Η Καποέιρα, αυτή η πολεμική τέχνη που είναι μεταμφιεσμένη σε είδος χορού έχει τις ρίζες της στην Αφρική. Εξακολουθεί να γίνεται συζήτηση σχετικά με το αν προϋπήρχε εκεί με τη μορφή που τη γνωρίζουμε σήμερα. Υπήρχε ένας τελετουργικός χορός με το όνομα n’golo, στον οποίο οι άνδρες πάλευαν μεταξύ τους για να διεκδικήσουν τις παρθένες της φυλής. Στη Βραζιλία η Καποέιρα αναπτύχθηκε σε τρεις περιοχές: το Pernambuco, την Bahia και το Rio de Janeiro, στις περιοχές δηλαδή όπου έφταναν τα καράβια με τους αιχμάλωτους νέγρους από την Αφρική για να δουλέψουν ως σκλάβοι στις φυτείες. Από αυτές τις τρεις περιοχές, στο Rio de Janeiro αναπτύχθηκε σε πιο βίαιη μορφή. Εκεί προκάλεσε τις μεγαλύτερες αντιπαραθέσεις και συνεπώς υπέστη τη χειρότερη δίωξη από την αστυνομία. Στο Pernambuco αναπτύχθηκε βίαια επίσης, αλλά όχι στον ίδιο βαθμό. Μόνο η Καποέιρα από την Bahia ξεχώρισε από την έλλειψη βίας που την χαρακτηρίζει. Εκεί η Καποέιρα χρησιμοποίησε και καταχράστηκε τις ιδιομορφίες του σώματος με σκοπό τον εντυπωσιασμό και τη μαγεία των ναών του Candomble. Αυτό δε σημαίνει ότι στο Rio η capoeira στερείται από πονηριά και εντυπωσιακές κινήσεις, αλλά αυτό που φαινόταν περισσότερο ήταν η βιαιότητα της Καποέιρα του δρόμου.

Η Καποέιρα Carioca του προηγούμενου αιώνα.Επεξεργασία

Ο καποειρίστα του προηγούμενου αιώνα περιγράφεται ως εξωτική φιγούρα: «κοκαλιάρης, χαμένος μέσα σε τεράστια ρούχα με χίλιες δίπλες, αφήνοντας ακάλυπτες μόνο δυο γάμπες πελαργού και στο κεφάλι ένα τεράστιο τσόχινο Ισπανικό καπέλο».

Περνούσε τις νύχτες σε μπαρ πίνοντας, παίζοντας και καπνίζοντας πάντα υπό τον ήχο δυνατής μουσικής και συνοδευμένος από γυναίκες. Με φαινομενικά απλανές βλέμμα, παρατηρούσε τα πάντα γύρω του με την άκρη του ματιού του και με το χαρακτηριστικό του περπάτημα ήταν αδύνατο να μην τον καταλάβεις. Στο χέρι του, το αχώριστο μπαστούνι και μέσα από το μανίκι ραμμένο το παλιό ξυράφι, κληρονομιά από την εποχή της φυτείας.

Ο καποειρίστα προκάλεσε τις μεγαλύτερες αναταραχές τον προηγούμενο αιώνα στην πόλη του Rio όντας ο ίδιος ένα μεγάλο θέαμα: Από την ομορφιά της Ginga του στις rodas των μεγάλων λεωφόρων, όπου υπήρχαν κουτούκια και cachaça στην περιοχή του Arsenal, μέχρι τους μπερδεμένους καυγάδες μεταξύ των συμμοριών που κατέστρεφαν τις όμορφες γιορτές του δρόμου. Στα μέσα του 19ου αιώνα η πόλη του Rio de Janeiro ήταν χωρισμένη σε διοικητικά τμήματα (freguesias), κάθε ένα από τα οποία ήταν έδρα μιας συμμορίας. Κάθε συμμορία αποτελούταν από 20 έως 100 καποειρίστας που έφεραν εξωτικά ψευδώνυμα όπως Flor da Gente, Flor de Uva, Franciscano, Guaiamum kai Nagô. Οι δύο τελευταίοι ήταν οι μεγαλύτεροι ανταγωνιστές της πόλης.

Οι αντίπαλες ομάδεςΕπεξεργασία

Οι guaiamuns ζούσαν στην περιοχή που σήμερα λέγεται Cidade Nova (η περιοχή γύρω από το δημαρχείο) και προπονούνταν τα πρωινά της Κυριακής στο λόφο του Livramento. Οι nagôs μαζεύονταν κοντά στο ξενοδοχείο Glória και προπονούνταν στην παραλία Russel και στο λόφο Pinto. Η εχθρότητα μεταξύ των ομάδων αυτών αυξανόταν με τον καιρό, σε σημείο που όταν μαζευόταν κόσμος για υπαίθρια γιορτή πριν καν αρχίσει αυτοί ήταν ήδη εκεί. Μπορούμε εύκολα να φανταστούμε την απογοήτευση του κόσμου που απλά ήθελε να συνεχίσει τη γιορτή όταν ξαφνικά εμφανίζονταν οι αντίπαλοι. Ορμούσαν στη μέση της σύναξης προκαλώντας πανικό και πάντα στο τέλος άφηναν αρκετά θύματα να κείτονται στο έδαφος.

Η καταστολή της ΚαποέιραΕπεξεργασία

Αυτή η κατάσταση ακραίας βίας μεταξύ των καποειρίστας, αυξανόταν με τον καιρό φτάνοντας σε ένα σημείο που προκάλεσε την αντίδραση της αστυνομίας. Είναι ξεκάθαρο ότι οι ρίζες της βίας προέρχονται από την αντίδραση του νέγρου στην εκμετάλλευσή του που συνεχιζόταν παρόλο που η σκλαβιά είχε καταργηθεί. Η αστυνομία παρ'όλα αυτά προσπάθησε να αντιμετωπίσει το ζήτημα με τον τρόπο της: εξουσιαστικά. Ο καποειρίστα άρχισε να αντιμετωπίζεται ως εγκληματίας. Η καταπίεση έφτασε σε σημείο να διαλύει οποιαδήποτε ομάδα από 4-5 άτομα που μαζεύονταν το βράδυ για να μιλήσουν.

 
Λιθογραφία του 1832 για το δουλεμπόριο στην Βραζιλία

Από το 1930 όμως, απαγορεύτηκε στην αστυνομία να εφαρμόζει τις τιμωρίες. Η συνηθισμένη τιμωρία για τον καποειρίστα ήταν 300 μαστιγώματα σε δημόσια πλατεία. Η απόφαση αυτή πάρθηκε από το δικαστικό σώμα πιθανότατα γιατί η αστυνομία έκανε κατάχρηση εξουσίας (που δεν είναι καθόλου παράξενο). Η απόφαση αυτή βοήθησε στο να ηρεμήσουν τα πνεύματα καθώς υπήρχαν ενδείξεις μιας πιθανής εξέγερσης του λαού ενάντια στην κακομεταχείριση της αστυνομίας.

Καποέιρα και ΠολιτικήΕπεξεργασία

Από τα μέσα του 19ου αιώνα και μετά, οι καποειρίστας έπαιξαν σημαντικό ρόλο στα πολιτικά δρώμενα της πόλης. Η καιροσκοπία των πολιτικών έκανε τους καποειρίστας να υπηρετήσουν τους πολιτικούς σκοπούς του. O καποειρίστα έπαιξε τον ρόλο του πολιτικού προπαγανδιστή μεταξύ του φτωχού τους λαού που την εποχή εκείνη, όπως και σήμερα, αποτελούσε το κύριο σώμα ψηφοφόρων. Με τον τρόπο αυτό κέρδιζε της εκλογές ο υποψήφιος που είχε στο πλευρό του τους καποειρίστας με την μεγαλύτερη επιρροή στους ψηφοφόρους. Η χρήση των καποειρίστας με τον τρόπο αυτό από τους πολιτικούς είναι γνωστή με τον όρο “capangagem”.

Καποειρίστες στον πόλεμοΕπεξεργασία

Πριν από αυτό, το 1828 η δύναμη των καποειρίστας ήταν παρούσα στην εξέγερση των ξένων στρατιωτικών που προσελήφθησαν από το στρατό της Βραζιλίας για τον πόλεμο στο Prata. Οι εξεγερμένοι κατέλαβαν τους δρόμους και ο στρατός στρατολόγησε τα μέλη των συμμοριών για να διαλύσουν την εξέγερση. Ο στρατός χρησιμοποίησε ξανά τους καποειρίστας στον πόλεμο με την Paraguay (1865-1870), όπου ομάδες καποειρίστας στρατολογήθηκαν και πήγαν στον πόλεμο ως «Εθελοντές της πατρίδας». Έπαιξαν πολύ ουσιαστικό ρόλο στη θλιβερή νίκη του στρατού της Βραζιλίας.

Όταν συνειδητοποίησαν τη δυσκολία εξουδετέρωσης των συμμοριών της πόλης δεν είχαν άλλη επιλογή από να χρησιμοποιήσουν την επιρροή τους, που από το σύστημα είχε τόσο βαθιά καθιερωθεί.

Η φυλάκιση των ΚαποειρίσταςΕπεξεργασία

Γύρω στο 1888 όταν η ιδέα του Ρεπουμπλικανισμού έκανε την εμφάνισή της, οι φιλοβασιλικοί ανήσυχοι εκμεταλλεύτηκαν τη θετική εικόνα της πριγκίπισσας Isabel (που ελευθέρωσε τους σκλάβους) δημιουργώντας τη Μαύρη Φρουρά (Guarda Negra).

Η φρουρά αυτή ήταν μια στρατιωτική οργάνωση που ένωσε τους καποειρίστας ενάντια στις δημοκρατικές ιδέες. Από τη δημιουργία της δεν υπήρχε Ρεπουμπλικανή συγκέντρωση, ανοικτή ή κλειστή που δε διαλυόταν από τη φρουρά. Όπου και να ήταν οι καποειρίστας πήγαιναν για να κάνουν φασαρία προκειμένου να εμποδίσουν την εξάπλωση των νέων ιδεών. Η πίεση του «Παλαιού Κόσμου» όμως ήταν πολύ μεγάλη. Η τάση του εκσυγχρονισμού και του καπιταλισμού ανάγκασε τη Βραζιλία να ανακηρυχτεί δημοκρατία. Με την ανακήρυξη της δημοκρατίας η δίωξη της Καποέιρα αυξήθηκε ραγδαία. Η κυβέρνηση δε μπορούσε να επιτρέψει τίποτα να επηρεάσει αρνητικά τη νέα στάση της. Οι αναταραχές των συμμοριών εμπόδιζαν την εξέλιξη των γεγονότων. Τότε ανέλαβε την ηγεσία της αστυνομίας ένας υπαστυνόμος στον οποίο δόθηκε σχετική ελευθερία να φυλακίζει και να εξορίζει καποειρίστας συγκεκριμένα στη Νήσο Fernando de Noronha. Το όνομά του, João Batista Sampaio Ferraz, το σιδερένιο μούσι.

Με τη συνδρομή του η δημοκρατία έβαλε την Καποέιρα στον τοίχο. Αργά και μεθοδικά άρχισε να συλλαμβάνει όλους τους αρχηγούς των συμμοριών της πόλης. Με δική του απόφαση, η εξάσκηση της Καποέιρα έγινε πλημμέλημα. Τις 40 πρώτες μέρες της ηγεσίας του εξορίστηκαν 1500 καποειρίστας στη Νήσο Fernando de Noronha. Είναι αξιοσημείωτος ο ζήλος με τον οποίο εξασκούσε τα καθήκοντά του συνδράμοντας έτσι στην επιτυχία της μετάβασης στη δημοκρατία. Την 11η Οκτωβρίου 1890, η Καποέιρα ποινικοποιήθηκε. Ο Sampaio Ferraz έγινε αρχηγός της αστυνομίας το Νοέμβριο του 1889. Η εμμονή της Ρεπουμπλικανής κυβέρνησης να εξαλείψει την Καποέιρα, καθώς ήταν επαναστατική και απειλή για τη δημοκρατία, ήταν τόσο μεγάλη που ο Sampaio Ferraz δούλεψε με απόλυτη ελευθερία κινήσεων όντας και αρχηγός. Ένα συγκεκριμένο γεγονός δείχνει το πόσο μεγάλη δύναμη και επιρροή είχε, η φυλάκιση ενός “menino bonito” (έτσι έλεγαν τους καποειρίστας που ήταν από ευκατάστατες οικογένειες) ονόματι Jucá Reis.

O Jucá ήταν παιδί του κόμη του Matosinhos και ταξίδευε στην Ευρώπη επειδή η οικογένεια του δεν μπορούσε να δεχτεί το γεγονός ότι ο γιος τους εξασκούσε την τέχνη της κατώτερης τάξης. Ο Ferraz είχε στείλει μήνυμα στην οικογένεια λέγοντας στον Jucá να μην ξαναγυρίσει στη Βραζιλία γιατί θα φυλακιζόταν. O Jucá όταν έμαθε για το μήνυμα γύρισε στο Rio το ίδιο απόγευμα και συνελήφθη από τον ίδιο τον Ferraz στο δρόμο. Ο πατέρας του Jucá, ο κόμης, έκανε τα αδύνατα δυνατά μαζί με τον Quintino Bocaiúva (υπουργός Εξωτερικών και στενός του φίλος). Ο πρωθυπουργός Deodoro μεσολάβησε και μίλησε με τον Sampaio Ferraz να ελευθερώσει τον Jucá. Ο αρχηγός της αστυνομίας τότε είπε ότι αν ελευθέρωνε τον Jucá θα ελευθέρωνε και όλους τους άλλους και απείλησε την κυβέρνηση με παραίτηση. Ο πρωθυπουργός υποχώρησε και άφησε τον αρχηγό να κάνει ότι θέλει αυξάνοντας έτσι την έχθρα μεταξύ μοναρχικών και δημοκρατικών. Ο Jucá εξορίστηκε στη νήσο Fernardo de Noronha απ’ όπου αργότερα επέστρεψε στην Ευρώπη.

ΕπίλογοςΕπεξεργασία

Με τη δράση αυτού του ανθρώπου η δράση των συμμοριών στο Rio de Janeiro εξολοθρεύτηκε. Η Καποέιρα επέζησε από την προσωπική θέληση των καποειρίστας, στα κουτούκια και τα σοκάκια της πόλης. Όχι πια σε μεγάλες διαμάχες με τραυματισμούς και θανάτους. Στις αρχές του 20ου αιώνα η Καποέιρα εμφανίστηκε και πάλι ως άθλημα. Πολύ περισσότερο χάρη στην Καποέιρα Regional του Mestre Bimba πάρα στην παραδοσιακή Καποέιρα των Νέγρων της Angola και των απογόνων τους. Η ιστορία της Καποέιρα Carioca ακολουθεί αυτή των σκλάβων. Αν και στις φυτείες ζαχαροκάλαμων επέτρεπαν την εξάσκηση της γύρω από τα καταλύματα των σκλάβων (Senzalas) κατά τη διάρκεια της «δημοκρατίας» περιορίστηκε σε τέσσερις τοίχους. Σε μια πόλη όπου οι νέγροι ζούσαν στους δρόμους της, συναντιόντουσαν, αντάλλασσαν ιδέες και μοιράζονταν την αγανάκτηση τους, το επαναστατικό πνεύμα πήρε τη μορφή συμμοριών, στους δρόμους, στους καυγάδες, στις συναντήσεις με την αστυνομία.. Ήταν στο Rio de Janeiro έδρα της αυτοκρατορίας αργότερα πρωτεύουσα της δημοκρατίας όπου, η Καποέιρα απείλησε το σύστημα.

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • Καποέιρα [1]
  • Γλωσσάρι της Καποέιρα στα Ελληνικά [2]

ΠηγέςΕπεξεργασία

Ελληνικό forum capoeira [3]
Μετάφραση από [4]

Βιβλιογραφία αρχικής σελίδαςΕπεξεργασία

  • Rego, Waldeloir, Capoeira Angola Ensaio Sócio-etnográfico, 1968.
  • Dias, Luís Sérgio, Quem tem medo da capoeira?, 1992.