Άνοιγμα κυρίου μενού

Καλανδαρέ Ρεθύμνης

οικισμός της Ελλάδας
(Ανακατεύθυνση από Καλανδαρέ Ρεθύμνου)

Η Καλανδαρέ είναι μικρός ημιορεινός οικισμός της Περιφερειακής Ενότητας Ρεθύμνου και αποτελεί Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου Μυλοποτάμου. Είναι το τέταρτο χωριό επί του οδικού άξονα Χουμερίου-Ελεύθερνας. Βρίσκεται στις βόρειες υπώρειες του Ψηλορείτη σε θέση με πανοραμική θέα προς τη θάλασσα και τα γύρω βουνά και ανατολικά-νοτιοανατολικά της πόλεως του Ρεθύμνου. Απέχει από την πρωτεύουσα του νομού 35 χλμ., από την έδρα του Δήμου, το Πέραμα, επτά χλμ. και από την κοντινότερη ακτή, το Πάνορμο, 13 χλμ. Βόρεια του χωριού σε κοντινή απόσταση βρίσκεται ο Καλαμάς ο οποίος αποτελεί οικισμό του Δ.Δ.

Καλανδαρέ Ρεθύμνης
Σοκάκι στην Καλανδαρέ
Τοποθεσία στον χάρτη
Τοποθεσία στον χάρτη
Καλανδαρέ Ρεθύμνης
Διοίκηση
ΧώραΕλλάδα
ΔήμοςΜυλοποτάμου
Γεωγραφία και στατιστική
Περιφερειακή ενότηταΡεθύμνης
Πληθυσμός16 (2011)
σοκάκι στην Καλανδαρέ

Ανατολικά δεσπόζει το Καλανταριανό φαράγγι με την πλούσια βλάστηση, τις πηγές με τα άφθονα νερά, τους παλιούς νερόμυλους, τα περιβόλια με τις πεζούλες και τα γραφικά ξωκλήσια.

Το χρώμα του οικισμού χαρακτηρίζεται από πλήθος βενετσιάνικων αρχιτεκτονικών στοιχείων ενώ (σύμφωνα με το ΦΕΚ 728/Δ/219-1995) έχει χαρακτηριστεί ως παραδοσιακός οικισμός υψηλής πολιτιστικής αξίας. Από το χωριό διέρχεται το Ευρωπαϊκό μονοπάτι Ε4[1].

Είσοδος του οικισμού

ΙστορίαΕπεξεργασία

Η Καλανδαρέ[1] αναφέρεται για πρώτη φορά σε έγγραφο του 1300 του νοταρίου του Χάνδακα P. Pizolo, ενώ λίγο αργότερα συναντάται και στο Κατάστιχο Φέουδων της τούρμας Μυλοποτάμου. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις η κατοίκηση του οικισμού μπορεί να αναχθεί στην δεύτερη βυζαντινή περίοδο.
Επίσης το χωριό αναφέρεται από τον Fr.Barozzi το 1577 ως Calandarea, με 141 κατοίκους.

Καλανδαρέ: παράθυρο με φεγγίτη

Όταν πέρασαν από την περιοχή οι Τούρκοι το 1646, έκαψαν την Καλανδαρέ καθώς και άλλα γειτονικά χωριά όπως μας εξιστορεί ο Μαρίνος Τζάνε Μπουνιαλής στο έργο του «Κρητικός Πόλεμος» (1645-1669) στο οποίο αφηγείται την κατάληψη της Κρήτης από τους Τούρκους: Γρίδια-Αξόν εκαύσασι, Πέραμα κι Αβδανίτες, Καλανταρέα, Καλαμά, Ορθέα, Πασαλίτες.

Το 1650[2] ο φορολογούμενος πληθυσμός είναι 49 οικογένειες και 22 άγαμοι ενώ στην Τούρκικη απογραφή του 1671 αναφέρεται σαν Calandare με υποχρέωση να καταβάλλει ετησίως ως φόρο 36 χαράτζια.

Το έτος 1879, με την ψήφιση του πρώτου Δημοτικού Νόμου στην Κρήτη[3], η Καλανταρέ υπήχθη στο δήμο Μαργαριτών. Στην απογραφή που επακολούθησε (1881) ο οικισμός εμφανίζει πληθυσμό 100 Χριστιανών και 12 Οθωμανών κατοίκων.

Το 1900 αναφέρεται ως Καλανταρέ και ανήκει στο δήμο Ελευθερναίων ενώ το 1911 συμπεριελήφθη στον αγροτικό δήμο Μελισσουργακίου στον οποίο συμπεριλαμβάνονταν και οι γειτονικοί οικισμοί, Πασσαλίτες και Καλαμάς.

Με το νόμο «Περί Κοινοτήτων[4]» του 1925, ο οικισμός προσαρτήθηκε στην κοινότητα Χουμερίου μαζί με τα χωριά Πασαλίτες, Μελισσουργάκι, Καλαμάς, Κρασούνας, Κεραμωτά, Γαρίπας, Μπραχίμο και Χουμέρι.

Το 1951 γράφεται ως Καλανδαρέ και είναι  έδρα ομώνυμης κοινότητας με 94 κατοίκους και πρόεδρο τον Νικόλαο Ι. Σταυρουλάκη.

Στις 04/12/1997 η Κοινότητα Καλανδαρές συγχωνεύτηκε στο Δήμο Γεροποτάμου (Σχέδιο Καποδίστριας[5]), ενώ με το σχέδιο Καλλικράτης (2010), αποτελεί δημοτικό διαμέρισμα του Δήμου Μυλοποτάμου, με πρωτεύουσα το Πέραμα και απέχει επτά χιλιόμετρα από αυτό.

Φυσικό περιβάλλονΕπεξεργασία

Η Καλανδαρέ χαρακτηρίζεται από πλούσιο φυσικό ανάγλυφο που εν πολλοίς διαμορφώνει το φυσικό περιβάλλον της περιοχής. Βρίσκεται κτισμένη σε ύψωμα ανάμεσα σε δυο φαράγγια, το Καλανταριανό ανατολικά και το Γογγύλου δυτικά. Πέριξ του χωριού αλλά και μέσα σε αυτό υπάρχει πλούσια βλάστηση με πολλά καρποφόρα δέντρα και παλιούς βενετικούς ελαιώνες.

Το καλανταριανό φαράγγιΕπεξεργασία

[6]Είναι αξιοθέατο της περιοχής και προκαλεί εντύπωση λόγω της διαμόρφωσής του, της παρθένας βλάστησης και των νερών του. Αποτελεί οικοσύστημα στο οποίο αναπαράγονται και αναπτύσσονται πλήθος φυτών, ζώων και πτηνών. Είναι μήκους περίπου οκτώ χιλιομέτρων και ξεκινάει νότια-νότιοανατολικά του οικισμού από την θέση Κλήμα της περιοχής του Ψηλορείτη σε υψόμετρο χιλίων περίπου μέτρων, στη συνέχεια κατέρχεται βορειότερα, διαπερνά την κοιλάδα "Μεγάλα αμπέλια ή Βορθακάρης, την περιοχή Καμπανιστό, την περιοχή Τσούνος, την καλανταριανή βρύση και επεκτείνεται μέχρι τη θέση Μπραχίμο (οικισμός Περάματος) στη συνέχεια ενώνεται με τον κύριο ποταμό του Μυλοποτάμου, το Γεροπόταμο, του οποίου θεωρείται παραπόταμος. Από την εποχή των Ενετών και των Τούρκων το φαράγγι αποτελούσε πηγή ζωής για τους κατοίκους με τα πλούσια περιβόλια χτισμένα σε πεζούλες κατά τα βενετσιάνικα πρότυπα. Πνεύμονα της οκονομικής ζωής του τόπου αποτελόυσαν, επίσης, οι 12 νερόμυλοι (αλευρόμυλοι), κάποιοι εκ των οποίων λειτουργούσαν έως το 1950. Αξιόλογα δείγματα μπορεί να θαυμάσει ο σημερινός επισκέπτης. Μέχρι σήμερα σώζωνται τα πέτρινα γάντολα (πέτρες λαξευμένες κατάλληλα για τη ροή του νερού στα περιβόλια και στους νερόμυλους).

Θρησκευτικά μνημείαΕπεξεργασία

Ναοί εντός του οικισμούΕπεξεργασία

Στο χωριό βρίσκονται τρεις Ιεροί Ναοί οι οποίοι ως προς το ρυθμό είναι βασιλικές και ανήκουν στον απλό, μονόχωρο, καμαροσκεπή τύπο που επιχωριάζει στην κρητική ύπαιθρο. Και οι τρεις αποτελούν παλαιά οικοδομήματα.

Ιερός Ναός Υψώσεως Τιμίου Σταυρού, Καλανδαρέ

Στη νότια πλευρά του χωριού υπάρχει ο αρχαιότατος Ναός του Τιμίου Σταυρού. Θεωρείται ο πολυούχος του οικισμού, ενώ παράλληλα είναι κοιμητηριακός. Στο πλακόστρωτο δάπεδο υπάρχουν τάφοι, ένας εκ των οποίων φέρει ενετικό οικόσημο με λατινική επιγραφή. Σύμφωνα με την παράδοση έχει ταφεί μητροπολίτης. Ο ναός πανηγυρίζει στις 14 Σεπτεμβρίου ημέρα που ο Ορθόδοξος κόσμος γιορτάζει την παγκόσμια Ύψωση του Τιμίου Σταυρού[7]. Παλιότερα γινόταν μεγάλο πανηγύρι.

Στο κέντρο του οικισμού είναι κτισμένος ο Ναός του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου ο οποίος στην αρχική του μορφή περιελάμβανε πρόναο, τοιχογραφίες και τάφους στο εσωτερικό, ενώ το 1910 έγινε ανακαίνιση.

Αγία Μαρίνα, Καλανδαρέ

Στη βόρεια πλευρά του οικισμού απαντάται ο Ναός της Αγίας Μαρίνας ο οποίος είχε τάφους και τοιχογραφίες. Καταστράφηκε επί τουρκοκρατίας και ανακαινίστηκε το 1954.


ΞωκλήσιαΕπεξεργασία

Με αφετηρία την πηγή (καλανταριανή βρύση), που αποτελεί πηγή ζωής για το φαράγγι, απαντώνται κατά σειρά τα παρακάτω ξωκλήσια:

Των Αγίων Αποστόλων το οποίο βρίσκεται στην ανατολική όχθη του ποταμού. Στις 30 Ιουνίου που τιμάται η Σύναξη των Αγίων Δώδεκα Αποστόλων τελείται Θεία Λειτουργία.

Αγία Παρασκευή, εξωκλήσι στο Καλανταριανό φαράγγι

Της Αγίας Παρασκευής το οποίο είναι κτισμένο στο μυχό μεγάλης σπηλιάς στη δυτική όχθη του φαραγγιού. Στο εσωτερικό του αναβλύζει μικρή πηγή. Στις 26 Ιουλίου, ημέρα μνήμης της Αγίας Παρασκευής τελείται Θεία Λειτουργία. Στο βράχο της ίδιας σπηλιάς υπάρχουν λαξεύματα εν ήδη θαλάμων τα οποία σύμφωνα με έγγραφο της αρχαιολογικής υπηρεσίας Χανίων αποτελούν ταφικές λάρνακες ελληνορωμαϊκής περιόδου.

Της Αγίας Τραπέζας[8] όπως αποκαλείται από τους κατοίκους δηλαδή του Μυστικού Δείπνου. Αποτελεί μοναδική εκκλησία στη Κρήτη που τιμάται το κορυφαίο γεγονότος της Θείας Μετάληψης. Πρόκειται για κτίσμα της περιόδου της Ενετοκρατίας. Βρίσκεται στην ανατολική όχθη του φαραγγιού και εορτάζεται τη Μεγάλη Πέμπτη.

Του Αγίου Φανουρίου είναι μικρό εκκλησάκι κτισμένο και αυτό σε σπηλιά. Δίπλα του παλιότερα λειτουργούσε νερόμυλος, ο νερόμυλος του "Παδουβά", ο οποίος είναι και ο κτήτοράς του, σύμφωνα με επιγραφή του υπερθύρου. Στις 27 Αυγούστου ημέρα μνήμης του Αγίου τελείται Θεία Λειτουργία.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία