Ιερά Μητρόπολις Εφέσου

Πρώην Μητρόπολη του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Μικρά Ασία

Η Ιερά Μητρόπολις Εφέσου είναι μια πρώην επαρχία του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Η επισκοπή υπήρχε από το 325 έως το 1922 με έδρα της την Έφεσο και αργότερα την Μαγνησία. Μετά την Μικρασιατική Καταστροφή η περιοχή αποψιλώθηκε από ποίμνιο και ο τίτλος του «Μητροπολίτη Εφέσου, Υπερτίμου και Εξάρχου πάσης Ασίας[1]» δίνεται έκτοτε σε τιτουλάριους επισκόπους και από το 2006 χηρεύει[2].

Ο ναός του Αγίου Ιωάννη στην Μαγνησία, επιστολικό δελτάριο

Ιστορικά στοιχείαΕπεξεργασία

Η Έφεσος ιδρύθηκε τον 13ο αιώνα π.Χ. και τον 11ο αιώνα π.Χ. εγκαταστάθηκαν εκεί Έλληνες. Στην αρχαία Έφεσο φέρονταν να είχαν εγκατασταθεί από προ Χριστού πολλοί Ιουδαίοι έχοντας δημιουργήσει εβραϊκή συναγωγή. Έτσι, όταν άρχισε η διάδοση του Χριστιανισμού, την πόλη αυτή επισκέφθηκαν μαθητές του Ιωάννη του Βαπτιστή οι οποίοι κατόρθωσαν να προσηλυτίσουν πολλούς Ιουδαίους και όχι μόνο, εκμεταλλευόμενοι ασφαλώς τις ελευθερίες διακίνησης ιδεών που επικρατούσαν στην πόλη και στην ευρύτερη περιοχή. Μεταξύ δε αυτών ήταν και ο από Αλεξανδρείας Απελλής.

 
Άγιος Παύλος, Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, 1608-1614, Museo del Greco, Τολέδο

Λίγο αργότερα, το 54, έφθασε στην Έφεσο ο Απόστολος Παύλος συνοδευόμενος από τον Ακύλα και τη σύζυγό του Πρίσκιλλα και άρχισε να κηρύττει τη χριστιανική θρησκεία στην συναγωγή της Εφέσου. Παραμένοντας στην Έφεσο αρχικά για λίγο διάστημα, κατόρθωσε να καταστήσει την πόλη κέντρο κηρύγματος της νέας θρησκείας και του Ευαγγελίου σε όλη την Μικρά Ασία. Επανερχόμενος δε στη πόλη παρέμεινε σε αυτή μέχρι το 57, οπότε αναγκάστηκε να την εγκαταλείψει μετά από εξέγερση που είχε συνεγείρει και οργανώσει ο εθνικός Δημήτριος. Αργότερα, ο απόστολος Παύλος όρισε ως προϊστάμενο της εκκλησίας της Εφέσου (επίσκοπο) τον Τιμόθεο. Σήμερα στην Έφεσο σώζονται πολλά μνημεία που υπενθυμίζουν την διέλευση του Αποστόλου Παύλου από την περιοχή καθώς και διάφορα χριστιανικά γεγονότα. Μεταξύ αυτών είναι οι λεγόμενες «φυλακές του Παύλου» καθώς και η πλατεία του αρχαίου θεάτρου, όπου το πλήθος της πόλης, υποκινούμενο από τον Δημήτριο κραύγαζε την ιστορική φράση «Μεγάλη είναι η Άρτεμις η Εφεσία», εξοβελίζοντας έτσι οποιαδήποτε άλλη διδασκαλία και προσηλυτισμό.

Μετά την καταστροφή της Ιερουσαλήμ το 70, η Έφεσος κατέστη μέγα κέντρο του Χριστιανισμού και της εξ αυτού δράσης όταν ήλθαν και εγκαταστάθηκαν πολλοί μαθητές των Αποστόλων καθώς και κάποιοι επιζώντες από τους πρώτους εξ αυτών, όπως και ο λεγόμενος επιστήθιος μαθητής του Ιησού Χριστού, ο Απόστολος Ιωάννης συνοδεύοντας, κατά την τοπική παράδοση, την Παναγία. Κατά τους διωγμούς του Δομιτιανού που ακολούθησαν, ο Ιωάννης εξορίσθηκε το 96 στην Πάτμο, όπου και συνέγραψε την Αποκάλυψη. Μετά από ένα έτος, όταν πέθανε ο Δομιτιανός, ο Ιωάννης επέστρεψε στην Έφεσο όπου και συνέγραψε το Ευαγγέλιό του. Αναφέρεται ότι ο Ιωάννης πέθανε στην Έφεσο και ετάφη εκεί το 98 ή κατ΄ άλλους το 100. Οι δε Χριστιανοί της Εφέσου ανήγειραν στη συνέχεια επί του τάφου του ναό, τον οποίο αργότερα ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός ανοικοδόμησε μεγαλοπρεπέστερο[α].

Σύμφωνα με την χριστιανική εκκλησιαστική ιστορία, η Εκκλησία της Εφέσου είναι μία από τις πρώτες «επτά εκκλησίες», τις αποκληθείσες επτά Εκκλησίες της Αποκάλυψης. Βαθμηδόν κατέστη Μητρόπολη πολλών άλλων εκκλησιών - πρώην συναγωγών της Μικράς Ασίας καθώς και γειτονικών νήσων του Αιγαίου. Η Έφεσος έγινε Μητρόπολη το 325, έχοντας τιμητική υπεροχή έναντι των άλλων ασιατικών επισκοπών. Το 431 συνήλθε στην Έφεσο η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος. Μετά την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο του 451, όλες οι δικαιοδοσίες στην περιοχή, συμπεριλαμβανομένης της Εφέσου, υπήχθησαν στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Τον 7ο αιώνα η Ιερά Μητρόπολις Εφέσου είχε 37 επισκοπές, οι οποίες μέχρι τον 9ο αιώνα είχαν γίνει 40, και τον 12ο 33.

Το 1402 η πόλη καταστράφηκε από τον Ταμερλάνο και εγκαταλείφθηκε και άρχισε να αναπτύσσεται το σημερινό Κουσάντασι, 10 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της Εφέσου. Μετά την οθωμανική κατάκτηση, ο αριθμός των επισκοπών μειώθηκε σταδιακά και μέχρι τον 16ο αιώνα δεν έμεινε ούτε μία. Εκείνη την εποχή, η έδρα της Μητρόπολης μετακινήθηκε 110 χλμ βόρεια, στην Μαγνησία. Το 1774 ιδρύθηκε η υπαγόμενη στην Μητρόπολη Εφέσου επισκοπή Ηλιουπόλεως και Θυατείρων, και το 1806 η επισκοπή Ηλιουπόλεως και Θείρων, η οποία το 1883 διαιρέθηκε σε επισκοπή Κρήνης και επισκοπή Ανέων. Στις αρχές του 20ού αιώνα, οι τρεις επισκοπές προήχθησαν σε Μητροπόλεις, με την Έφεσο να παραμένει στην επικράτεια της Ηλιούπολεως και Νέας Εφέσου στην Έφεσο[1]. Μετά το 1900 ο Μητροπολίτης κατοικούσε στο Κορδελιό, σημερινό βόρειο προάστιο της Σμύρνης.

Μετά την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας το 1923 δεν απέμεινε καθόλου Ορθόδοξος πληθυσμός στην επικράτεια της Μητρόπολης[3].

Επισκοπικός κατάλογοςΕπεξεργασία

 
Παΐσιος Β΄, Μητροπολίτης Εφέσου (1853-1872)
Όνομα Έτη Σχόλια
Τιμόθεος πρώτος επίσκοπος
Ονήσιμος
Γάιος
Πολυκράτης ~ 130 ~ 196
Απολλώνιος ~ 220
Αντωνίνος ~ 394[4]
Ηρακλείδης ~ 403
Μέμνων ~ 440 ~ 449 φιλοξένησε την Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο
Βασσιανός
Στέφανος ~ 451
Παύλος ~ 475 μονοφυσίτης
Υπάτιος ~ 536[5]
Ιωάννης ~ 558
Θεόδωρος ~ 680 συμμετείχε στην ΣΤ' Οικουμενική Σύνοδο[6]
Θεοδόσιος ~ 754
Μιχαήλ Ζ΄ Δούκας τέλη 11ου αιώνα πρώην Βυζαντινός Αυτοκράτορας
Νικόλαος Μεσαρίτης τέλη 12ου – αρχές 13ου αιώνα
Μανουήλ – 1243 μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης
Νικηφόρος Β΄ – 1260 μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης
Ιωάννης Χειλάς τέλη 13ου αιώνα[7]
Ματθαίος προ του 1331[β] – μετά το 1347[9]
Ιωσήφ – 1416
Μάρκος ο Ευγενικός 1437 – 1444 Άγιος
Νεόφυτος ~ 1467/8[10]
Δανιήλ 1483/4[10]
Ιωσήφ ~ 1522[10]
Μελέτιος πριν το 1631[11]
Παΐσιος Α΄ μετά το 1655[12] πρώην Οικουμενικός Πατριάρχης, εις ζωαρκείαν
Θεοφάνης αρχές 18ου αιώνα[13]
Ιωακείμ 1746[14] – ; από Θεσσαλονίκης[15]
Τιμόθεος ~ 1753[16]
Διονύσιος προ του 1752;[17] – μετά το 1762[18]
Μελέτιος προ του 1775[19] – μετά το 1777[20]
Σαμουήλ Φεβρουάριος 1780 – Ιούνιος 1801 † από Φιλιππουπόλεως
Μακάριος Ιούνιος 1801 – 1803 † από Δέρκων
Διονύσιος Σεπτέμβριος 1803 – 10 Απριλίου 1821 † από Λαρίσης, εκτελέστηκε από τους Τούρκους
Μακάριος Απρίλιος 1821 – Δεκέμβριος 1830 † από Νικαίας
Χρύσανθος Δεκέμβριος 1830 – Ιανουάριος 1836[21] από Καισαρείας
Γεράσιμος Ιανουάριος 1836 – Απρίλιος 1837[22] από Αγκύρας
Άνθιμος 1 Απριλίου 1837 – 4 Δεκεμβρίου 1845[22] από Προύσης, μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης
Άνθιμος Δεκέμβριος 1845 – 14 Ιουλίου 1853 από Μαρωνείας, παραιτήθηκε, απεβίωσε 12 Απριλίου 1879
Παΐσιος Β΄ 14 Ιουλίου 1853 – 25 Μαΐου 1872[22] από Σόφιας, επαύθη, απεβίωσε 12 Ιανουαρίου 1877
Αγαθάγγελος 25 Μαΐου 1872 – 26 Απριλίου 1893 † από Δράμας
Κωνσταντίνος 30 Απριλίου 1893 – 8 Απριλίου 1897[22] από Μυτιλήνης, μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης
Ιωακείμ 10 Μαΐου 1897 – 10 Ιανουαρίου 1920 † από Χαλκηδόνος
Χρυσόστομος 19 Φεβρουαρίου 1922 – 5 Φεβρουαρίου 1924 από Φιλαδελφείας, μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος
Καλλίνικος Φωτιάδης 8 Μαΐου 1924 – 16 Ιανουαρίου 1926 † από Δέρκων
Αγαθάγγελος 28 Ιουνίου 1932 – 16 Αυγούστου 1935 † από Χαλκηδόνος
Μάξιμος 18 Οκτωβρίου 1948 – 1 Ιανουαρίου 1972 † από Οικουμενικός Πατριάρχης
Χρυσόστομος 10 Δεκεμβρίου 1991 – 13 Οκτωβρίου 2006 † από Μύρων

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

Υποσημειώσεις και παραπομπέςΕπεξεργασία

ΥποσημειώσειςΕπεξεργασία

  1. Λείψανα του ναού αυτού ανευρέθηκαν από τον Έλληνα αρχαιολόγο Γ. Σωτηρίου κατά το διάστημα της Μικρασιατικής Εκστρατείας το 1922.
  2. υπογράφει συνοδικό έγγραφο επί Πατριάρχου Ησαΐα[8]

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 Kiminas 2009, σελ. 84.
  2. Kiminas 2009, σελ. 86.
  3. Kiminas 2009, σελ. 85.
  4. Πολάκης, Παρθένιος (1954). «Ἱστορικαὶ προϋποθέσεις τοῦ πρωτείου τοῦ Ἐπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως (Ζ´)». Θεολογία ΚΕ´ (1): 126. http://www.ecclesia.gr/greek/press/theologia/index.asp. Ανακτήθηκε στις 8 Αυγούστου 2021. 
  5. Sacrosancta Concilia Ad Regiam Editionem Exacta. Παρίσι. 1671. σελ. 257. Ανακτήθηκε στις 8 Αυγούστου 2021. 
  6. Sacrosancta Concilia Ad Regiam Editionem Exacta. Παρίσι. 1671. σελ. 711. Ανακτήθηκε στις 10 Αυγούστου 2021. 
  7. Μανουήλ Γεδεών, σελ. 400.
  8. Καλέκα, Μανουήλ (1865). Τα ευρισκόμενα πάντα. Παρίσι: Jacques-Paul Migne. σελ. 1212. 
  9. Mitrea, Mihail (2017). A Late-Byzantine Hagiographer: Philotheos Kokkinos and His Vitae of Contemporary Saints (PhD thesis). University of Edinburgh. σελ. 56. Ανακτήθηκε στις 28 Μαΐου 2021. 
  10. 10,0 10,1 10,2 Ζαχαριάδου 1996, σελ. 137.
  11. Κουρίλας, σελ. 32.
  12. Μανουήλ Γεδεών, σελ. 583.
  13. Παπαδόπουλος Κεραμέως, Α. Τακτικόν των Ορθοδόξων Εκκλησιών της Ανατολής (PDF). σελ. 469. 
  14. Βουδούρης 2008, σελ. 81.
  15. Pavlikianov, Cyril (2015). The Byzantine documents of the Athonite monastery of Karakallou and selected acts from the Ottoman period (1294-1835) : critical edition and commentary of the texts (Α έκδοση). Sofia: “St. Kliment Ohridski” University Press. σελ. 141. ISBN 978-954-07-3952-6. Ανακτήθηκε στις 1 Ιουνίου 2021. 
  16. Κατάλογος χειρογράφων κωδίκων της βιβλιοθήκης της κατά το αγιώνυμων όρος του Άθω ιεράς και μεγαλώνυμου Σκήτης της αγίας Θεομήτορος Άννης (μέρος Α') (PDF). σελ. 100. 
  17. Κουρίλας, σελ. 196ζ.
  18. Κουρίλας, σελ. 18.
  19. Δελιάλης, Ν. (2017). «Δύο Πατριαρχικά Σιγίλλια Διονυσίου του Δ' και Γρηγορίου του Ε'». Μακεδονικά (1): 120. doi:https://doi.org/10.12681/makedonika.9121. 
  20. Ζευγαδάκης 1948, σελ. 520.
  21. Φιλιππαίου 1960, σελ. 355.
  22. 22,0 22,1 22,2 22,3 Φιλιππαίου 1960, σελ. 356.

ΠηγέςΕπεξεργασία