Θύελλα και Ορμή

λογοτεχνικό γερμανικό κίνημα του 18ου αιώνα

Θύελλα και Ορμή (γερμανικά: Sturm und Drang - Στουρμ ουντ Ντρανγκ) ήταν ένα λογοτεχνικό κίνημα με επίδραση στη μουσική και τις εικαστικές τέχνες που αναπτύχθηκε στη Γερμανία κατά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, πρόδρομος του γερμανικού ρομαντισμού.[1]

Γκαίτε, ένας από τους κύριους εκφραστές του κινήματος.

Ήταν ένα κίνημα αμφισβήτησης που υποστηρίχθηκε κυρίως από νέους και υποστήριζε την ελευθερία της έκφρασης, την ατομική υποκειμενικότητα, την ανεξαρτησία της ιδιοφυΐας του δημιουργού και, κυρίως, την ελεύθερη έκφραση των συναισθημάτων σε αντίδραση στους περιορισμούς που επέβαλε ο ορθολογισμός του Διαφωτισμού.

Το όνομα του κινήματος εμφανίστηκε στη δεκαετία του 1820 και ανάγεται στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Φρίντριχ Μαξιμίλιαν φον Κλίνγκερ το 1776.

Οι φιλόσοφοι Γιόχαν Γκέοργκ Χάμαν και Γιόχαν Γκότφριντ Χέρντερ συνέβαλαν θεωρητικά στην διαμόρφωση του κινήματος. Άλλες σημαντικές προσωπικότητες ήταν οι Γιόχαν Άντον Λάιζεβιτς, Γιάκομπ Μίχαελ Ράινχολντ Λεντς, Χάινριχ Λεοπόλντ Βάγκνερ και Φρίντριχ Μαξιμίλιαν φον Κλίνγκερ. Ο Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε και ο Φρίντριχ Σίλλερ άρχισαν την καριέρα τους ως εξέχοντα μέλη του κινήματος. [2]

Ανάπτυξη του κινήματοςΕπεξεργασία

Αυτό το ανατρεπτικό κίνημα εκτείνεται περίπου από το 1767 έως το 1787 και αντιπαρέθεσε το δημιουργικό, επαναστατικό και ανεξάρτητο πνεύμα ενάντια στον ορθολογισμό του Διαφωτισμού. Αντιμέτωπο με τα ψυχρά μοντέλα και τους λογοτεχνικούς περιορισμούς του γαλλικού νεοκλασικισμού, το νέο κίνημα καθιέρωσε ως πηγή έμπνευσης το συναίσθημα αντί για τη λογική και είχε ως πρότυπα τα έργα του Σαίξπηρ και του Ζαν-Ζακ Ρουσώ. Υποστηρίχθηκε από τον Γιόχαν Γκέοργκ Χάμαν και ιδιαίτερα από τον Γιόχαν Γκότφριντ Χέρντερ και τον μαθητή του Γκαίτε ενάντια σ' αυτό που θεωρούνταν υπερβολική ορθολογιστική λογοτεχνική παράδοση. Η απόρριψη των κανόνων του κλασικισμού του 18ου αιώνα το τοποθετεί στις απαρχές ενός πολύ μεγαλύτερου πολιτιστικού κινήματος, του Ρομαντισμού.

Το κίνημα είχε και πολιτικές προεκτάσεις - αν και στην πράξη έμεινε μόνο λογοτεχνικό και αισθητικό ρεύμα, καθώς η κατακερματισμένη Γερμανία της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας δεν ευνοούσε μια εθνική δράση. Στρέφονταν κατά του απολυταρχισμού και εμπνέονταν από τα ιδανικά της Γαλλικής Επανάστασης με θεμελιώδεις αξίες του την έννοια της ελευθερίας και τα ανθρώπινα δικαιώματα, συγχρόνως απέρριπτε την αστική ζωή και τις αστικές πεποιθήσεις και ηθικές αξίες και επιζητούσε την επιστροφή στη φύση.[3]

Σύμφωνα με τον Χέρντερ, η λογοτεχνία δεν θα συνίστατο πλέον σε μια απλή μίμηση λογοτεχνικών προτύπων, αφού η ιστορία δεν σταματά, αλλά μεταμορφώνεται γιατί είναι ζωντανή. Κάθε λαός σε κάθε εποχή πρέπει να δημιουργεί τη δική του λογοτεχνία. Το καλύτερο μοντέλο ήταν ο Σαίξπηρ, «μεταφραστής της φύσης σε όλες τις γλώσσες της» και «θνητός προικισμένος με θεϊκή δύναμη». Όπως ο Σαίξπηρ είχε χρησιμοποιήσει εθνικά θέματα για να οικοδομήσει ένα «ζωντανό σύνολο», έτσι και οι Γερμανοί έπρεπε να θυμηθούν τη δική τους ιστορία προσφέροντας στην εθνική συνείδηση. Με αυτή την πρόσκληση, ο Χέρντερ ενστάλαξε στον Γκαίτε την ιδέα να γράψει ένα δραματικό έργο για τον Γερμανό ιππότη του 16ου αιώνα Γκετς φον Μπέρλιχινγκεν, δημιουργώντας έτσι ένα από τα αντιπροσωπευτικότερα έργα της νέας αισθητικής με το οποίο ο 24χρονος συγγραφέας έγινε διάσημος. Ο Χέρντερ έστρεψε την προσοχή των συγγραφέων στη λαϊκή ποίηση και ζήτησε να αναγνωριστεί η «αυθεντικότητα» και το βάθος του δημοτικού τραγουδιού και της δημοτικής ποίησης ως τέχνη.

Στη λογοτεχνίαΕπεξεργασία

 
Άρι Σέφερ: Λεονώρα. Οι νεκροί οδηγούν γρήγορα.

Το κίνημα ήταν επαναστατικό στη γερμανική λογοτεχνία ως προς την έμφαση που έδωσε στην προσωπική υποκειμενικότητα και στα δεινά του ανθρώπου στη κοινωνία της εποχής που κυριαρχούνταν από κοινωνικές διαφορές και ηθική υποκρισία. Καθιέρωσε σταθερά τους Γερμανούς συγγραφείς ως πολιτιστικούς ηγέτες στην Ευρώπη, σε μια εποχή που η Γαλλία θεωρούνταν από πολλούς ως το κέντρο της λογοτεχνικής ανάπτυξης. Το κίνημα διακρίθηκε επίσης από την ένταση με την οποία ανέπτυξε το θέμα της ιδιοφυΐας των νέων ενάντια στα αποδεκτά πρότυπα και από τον ενθουσιασμό του για τη φύση. Σπουδαία μορφή του κινήματος υπήρξε ο Γκαίτε, ο οποίος έγραψε το πρώτο του σημαντικό δράμα, Γκετς φον Μπέρλιχινγκεν (1773), και το πιο αντιπροσωπευτικό του μυθιστόρημα αυτού του ρεύματος Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου (1774). Άλλοι σημαντικοί συγγραφείς ήταν ο Φρίντριχ Κλόπστοκ, ο Γιάκομπ Μίχαελ Ράινχολντ Λεντς, ο οποίος συνέθεσε τα δράματα Ο δάσκαλος ή Τα πλεονεκτήματα της ιδιωτικής εκπαίδευσης (1774) και Οι στρατιώτες (1776). Ο Χάινριχ Λεοπόλντ Βάγκνερ, που πέθανε πρόωρα, συγγραφέας του δράματος Η βρεφοκτόνος (1776), ο Γκότφριντ Μπύργκερ με το ποίημα Λεονώρα (1773) [4] και ο Φρίντριχ Μύλλερ. Η τελευταία σημαντική προσωπικότητα ήταν ο Σίλλερ, με χαρακτηριστικό έργο Οι Ληστές.[5]

Χαρακτηριστικά - ΘέματαΕπεξεργασία

Ο πρωταγωνιστής σε ένα θεατρικό έργο, ποίημα ή μυθιστόρημα του Στουρμ ουντ Ντρανγκ οδηγείται στη δράση - συχνά βίαιη - όχι από την επιδίωξη ευγενών μέσων ούτε από αληθινά κίνητρα, αλλά από εκδίκηση και απληστία. Η λογοτεχνία του κινήματος παρουσιάζει μια αντι-αριστοκρατική κλίση, ενώ επιδιώκει να εξυψώσει το ταπεινό και φυσικό, ειδικά οτιδήποτε είναι οδυνηρό, βασανιστικό ή τρομακτικό.

Η ιστορία του ανεκπλήρωτου έρωτα και της αυτοκτονίας είναι ένα κλασικό θέμα, που παρουσιάζεται σε πολλά έργα, όπως στο μυθιστόρημα του Γκαίτε Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου. Τα έργα απεικονίζουν κοινωνικές συγκρούσεις μεταξύ ενός ατόμου και της κοινωνίας, αλλά και μέσα στην κοινωνία, ακόμη και μέσα στην οικογένεια. Οι πιο τυπικοί χαρακτήρες του κινήματος είναι θύματα της κακής λειτουργίας της κοινωνίας, της βίας και των συνεπειών της (φόνος, βιασμός, βρεφοκτονία που διαπράττουν νέες μητέρες), της ζήλιας μεταξύ αδελφών (λόγω των προνομίων του μεγαλύτερου έναντι του νεότερου), της αλαζονείας των αριστοκρατών προς τους απλούς ανθρώπους, της αυταρχικής βαρβαρότητας των πατέρων των οικογενειών κατώτερων τάξεων, της δύναμης των προκαταλήψεων.[6]

Άλλο επαναλαμβανόμενο θέμα είναι η σύγκρουση μεταξύ της φυσικής ιδιοφυΐας, της απείθαρχης νεολαίας που αγωνίζεται για ελευθερία κατά των φραγμών της υπάρχουσας τάξης, που κάνουν τους χαρακτήρες να εμφανίζονται ως επαναστάτες και εγκληματίες.

Στη μουσικήΕπεξεργασία

Το κίνημα επηρέασε και τη μουσική, φθάνοντας στο σημείο της ακμής του τη δεκαετία του 1770. Οι καλλιτεχνικές του προθέσεις ήταν να τρομάξει, να ζαλίσει, να κυριαρχήσει με το συναίσθημα, να δώσει έμφαση στην παράλογη και υποκειμενική προσέγγιση της τέχνης. Μουσικοί εκπρόσωποι του Στουρμ ουντ Ντρανγκ είναι μεταξύ άλλων οι Καρλ Φίλιπ Εμάνουελ Μπαχ, Γιόχαν Κρίστιαν Μπαχ, Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ, Γιόζεφ Χάυντν και Γκλουκ σε μια συγκεκριμένη περίοδο.[7][8]

Στην τέχνηΕπεξεργασία

 
Ο εφιάλτης, Γιόχαν Χάινριχ Φίσλι, 1781

Η επίδραση στις εικαστικές τέχνες μπορεί να παρατηρηθεί σε πίνακες με καταιγίδες και ναυάγια που απεικονίζουν τον τρόμο και την παράλογη καταστροφή που προκάλεσε η φύση. Αυτά τα προ-ρομαντικά έργα είχαν μεγάλη επιτυχία στη Γερμανία από τη δεκαετία του 1760 έως τη δεκαετία του 1780, υποδεικνύοντας την ύπαρξη ενός κοινού που θαύμαζε συναισθηματικά προκλητικά έργα τέχνης.[9]

Επιπλέον, ανησυχητικά οράματα και απεικονίσεις εφιαλτών κέρδισαν το κοινό στη Γερμανία, όπως αποδεικνύεται από την κατοχή και τον θαυμασμό του Γκαίτε έργων ζωγραφικής του Φίσλι που τα θεωρούσε ικανά να «προκαλέσουν έναν δυνατό τρόμο στον θεατή».

Αξιοσημείωτοι καλλιτέχνες ήταν οι Ζοζέφ Βερνέ, Κάσπαρ Βολφ, Φίλιπ Τζαίημς ντε Λούθερμπουργκ και Γιόχαν Χάινριχ Φίσλι.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία