Άνοιγμα κυρίου μενού

Ο Νεόφυτος Καρύστου (1790-1851) κληρικός (επίσκοπος Καρύστου), Φιλικός και αγωνιστής του 1821, από τους κύριους συντελεστές της ελληνικής αντίστασης εναντίον των Τούρκων στη νότια Εύβοια.

Καρύστου Νεόφυτος
Neofytos Karystou.JPG
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση 1790
Χαλκίδα
Θάνατος 1851
Χαλκίδα
Χώρα πολιτογράφησης Ελλάδα
Θρησκεία Ορθόδοξος Χριστιανισμός
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα ιερέας

Πίνακας περιεχομένων

Πρώιμα ΧρόνιαΕπεξεργασία

Γεννήθηκε στο χωριό Φύλλα της Χαλκίδας. Πατέρας του ήταν ο Ανέστης Αδάμης και μητέρα του η Ερατώ. Έμεινε ορφανός από πατέρα πριν γεννηθεί. Γράμματα έμαθε στο χωριό του και δάσκαλός του ήταν μάλλον κάποιος ιερέας ή εφημέριος ή δάσκαλος. Άφησε τα γράμματα για να πιάσει την τέχνη και να θρέψει τον εαυτό του και την χήρα μητέρα του. Λόγω μιας απροσεξίας του κακομεταχειρίστηκε από τον μάστορά του και γι' αυτό η μητέρα του τον απέσυρε από την δουλειά και τον έκλεισε στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου. Εκεί μετονομάστηκε από Νικόλαος σε Νεόφυτος. Ήταν καλλίφωνος και καλλιέργησε την εκκλησιαστική μουσική.

Το 1804 χειροτονήθηκε διάκονος από τον επίσκοπο Ευρίπου και έπειτα Ιωαννίνων Ιερόθεο, στην έδρα του οποίου υπηρέτησε. Στη συνέχεια υπηρέτησε πρωτοσύγκελος του Μητροπολίτη Άρτας Πορφυρίου. Το 1813 έγινε επίσκοπος Μελιτουπόλεως στη Μικρά Ασία και το 1817 ανέλαβε την επισκοπή Καρύστου.

Η συμμετοχή του στην Επανάσταση του 1821Επεξεργασία

Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και έγινε ένας από τους αποστόλους της, ταξιδεύοντας στη Μικρά Ασία, στο Άγιον Όρος και στη Σάμο, όπου πληροφορήθηκε την έκρηξη του Αγώνα. Ανέπτυξε έκτοτε έντονη δραστηριότητα και συνέβαλε σημαντικά στην εξάπλωση της Επανάστασης στη νότια Εύβοια. Η ήττα στα Στύρα και η αποτυχημένη πολιορκία της Καρύστου περιόρισαν τις ελπίδες του για απελευθέρωση της νότιας Εύβοιας, αλλά δεν έπαυσε σε όλη τη διάρκεια του Αγώνα να φροντίζει για την αναζωπύρωση της Επανάστασης συγκεντρώνοντας πολεμοφόδια, χρήματα και πολεμιστές.

Μετά την ΑπελευθέρωσηΕπεξεργασία

Μετά την άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια στην Ελλάδα, ο Νεόφυτος έγινε τοποτηρητής και της επισκοπής Κυκλάδων και το 1833 ανέλαβε την επισκοπή Φωκίδας. Το 1841 μετατέθηκε στην επισκοπή Ευβοίας με έδρα τη Χαλκίδα. Διατέλεσε επίσης πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου (1842-1850).

ΠηγέςΕπεξεργασία