.[32]

Διαδικασία αποφοίτησηςΕπεξεργασία

Αναγκαία προϋπόθεση για τη συμμετοχή στις εξετάσεις ήταν η προηγούμενη τριετής φοίτηση . Το διδακτορικό αξίωμα δινόταν μόνο σε κληρικούς και αν δεν είναι κάποιος κληρικός και πετύχει στις εξετάσεις θα λάμβανε ένα προσωρινό αποδεικτικό μέχρι να γίνει κληρικός.[33] Η θεολογική σχολή έδινε δίπλωμα προλύτη. Το διδακτορικό δινόταν τιμητικά μόνο σε διαπρεπείς θεολόγους.[34] Πράγματι μετά από σχετική σύσταση του τότε Πρύτανη Πέτρου Παπαρρηγόπουλου η Θεολογική το 1863 αποφάσισε να δίδεται ο τίτλος του διδάκτορος μόνο σε όσους είχαν φοιτήσει τέσσερα έτη (όπως και για την απόκτηση του διπλώματος του προλύτου[35] Ο πρώτος προλύτης αναδείχθηκε το 1857[36] Ήταν ένας ρώσος ο Π. Νιτσίνσκι.[37] Ο πρώτος αριστούχος προλύτης της Θεολογικής ήταν μετέπειτα καθηγητής της σχολής Φίλιππος Παπαδόπουλος από την Βάρνα της Μαύρης Θάλασσας.[38]

Κτιριακές εγκαταστάσειςΕπεξεργασία

Από την αρχή της λειτουργίας της στεγάστηκε στο κτήριο του παλαιού Πανεπιστημίου. Το 1976 μεταφέρθηκε στον χώρο της Πανεπιστημιούπολης του δήμου Ζωγράφου, κι έγινε η πρώτη Σχολή που μετοίκισε στον συγκεκριμένο χώρο.[39]

Θεολογική σχολή Αθηνών και σχολική θρησκευτική εκπαίδευσηΕπεξεργασία

Ένας από τους σκοπούς της Θεολογικής σχολής ήταν και η στελέχωση της μέσης παιδείας με δασκάλους της θρησκευτικής αγωγής. Όμως ο μικρός αριθμός φοιτητών και η μη χορήγηση διδακτορικού διπλώματος σε λαϊκούς δεν ευνόησαν την στροφή θεολόγων προς τη δημόσια εκπαίδευση.[40] Έτσι αρκετοί λαϊκοί ή κληρικοί εγγράφονταν ή μετεγγράφονταν στη Φιλοσοφική Αθηνών προς απόκτηση του διδακτορικού τίτλου για διορισμό τους στην εκπαίδευση.[41]

 
Ο Ιγνάτιος Μοσχάκης ήταν ένας εκ των διδασκόντων της Θεολογικής Αθηνών που συνέγραψε σχολικά εγχειρίδια

Ο Μισαήλ Αποστολίδης συμβάλει στην εξέλιξη της σχολικής θρησκευτικής αγωγής με τη συγγραφή δύο σχολικών εγχειριδίων του μαθήματος των Θρησκευτικών.[42] Ο Αναστάσιος Διομίδης Κυριακός ήταν ο δεύτερος πανεπιστημιακός θεολόγος που εισήγαγε στη μέση εκπαίδευση τη διδασκαλία της Εκκλησιαστικής Ιστορίας.[43] Έτσι εγκαινιάστηκε η μακρά παράδοση συμμετοχής πανεπιστημιακών θεολόγων στη σχεδίαση Αναλυτικών προγραμμάτων, συγγραφής ή κρίσης σχολικών εγχειριδίων.[44] Άλλοι καθηγητές που στη διάρκεια του 19ου αιώνα συνέγραψαν διδακτικά εγχειρίδια ήταν οι Παναγιώτης Ρομπότης, Γεώργιος Δέρβος, Ιωάννης Μεσολωράς, και Ιγνάτιος Μοσχάκης[45] Δεν ήταν λίγα πάντως τα σχολικά εγχειρίδια με συντάκτες καθηγητές της σχολής που απορρίφθηκαν κάτι που έδειχνε πως απουσίαζε από αυτούς «κάθε σοβαρή ενασχόληση (θεολογική και παιδαγωγική) με θέματα σχολικής θρησκευτικής αγωγής»[46]

Οι πρώτες αντιδράσεις-πολεμικές σε βάρος της σχολήςΕπεξεργασία

Τις περισσότερες αντιδράσεις από την πρώτη στιγμή της λειτουργίας της θα δεχθεί η Θεολογική. Η εφημερίδα ‘’Αθήνα’’ θα επικρίνει την υπερβολική βαρύτητα που δόθηκε στην θεωρητική παιδεία και την υποστελέχωση των μαθηματικοφυσικών επιστημών, «Παρατηρούμεν τρεις καθηγητάς διά την θεολογίαν […] δια τας μαθηματικοφυσικάς επιστήμας ,[…] δύο καθηγητάς» [47] Η ίδια εφημερίδα θα επισημάνει την ανάπηρη και ατελή λειτουργίας της. Οι κληρικοί έδειχναν αδιαφορία για να παρακολουθήσουν τις παραδόσεις. Αίτιο της αδιαφορίας ήταν οι ‘’φαρμακερές ραδιουργίες’’ που εκπορεύονταν από ‘’κάποιους κύκλους’’ και στην αλαζονική αντίληψη πως για τους κληρικούς αρκεί το απολυτήριο γυμνασίου. Μάλιστα ο συντάκτης της εφημερίδας ζητάει να απειληθούν με διακοπή της μισθοδοσίας τους αν δεν φοιτήσουν στη Θεολογική σχολή.[48][49] Η εφημερίδα ‘’Αιών’’ υπογράμμιζε τη σπουδαιότητα της σχολής αλλά διαφοροποιείται από την Αθηνά ως προς την μόρφωση των κληρικών που μπορεί να γίνει και από ένα ‘’Φροντιστήριο’’. Ο Κωνσταντίνος Οικονόμος δεν θεωρούσε τη θεολογική σχολή ικανή να μορφώσει τους φοιτητές στην εκκλησιαστική πράξη. Ο σχολάρχης της Σχολής Μισαήλ Αποστολίδης κατηγορήθηκε ότι δίδασκε τους μελλοντικούς θεολόγους ‘’δι’ αποκρύφων της Θεολογίας τετραδίων’’[50] Αλλά και απλοί άνθρωποι ανεπισήμως επικρίνουν το καθηγητικό προσωπικό της σχολής-εν προκειμένω τον Μισαήλ Αποστολίδη- όπως ο εκπαιδευτικός από το Μεσολόγγι Δημήτριος Παλαμάς στην αλληλογραφία του με τον μητροπολίτη Αθηνών Θεόφιλο μιλώντας για ‘’γερμανοπαιδευθέντες ‘’ και ‘’ξενοφρονούντες’’[51] Φιλορθόδοξοι κύκλοι προσκείμενοι πολιτικά στο ρωσικό κόμμα με επικαφαλής τον Κωνσταντίνο Οικονόμο δεν κρύβουν την ανησυχία τους για τη στελέχωση του Πανεπιστημίου από προσωπικό με φιλελεύθερες θρησκευτικές απόψεις, θα κατηγορήσουν τον Αποστολίδη για εξύβριση του κλήρου.[52] Τις κατηγορίες περί αθεϊσμού που προάγει το πανεπιστήμιο θα αντικρούσει ο ένας μη θεολόγος διδάσκων του ιδρύματος επικαλούμενος ότι το Πανεπιστήμιο διδάσκει την ‘’πλέον υψηλή Θεολογίαν’’[53]

 
Ο Μισαήλ Αποστολίδης ήταν από τους πρώτους καθηγητές της Θεολογικής Σχολής Αθηνών που θα συγκεντρώσει τις πρώτες αμφισβητήσεις για το περιεχόμενο των όσων πρέσβευε

Φροντιστήρια της Θεολογικής σχολήςΕπεξεργασία

Το πρώτο φροντιστήριο που συστήνεται είναι εκείνο της Ομιλητικής το 1860 με διδάσκοντα τον Αλέξανδρο Λυκούργο. Άλλα φροντιστήρια που συστήνονται είναι το της Εκκλησιαστικής Ιστορίας του Γεώργιου Δέρβου, της Δογματικής Θεολογίας, της Πατρολογίας, το Ερμηνευτικό και της Εβραϊκής γλώσσας. Τη διδασκαλία σε αυτά τα φροντιστήρια αναλαμβάνουν υφηγητές λόγω του μικρού αριθμού των διδασκόντων σε αυτήν. Πέραν της φροντιστηριακής εκπαίδευσης διοργανώθηκαν και εκπαιδευτικές εκδρομές των φοιτητών της σχολής με προορισμούς τον Μυστρά (1928), το Άγιον Όρος (1929), τα Μετέωρα (1930), το Μέγα Σπήλαιο και την Αγία Λαύρα(1931), τους Δελφούς (1932), την Κρήτη (1933)[54]

Η Θεολογική Σχολή Αθηνών και η Θεολογική Σχολή ΘεσσαλονίκηςΕπεξεργασία

Στον μεσοπόλεμο ο δικτάτορας Πάγκαλος σχεδίαζε να μεταφέρει τη Θεολογική Αθηνών (και τη Φιλοσοφική) μαζί με τους καθηγητές της στη Θεσσαλονίκη. Τελικά υποχώρησε μπροστά στη σφοδρή αντίδραση των συγκλητικών του ιδρύματος.[55] Η προοπτική ίδρυσης δεύτερης Θεολογικής Σχολής στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης δημιουργούσε έντονο σκεπτικισμό στους διδάσκοντες της Θεολογικής Αθηνών. Ο καθηγητής Αμίλκας Αλιβιζάτος επιχειρηματολογούσε κατά της ίδρυσης λέγοντας πως θα αύξανε τον υπερπληθυσμό των λαϊκών θεολόγων που λόγω της χαμηλής απορροφητικότητάς τους στην εκπαίδευση και της απροθυμίας τους να ενταχθούν στον κλήρο θα διόγκωνε την ανεργία τους.[56]

Η θεολογική σχολή Αθηνών και οι Γερμανικές ,προτεσταντικές-ρωμαιοκαθολικές καταβολές τηςΕπεξεργασία

Οι ερευνητές έχουν επισημάνει τις γερμανικές καταβολές του πρώτου πανεπιστημίου της Ελλάδος.[σ 3] Από αυτόν τον κανόνα δεν εξαιρείται και η Θεολογική Σχολή Αθηνών[57]. Όλοι οι υφηγητές της θεολογικής σχολής που διορίστηκαν πριν το 1870 ήταν διδάκτορες φιλοσοφίας γερμανικών Πανεπιστημίων[58] Συγκεκριμένα από τους τριαντατρείς καθηγητές της πρώτης εκατονταετίας (1837-1937), οι είκοσιεπτά είχαν εκπαιδευθεί στη Γερμανία.[59]

Η θεολογική σχολή Αθηνών και η εμπλοκή της στην ελληνική πολιτική και κοινωνική ιστορίαΕπεξεργασία

Τα Ευαγγελικά και η θεολογική σχολή ΑθηνώνΕπεξεργασία

Σημαντική ήταν η εμπλοκή της Θεολογικής Σχολής Αθηνών στα Ευαγγελικά. Στις 29 Οκτωβρίου 1901 συνεδρίασε και με υπόμνημά της καταδίκασε τη μετάφραση . Την επομένη οι εφημερίδες Ακρόπολις και Άστυ ειρωνεύτηκαν το υπόμνημα κάτι που προκάλεσε την αντίδραση των φοιτητών που μετά από πρωτοβουλία των φοιτητών της Θεολογικής συγκεντρώθηκαν στα Προπύλαια και διαδήλωσαν στα γραφεία των δύο εφημερίδων προξενώντας σε αυτές καταστροφές.[60] «Είναι χαρακτηριστική η δυναμική παρουσία της Θεολογικής Σχολής στις συγκρούσεις του 1901 , με την οποία αναβαθμιζόταν η θέση της εντός του πανεπιστημίου και παράλληλα της δινόταν η ευκαιρία να τοποθετηθεί με βαρύνοντα λόγο σε ζητήματα σχέσεων κράτους εκκλησίας»[61]

Μετά το ΓουδίΕπεξεργασία

Η κυβέρνηση Στέφανου Δραγούμη προβαίνει στην διά νόμου ΄΄εκκαθάριση του Πανεπιστημίου’’ αλλά από τη Θεολογική δεν απομακρύνεται κανένας καθηγητής[62]

Στη Μεταξική δικτατορίαΕπεξεργασία

Το Μεταξικό καθεστώς θέσπισε νέο όριο ηλικίας και νέα καθηγητική βαθμίδα, των επικουρικών καθηγητών με απώτερο σκοπό τον έλεγχο του καθηγητικού σώματος. Η Θεολογική Σχολή, που από το καθεστώς θεωρείτο η λιγότερο επικίνδυνη για το ίδιο, επηρεάστηκε ελάχιστα.[63] Ο πρύτανης του ακαδημαϊκού έτους 1936 -1937 Γρηγόριος Παπαμιχαήλ και καθηγητής της Θεολογικής Σχολής στον εναρκτήριο λόγο του παρουσιάζεται ως υποστηρικτής του καθεστώτος και ως φερέφωνο της ιδεολογίας του καθεστώτος. «Τα κίνητρά του δεν μπορούν εύκολα να διαπιστωθούν, αν δηλαδή ένιωθε ιδεολογική συγγένεια με το καθεστώς ή ασκούσε καιροσκοπική πολιτική απλώς για να είναι αρεστός» [64][65]

Αγώνες για την παιδεία αρχές δεκαετίας του 1960Επεξεργασία

Σημαντική ήταν και η εκπροσώπηση των σπουδαστών της Θεολογικής στις διεκδικήσεις για το 15% για την παιδεία. Αυτοί συνδυάστηκαν και με θέματα που αφορούσαν τις εργασιακές προοπτικές των αποφοίτων των θεολογικών σχολών. Μάλιστα ο καθηγητής της Θεολογικής Αθηνών Παναγιώτης Μπρατσιώτης παραιτήθηκε από άμισθος σύμβουλος του Ανώτατου Συμβουλίου Εκπαιδευτικού Προγραμματισμού επείδη εκφράσθηκε σε αυτό γνώμη για μείωση των ωρών διδασκαλίας του μαθήματος των θρησκευτικών.[66]

Στη δικτατορία του 1967-1974Επεξεργασία

Ο Καθηγητής της θεολογικής σχολής Αθανάσιος Χαστούπης ήταν Πρύτανης του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Όπως σημείωνε χαρακτηριστικά σε συνέντευξή του ο καθηγητής της κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Κολωνίας Δημήτρης Σαβράμης ,«Το ότι ένας Πρύτανις ελληνικού πανεπιστημίου ανήκει πλέον στην ιστορία με τον τίτλο ο Πρύτανις των τανκς», και είναι τακτικός καθηγητής ελληνικής Θεολογικής Σχολής, αρκεί σαν απόδειξη του ότι οι Θεολογικές μας Σχολές απογοήτευσαν πολύ τον Ελληνικό Λαό»[67]

 
Ο Αθανάσιος Χαστούπης ήταν Πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών στη διάρκεια της Δικτατορίας

Τον Φεβρουάριο του 1973 έχουμε εξέγερση των φοιτητών και κατάληψη της Νομικής. Το παρόν δίνει μεταξύ άλλων ο καθηγητής της Θεολογικής Σχολής και τότε Επίσκοπος Ανδρούσης Αναστάσιος Γιαννουλάτος που επιχειρεί να εισέλθει στην υπό κατάληψη σχολή κρύβοντας στα ράσα του τρόφιμα.[68] Μετά την κατάρρευση της στρατιωτικής δικτατορίας στα πλαίσια της αποχουντοποίησης των Α.Ε.Ι. από τη Θεολογική Σχολή Αθηνών τιμωρήθηκαν οι Αθανάσιος Δεληκωστόπουλος με την ποινή της οριστικής απόλυσης και ο Ηλίας Οικονόμου με την ποινή της τριετούς απόλυσης.Ο τελευταίος επανήλθε το 1980 ως τακτικός καθηγητής[69]

Ιδεολογικό στίγμα της Θεολογικής σχολής και ο ρόλος της στη διαμόρφωση της επίσημης πολιτικο-θρησκευτικής ιδεολογίαςΕπεξεργασία

Η Θεολογική σχολή ήταν μέσα στις τέσσερις πρώτες σχολές του νεοσυσταθέντος πανεπιστημίου και η προτεραιότητα της ένταξής της αυτής οφειλόταν σύμφωνα με τον ιστορικό Γιώργο Δερτιλή, «[...]για να στελεχώσει την Εκκλησία που,για το κράτος, ήταν δυνάμει πηγή νομιμότητας αλλά και αμφισβητήσεων και απειλών και για την κοινωνία, ήταν ενοποιητικό συνεκτικό στοιχείο, αλλά και θεσμός τον οποίο σεβόταν και υπάκουε το ποίμνιο, δηλαδή η μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού[...]»[70] Οι εκπρόσωποι της Ελλαδικής ακαδημαϊκής θεολογίας και ιδιαίτερα του Αθήνησι πανεπιστημίου συμβάλουν στον προσδιορισμό της επίσημης θρησκευτικο-πολιτικής ιδεολογίας μέσα από τον χρηματισμό τους σε κυβερνητικές θέσεις του Υπουργείου Παιδείας:

ο Αμίλκας Αλιβιζάτος ήταν τμηματάρχης του τμήματος εκκλησιαστικών του Υπουργείου Εκκλησιαστικών και δημοσίας εκπαιδεύσεως (1917-1923) και τρεις φορές κυβερνητικός επίτροπος στην Ιερά Σύνοδο. Ο Κωνσταντίνος Δυοβουνιώτης υπήρξε διευθυντής θρησκευμάτων στο Υπουργείο Παιδείας (1927-1930). Ο Δημήτρης Μπαλάνος διετέλεσε Υπουργός Παιδείας της Κυβέρνησης ΔεμερτζήΝικόλαος Λούβαρης γενικός γραμματέας του Υπουργείου Παιδείας (1926-1928 και 1935),ενώ το 1936 Υπουργός Παιδείας. Ο Χρήστος Ανδρούτσος προϊστάμενος της Διεύθυνσης Θρησκευμάτων του Υπουργείου Παιδείας επί κυβερνήσεως Πάγκαλου (1925),

 
Ο Ανδρούτσος διετέλεσε προϊστάμενος της Διεύθυνσης Θρησκευμάτων του Υπουργείου Παιδείας

καθώς και ο Λεωνίδας Φιλιππίδης (1930-1939)[71] Ο Βλάσιος Φειδάς από το 1974 μέχρι το 1979 υπηρέτησε ως Γενικός Διευθυντής Θρησκευμάτων στο Υπουργείο Παιδείας.

Τον Μάρτιο του 1912 η σχολή αναγορεύει ως επίτιμους διδάκτορες τους Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως Ιωακείμ, Αλεξανδρείας Φώτιο, Αντιοχείας Γρηγόριο και Ιεροσολύμων Δαμιανό. Ήταν μια ξεκάθαρη συμβολική πράξη, η οποία συνέδεε τους εκκλησιαστικούς ηγέτες των ελληνικών πληθυσμών της Ανατολής με το εθνικό μητροπολιτικό κέντρο, πράξη που υλοποιήθηκε με τη συνεργασία και του Ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών.[72][73] Δεν είναι τυχαίο πως στη Σχολή αυτή εκπονήθηκε διατριβή με θέμα Ο Χριστιανισμός και τα Σοσιαλιστικά Συστήματα στα πλαίσια μιας προσπάθειας επιστημονικής κατανόησης της ηθικής και πνευματικής διαφοράς του χριστιανισμού από τον υλιστικό σοσιαλισμό, ενισχύοντας την εντύπωση πως η Σχολή στήριζε το υπάρχον κοινωνικό σύστημα.[σ 4] Σύγχρονη έρευνα κατέδειξε ότι πενιχρές είναι οι αναφορές σε διαγραφές ή αποκλεισμούς θεολόγων σπουδαστών στην περίοδο 1938-1974 λόγω αριστερών φρονημάτων κάτι που καταδεικνύει ότι λειτούργησε ως μηχανισμός ιδεολογικής αναπαραγωγής της κρατούσας αντικομμουνιστικής ιδεολογίας.[74] Όπως επισημαίνει ο Σάββας Αγουρίδης, «Το κράτος μέχρι τώρα ζητάει από τις Θεολογικές Σχολές να εκπαιδεύσουν ιερείς και καθηγητές σημαιοφόρους της κρατούσας ιδεολογίας και ηθικής, καθώς και την ιδιαίτερη συμβολή τους στις εθνικές κρατικές επιλογές ως προς τα συμφέροντα του Ελληνισμού»[75]

Θητεία στην Ακαδημία Αθηνών Καθηγητές της Θεολογικής Αθηνών-μέλη της Ακαδημίας Αθηνών[76]
1926-1938 Χρυσόστομος Παπαδόπουλος
1926-1955 Γεώργιος Σωτηρίου
1928-1943 Κων/ίνος Δυοβουνιώτης
1929-1942 Κωνσταντίνος Ράλλης
1931-1959 Δημήτρης Μπαλάνος
1945-1956 Γρηγόριος Παπαμιχαήλ
1955-1982 Παναγιώτης Μπρατσιώτης
1960-1961 Νικόλαος Λούβαρις
1962-1969 Αμίλκας Αλιβιζάτος
1974-1992 Ιωάννης Καρμίρης
1978-1990 Κωνσταντίνος Μπόνης
1993-2004 Μάρκος Σιώτης

Από το τμήμα επιμόρφωσης διετούς διάρκειας στη δημιουργία Τμήματος ΠοιμαντικήςΕπεξεργασία

Στη μεταπολίτευση η Θεολογική σχολή ενέταξε τους φοιτητές κληρικούς που είχαν εισαχθεί χωρίς εξετάσεις στην περίοδο της Δικτατορίας σε ειδικό τμήμα Επιμόρφωσης διετούς διάρκειας. Οι απόφοιτοι ελάμβαναν ειδικό δίπλωμα κατατασσόμενοι στην Ά μισθολογική κατηγορία. Υπό την πίεση που άσκησνα με σκοπό να λάβουν πτυχίο ΑΕΙ το Επιμορφωτικό Τμήμα επί Υπουργείας Παιδείας Ταλιαδούρου ονομάστηκαν ‘’Ποιμαντικά’’ και απέκτησαν ισοτιμία με τη Θεολογική.[77][78]

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  1. Από το 1890-1891 έως το 1936-1937 έχουμε 1240 εγγεγραμμένους από τους οποίους 525 λαμβάνουν πτυχίο. Βλ. Κυπριανός 1996, σελ. 230-231
  2. Η στροφή των φοιτητριών προς τη Νομική ήταν γενική εκείνη την περίοδο, αφού και από άλλες σχολές μεταγράφονταν όπως από Ιατρική, Φαρμακευτική Φιλοσοφική. Βλ. Κούκου 1995-1997, σελ. 101
  3. Όπως επισημαίνει ο Στέργιος Φασουλάκης, οι διδάσκοντες σε αυτό «με καμάρι τόνιζαν […] τη φοίτηση τους κοντά σε καθηγητές των γερμανικών και γερμανόφωνων πανεπιστημίων και η γερμανική βιβλιογραφία κατείχε πάντοτε την πρώτη θέση στα ελληνικά συγγράμματα και τις μονογραφίες». Βλ. Φασουλάκης 1989, σελ. 102
  4. Συντάκτης της ο Αντωνέσκου Πέτρου το 1934. Βλ. Καραμούζης 2004, σελ. 288-289

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. «Σχολές και Τμήματα Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 7 Σεπτεμβρίου 2015. 
  2. Καρκάνης 1999, σελ. 10
  3. Καρκάνης 1999, σελ. 14
  4. Καρκάνης 1999, σελ. 17
  5. Δεντάκης 1979-1980, σελ. 839
  6. Κιμουρτζής 2001, σελ. 8
  7. Κιμουρτζής 2001, σελ. 151
  8. Κιμουρτζής 2001, σελ. 153
  9. Κιμουρτζής 2001, σελ. 10
  10. 10,0 10,1 10,2 Κιμουρτζής 2001, σελ. 17
  11. Κιμουρτζής 2001, σελ. 144
  12. Λάππας 1989, σελ. 144
  13. Καραμούζης 2004, σελ. 256
  14. Κιμουρτζής 2001, σελ. 171
  15. Αρκάδας 2011, σελ. 144
  16. Καραμούζης 2004, σελ. 255
  17. Λάππας 1992, σελ. 243
  18. Καραμούζης 2004, σελ. 259
  19. Καραμούζης 2004, σελ. 261
  20. Χρήστου 1992, σελ. 378
  21. Καραμούζης 2004, σελ. 257 (σημ. 12)
  22. Δεντάκης 1979-1980, σελ. 840
  23. Αρκάδας 2011, σελ. 179
  24. Λάππας 2004, σελ. 135
  25. Αρκάδας 2011, σελ. 180-181
  26. «Καθηγητές της Σχολής Πρυτάνεις του Πανεπιστημίου Αθηνών». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 14 Μαρτίου 2016. 
  27. Ταγκαλάκης, σελ. 49
  28. Ταγκαλάκης, σελ. 50
  29. Αρκάδας 2011, σελ. 200
  30. Αρκάδας 2011, σελ. 202
  31. Ζώρας & Δημάκη 2007-2008, σελ. 215-216
  32. Γαρνάβος 1998, σελ. 45
  33. Ταγκαλάκης, σελ. 69
  34. Καρκάνης 1999, σελ. 96 (σημ. 32)
  35. Περσελής 1992, σελ. 750
  36. Καρκάνης 1999, σελ. 79
  37. Τσακόπουλος 1989, σελ. 462
  38. Περσελής 1992, σελ. 740
  39. Αρκάδας 2011, σελ. 255
  40. Περσελής 1987, σελ. 574-575
  41. Περσελής 1997, σελ. 81-82
  42. Περσελής 1987, σελ. 575-578
  43. Περσελής 1987, σελ. 578
  44. Περσελής 1987, σελ. 580
  45. Περσελής 1997, σελ. 253
  46. Περσελής 1997, σελ. 254
  47. Στασινόπουλος 1971, σελ. 67-68
  48. Ταγκαλάκης, σελίδες 19-20 & 54
  49. Στασινόπουλος 1971, σελ. 83
  50. Ταγκαλάκης, σελ. 56
  51. Τριανταφύλλου 1982-1984
  52. Λάππας 2004, σελ. 478-479
  53. Λάππας 1992, σελ. 230
  54. Γαβρόγλου, Καραμανωλάκης & Μπαρκούλα 2014, σελ. 336
  55. Μαρκέτος 1989, σελ. 413
  56. Αρκάδας 2011, σελ. 149
  57. Γιανναράς 1992, σελ. 303
  58. Περσελής 1992, σελ. 755 (σημ. 39)
  59. Podskalsky 1996, σελ. 202
  60. Γαβρόγλου, Καραμανωλάκης & Μπαρκούλα 2014, σελ. 166
  61. Γαβρόγλου, Καραμανωλάκης & Μπαρκούλα 2014, σελ. 168
  62. Σταυρίδου-Πατρικίου 1989, σελ. 216
  63. Στυλιανός 2004, σελ. 53
  64. Στυλιανός 2004, σελ. 70
  65. Καραμούζης 2008, σελ. 119-121
  66. Μεταλληνός 1989, σελ. 291
  67. Αργυρόπουλος 2004, σελ. 20
  68. Αργυρόπουλος 2004, σελ. 93
  69. Αρκάδας 2011, σελ. 244
  70. Δερτιλής 2010, σελ. 298
  71. Καραμούζης 2004, σελ. 256 (σημ. 9)
  72. Νανάκης 2003, σελ. 233-246
  73. Καρακατσούλη 2002, σελ. 132
  74. Φύλλας 2019, σελ. 71-79
  75. Αγουρίδης 1991, σελ. 263
  76. «Καθηγητές της Θεολογικής Σχολής μέλη της Ακαδημίας Αθηνών». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 3 Οκτωβρίου 2016. 
  77. Αγουρίδης 1991, σελ. 261
  78. Αρκάδας 2011, σελ. 182

ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Φύλλας, Μιχάλης (Ιούλιος-Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2019). «Αντικομμουνισμός, πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων από το 1938 έως το 1974, μέσα από τα πρακτικά συνεδριάσεων μιας πανεπιστημιακής σχολής. Η περίπτωση της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών». Νέα Παιδεία (171): 71-79. [1]
  • Ευαγγελίνος, Στυλιανός (2004). Το Πανεπιστήμιο σε φασιστικό περιβάλλον. Η περίπτωση του Πανεπιστημίου Αθηνών (1936-1941) σε συγκριτική προσέγγιση. Αθήνα: Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (Τμήμα Μεθοδολογίας Ιστορίας και Θεωρίας των Επιστημών). 
  • Ταγκαλάκης, Δημήτρης. Η ίδρυση και τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του Ελληνικού πανεπιστημίου. Η στάση του τύπου της εποχής. Διαπανεπιστημιακό Μεταπτυχιακό πρόγραμμα Ιστορίας και Φιλοσοφίας των επιστημών και της τεχνολογίας. 
  • Καρκάνης, Ηλίας (1999). Στοιχεία από τη θέσπιση της ανώτερης εκπαίδευσης στο ελληνικό κράτος (1833-1862). Αθήνα: Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (Τμήμα Μεθοδολογίας Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης)/Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. 
  • Αγουρίδης, Σάββας (1991). «Οι θεολογικές σπουδές στην Ελλάδα σήμερα». Το Πανεπιστήμιο στην Ελλάδα σήμερα. Οικονομικές κοινωνικές και πολιτικές διαστάσεις. Αθήνα: Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα. σελ. 261-266. 
  • Δεντάκης, Βασίλειος (1979-1980). «Η Θεολογική Σχολή περί της συνάψεως διπλωματικών σχέσεων μεταξύ της Ελληνικής Κυβερνήσεως και του Βατικανού». Επιστημονική Επετηρίς της Θεολογικής Σχολής Αθηνών ΚΔ’: 793-836. 
  • Δεντάκης, Βασίλειος (1979-1980). «Ιστορικά τινά της Θεολογικής Σχολής του εν Αθήναις Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου εν οις και χρονικόν σύντομον του ακαδημαϊκού έτους 1979-1980». Επιστημονική Επετηρίς της Θεολογικής Σχολής Αθηνών ΚΔ’: 837-861. 
  • Στασινόπουλος, Μιχάλης (Ιανουάριος-Μάρτιος 1971). «Η οργάνωσις του πανεπιστημίου των Αθηνών κατά την ίδρυσίν του και οι πρώτοι καθηγηταί του». Παρνασσός 13 (1): 53-89. 
  • Περσελής, Εμμανουήλ (Ιούλιος–Σεπτέμβριος 1987). «Σταθμοί στην εξέλιξη της σχολικής θρησκευτικής αγωγής και θεολογική σχολή πανεπιστημίου Αθηνών». Θεολογία 58 (3): 572-582. 
  • Καραμούζης, Πολύκαρπος (2008). «Πανεπιστήμιο και ιδεολογία: Η αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογικοπολιτικής θεωρίας μέσα από τους επίσημους λόγους των καθηγητών του Πανεπιστημίου Αθηνών (1900-1970)». Στο: Μπουζάκης, Σήφης. Ιστορία της Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης, Πρακτικά του 4ου επιστημονικού συνεδρίου Ιστορίας της Εκπαίδευσης (Πάτρα, 6-8 Οκτωβρίου 2006). Αθήνα: Εκδόσεις Gutenberg. σελ. 113-129. 
  • Δερτιλής, Γιώργος (2010). Ιστορία του Ελληνικού κράτους 1830-1920. Α΄. Αθήνα: Εκδόσεις «Βιβλιοπωλείον της Εστίας». 
  • Γαβρόγλου, Κώστας· Καραμανωλάκης, Βαγγέλης· Μπαρκούλα, Χάιδω (2014). Το Πανεπιστήμιο Αθηνών [1837-1937] και η ιστορία του. Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. 
  • Καραμούζης, Πολύκαρπος (2004). Κράτος, Εκκλησία και Εθνική ιδεολογία στη νεώτερη Ελλάδα (Κλήρος, θεολόγοι και Θρησκευτικές Οργανώσεις στο Μεσοπόλεμο). Αθήνα: Πάντειο Πανεπιστήμιο Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών (Τμήμα Κοινωνιολογίας). 
  • Αγουρίδης, Σάββας (1994). «Νέα ρεύματα στην Ελληνική θεολογία κατά την πρώτη μεταπολεμική περίοδο (1945-1967)». Η Ελληνική κοινωνία κατά την πρώτη μεταπολεμική περίοδο (1945-1967). Αθήνα: Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα. σελ. 423-426. 
  • Περσελής, Εμμανουήλ (1997). Εξουσία και θρησκευτική αγωγή στην Ελλάδα του 19ου αιώνα. Αθήνα: Εκδόσεις Γρηγόρης. 
  • Αρκάδας, Δημήτριος (2011). Οι επαγγελματίες της θεολογικής σκέψης : το διδακτικό και ερευνητικό προσωπικό της θεολογικής σχολής Αθηνών από τον μεσοπόλεμο μέχρι σήμερα. Πάντειο Πανεπιστήμιο (Τμήμα Κοινωνιολογίας). 
  • Νανάκης, Ανδρέας (2003). «Οι Προκαθήμενοι των Πρεσβυγενών Πατριαρχείων το 1912 Αναγορεύονται Επίτιμοι Διδάκτορες της Θεολογικής Σχολής Αθηνών». Επιστημονική Επετηρίς της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (Τμήμα Θεολογίας Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης) 13: 233-246. 
  • Κούκου, Ελένη (1995-1997). «Η ίδρυση του Πανεπιστημίου Αθηνών και η συμμετοχή των Ελληνίδων στην επιστημονική εξέλιξη των Αθηνών». Μνημοσύνη 13: 93-110. 
  • Τριανταφύλλου, Κωνσταντίνος (1982-1984). «Ο Δημήτριος Παλαμάς προς τον μητροπολίτην Αθηνών Θεόφιλον Βλαχοπαπαδόπουλον». Μνημοσύνη 9: 350-354. 
  • Κυπριανός, Παντελής (Ιούνιος-Δεκέμβριος 1996). «Φοιτητικός πληθυσμός και ζήτηση σπουδών στην Ελλάδα (1891-1936)». Τα Ιστορικά 13 (24-25): 225-252. 
  • Χρήστου, Θανάσης (Δεκέμβριος 1992). «Ο Κ. Δ. Σχινάς και η πρώτη Πρυτανεία στο Οθώνειο Πανεπιστήμιο (1837-1838)». Τα Ιστορικά 9 (17): 371-384. 
  • Μαρκέτος, Σπύρος (1989). «Η Ίδρυση του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης: Κριτική στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας». Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία. Ιστορική διάσταση και προοπτικές, Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου. Β΄. Αθήνα: Ι.Α.Ε. Ν. - Γ.Γ.Ν.Γ. σελ. 397-420. 
  • Τσακόπουλος, Βάσιας (1989). «Επιλογή σπουδών και παραγωγικές δυνάμεις: μια πειοδολόγηση (1837-1930)». Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία. Ιστορική διάσταση και προοπτικές, Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου. Β΄. Αθήνα: Ι.Α.Ε. Ν. - Γ.Γ.Ν.Γ. σελ. 461-469. 
  • Φασουλάκης, Στέριος (1989). «Γερμανικές καταβολές του ελληνικού πανεπιστημίου και ελληνικές αμφισβητήσεις του γερμανικού πανεπιστημίου». Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία. Ιστορική διάσταση και προοπτικές, Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου. Α΄. Αθήνα: Ι.Α.Ε. Ν. - Γ.Γ.Ν.Γ. σελ. 99-104. 
  • Λάππας, Κώστας (1989). «Το διδακτικό προσωπικό του Πανεπιστημίου Αθηνών τον ΙΘ' αιώνα». Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία. Ιστορική διάσταση και προοπτικές, Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου. Α΄. Αθήνα: Ι.Α.Ε. Ν. - Γ.Γ.Ν.Γ. σελ. 137-147. 
  • Σταυρίδου-Πατρικίου, Ρένα (1989). «Οι ενδοπανεπιστημιακές ισορροπίες και η ανατροπή τους (1910-1926)». Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία. Ιστορική διάσταση και προοπτικές, Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου. Α΄. Αθήνα: Ι.Α.Ε. Ν. - Γ.Γ.Ν.Γ. σελ. 215-222. 
  • Μεταλληνός, Γεώργιος (1989). «Ο αγώνας των φοιτητών της θεολογίας το 1962 και το φοιτητικό κίνημα». Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία. Ιστορική διάσταση και προοπτικές, Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου. Α΄. Αθήνα: Ι.Α.Ε. Ν. - Γ.Γ.Ν.Γ. σελ. 289-298. 
  • Λάππας, Κώστας (2004). Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα. Αθήνα: Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών/Ε.Ι.Ε. 
  • Περσελής, Εμμανουήλ (Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1992). «Ιστορικές πτυχές της Ελληνικής Πανεπιστημιακής θεολογικής παιδείας». Θεολογία 63 (4): 735-791. 
  • Λάππας, Κώστας (1992). «Αντιθέσεις γύρω από την ίδρυση και τους προσανατολισμούς του Ελληνικού Πανεπιστημίου. Σχόλια σ'ένα πανηγυρικό λόγο του Κων. Νέγρη (1840)». Αφιέρωμα στον πανεπιστημιακό δάσκαλο Βας. Βλ. Σφυρόερα από τους μαθητές του. Αθήνα: Εκδόσεις Λύχνος. σελ. 227-245. 
  • Καρακατσούλη, Άννα (Ιούνιος 2002). «Διεθνείς σχέσεις και ακαδημαϊκή κοινότητα: οι επίτιμοι διδάκτορες του Πανεπιστημίου Αθηνών (1912-1914)». Τα Ιστορικά 19 (36): 129-164. 
  • Γιανναράς, Χρήστος (1992). Ορθοδοξία και Δύση στη νεώτερη Ελλάδα. Αθήνα: Εκδόσεις Δόμος. 
  • Αργυρόπουλος, Ανδρέας (2004). Χριστιανοί και πολιτική δράση κατά την περίοδο της δικτατορίας (1967-1974). Αθήνα: Εκδόσεις Ψηφίδα. 
  • Γαρνάβος, Χρήστος (1998). Ζητήματα παραβιάσεων της θρησκευτικής ελευθερίας στις Θεολογικές Σχολές των Ελληνικών Πανεπιστημίων. Αθήνα: Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. 
  • Ζώρας, Γεράσιμος; Δημάκη, Μαρία (2007-2008). «Λογοτεχνικοί αντικατοπτρισμοί του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η ζωή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών όπως την βίωσαν και την περιέγραψαν οι λογοτέχνες μας». Επιστημονική Επετηρίς της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών ΛΘ΄: 151-227. 
  • Podskalsky, Gerhard (1996). «Οι γνώσεις για την Ελληνική θεολογία στη Γερμανία και η επιρροή της Γερμανικής θεολογίας στην Ελληνική Ορθοδοξία». Στο: Χρυσός, Ευάγγελος. Ένας κόσμος γεννιέται. Η εικόνα του Ελληνικού πολιτισμού στη Γερμανική επιστήμη κατά τον 19ο αι. Αθήνα: Εκδόσεις Ακρίτας. σελ. 191-206. 
  • Κιμουρτζής, Παναγιώτης (2001). Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1860): οι πρώτες γενεές των διδασκόντων. Αθήνα: Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. 

Περαιτέρω ανάγνωσηΕπεξεργασία

  • Γιούλτσης, Βασίλειος (1977). Έλληνες πτυχιούχοι ορθοδόξων Θεολογικών Σχολών 1941-1975. Κοινωνιολογική έρευνα. Θεσσαλονίκη: Αφοί Κυριακίδη Εκδόσεις. 
  • Σακελλαρίου, Μιχαήλ. «Ο Αλέξανδρος Λυκούργος και η κατά του πανσλαβισμού δράσις αυτού». Byzantinisch-neugriechische Jahrbücher: internationales wissenschaftliches Organ 8 (1929-1930): 245-260. 
  • Τσιάκας, Κωνσταντίνος (2003). Φοιτητικά ενθυμήματα της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών ετών 1945-1949. Αθήνα. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία