Κατά συρροήν δολοφόνος - ή Κατ' εξακολούθηση ανθρωποκτόνος (serial killer) ονομάζεται στην επιστήμη της Εγκληματολογίας, ο εγκληματίας που έχει τελέσει τρεις ή περισσότερες ανθρωποκτονίες με πρόθεση, σε ξεχωριστούς τόπους τέλεσης, σε διαφορετικές χρονικές περιόδους.[1].

Η πρώτη γνωστή γυναίκα serial killer του Μεξικού. 1892. (από εικονογράφηση περιοδικού της εποχής)
H δόνα Guadalupe Martinez de Bejarano, δολοφόνησε 3 μωρά

Ο όρος serial murderer ήταν ο πρώτος που χρησιμοποιήθηκε σε κάποια εγκληματολογικά εγχειρίδια ήδη από την δεκαετία του 1960. Μάλιστα στο βιβλίο του Άγγλου εγκληματολόγου Τζον Μπρόφι, που κυκλοφόρησε το 1966 «The meaning of murder», στο κεφάλαιο που είναι αφιερωμένο στον «Τζακ τον αντεροβγάλτη», γίνεται για πρώτη φορά ευρεία χρήση του όρου. Στην καθομιλουμένη ωστόσο και στην λαϊκή κουλτούρα, εντάχτηκε με την ονομασία serial killer από τον Ρόμπερτ Ρέσλερ, τον πράκτορα του FBI που ασχολήθηκε πρώτος και επισταμένα με το φαινόμενο των κατά συρροήν δολοφόνων. Η πρώτη εμφάνιση του όρου στο ευρύ κοινό, έγινε το 1981, και συγκεκριμένα στις 3 Μαΐου, όταν η αμερικανική εφημερίδα The New York Times τον χρησιμοποίησε για να περιγράψει τον δολοφόνο δυο νεαρών αγοριών, Γουέιν Γουίλιαμς.[2]

Ως πρώτος σύγχρονος κατά συρροήν δολοφόνος μπορεί να θεωρηθεί ο γνωστός ως «Τζακ ο Αντεροβγάλτης».[3] Άλλοι διαβόητοι κατά συρροήν δολοφόνοι που έχουν σημαδέψει τα εγκληματολογικά χρονικά του 20ου αιώνα είναι ενδεικτικά ο Λουίς Γκαραβίτο (138 θύματα), ο Ανατόλι Ονοπριένκο (52 θύματα), ο Τζον Γουέιν Γκάσι (33 θύματα), ο Τζέφρυ Ντάμερ (17 θύματα), ο Τεντ Μπάντι (30 θύματα), ο Πίτερ Κούρτεν (9 θύματα), ο Κλίφορντ Όλσον (11 θύματα), ο Ρίτσαρντ Ραμίρεζ (14 θύματα), ο Ντέιβιντ Μπέρκοβιτς (6 θύματα), η Αϊλίν Γουόρνος (7 θύματα), οι Φρεντ και Ρόζμαρι Γουέστ (12 θύματα) και ο Γκάρι Ρίντγουεϊ (44 θύματα).[4]

Ιστορική αναδρομήΕπεξεργασία

Ο κατά συρροή δολοφόνος- έτσι όπως έχει περάσει στην σημερινή κουλτούρα- είναι δημιούργημα του 20ου αιώνα, και κυρίως μετά την δεκαετία του 1970, που άρχισε να μελετάται επισταμένα. Κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει την ύπαρξη serial killer στο παρελθόν της ανθρωπότητας, ωστόσο τα ίχνη που έχουν αφήσει στο πέρασμα των αιώνων είναι ελάχιστα, εξαιτίας κυρίως της έλλειψης συστηματικής και καταγεγραμμένης αστυνόμευσης αφού και η ίδια η Αστυνομία είναι και αυτή δημιούργημα του 20ου αιώνα. Ωστόσο η φήμη κάποιων ανθρώπων για κατ' εξακολούθηση δολοφονίες έχει φτάσει μέχρι τις μέρες μας.

Από την Κίνα του 2ου αιώνα π.Χ. έχουμε την πρώτη καταγεγραμμένη αναφορά για έναν δολοφόνο ο οποίος σκότωσε 100 ανθρώπους. Πρόκειται για τον Λίου Πενγκλί, μέλος της δυναστείας των Χαν και ανιψιό του αυτοκράτορα Τσινγκ (188 - 141 π.Χ), ο οποίος κατηγορήθηκε επισήμως στον αυτοκράτορα για την σύσταση συμμορίας που δολοφονούσε αδιακρίτως ανθρώπους της υπαίθρου. Από τον 15ο αιώνα, όσον αφορά την ιστορία της Δύσης, έχουμε την πρώτη μνεία για ένα κατά συρροή δολοφόνο. Πρόκειται για τον Γάλλο βαρόνο en:Gilles de Rais (1405-1440), συμπολεμιστή της Ζαν ντ' Αρκ, ο οποίος δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο από το εκκλησιαστικό δικαστήριο της Νάντης για την δολοφονία 40 περίπου παιδιών το 1440.

Η Ουγγαρέζα αριστοκράτισσα, κόμισα Ελισάβετ Μπάτορι (1560 - 1614) κατηγορήθηκε για τον βασανισμό και την δολοφονία 600 μικρών κοριτσιών μέσα σε διάστημα 10 περίπου χρόνων - από το 1585 έως το 1609.[5]. Κατά την διάρκεια της δίκης της, η κόμισσα κατηγορήθηκε πως μαζί με τέσσερις συνεργούς της βασάνιζε επί μέρες κορίτσια από 10 έως 14 χρόνων, μέλη κυρίως του υπηρετικού προσωπικού της, και ότι ήταν υπεύθυνη για το θάνατο 80 κοριτσιών. Ωστόσο λόγω της ισχύος της οικογένειάς της, της επιβλήθηκε μόνο η ποινή της απομόνωσης και του κατ' οίκον περιορισμού.

O Ινδός Θαγκ Μπέχραμ, αρχηγός της αίρεσης Thuggee στην βορειοκεντρική Ινδία, κατηγορήθηκε πως μεταξύ των ετών 1790 και 1830 σκότωσε 930 άτομα με στραγγαλισμό, στα πλαίσια τελετουργιών της αίρεσής του. Συνελήφθη από τις βρετανικές αρχές και εκτελέστηκε με απαγχονισμό.[6]

ΟρισμοίΕπεξεργασία

Ο πρώτος ορισμός του ποιος είναι ο κατά συρροήν δολοφόνος προήλθε από το FBI το 1992: «Κατ' εξακολούθηση ανθρωποκτόνος θεωρείται όποιος τελεί τρεις ή περισσότερες ανθρωποκτονίες σε ξεχωριστούς τόπους τέλεσης με μια περίοδο συναισθηματικής αποφόρτισης (cooling - off period) του δράστη μεταξύ των ανθρωποκτονιών».[7] Στον ορισμό αυτό δίνονται στοιχεία, ποσοτικά (τουλάχιστον τρεις ανθρωποκτονίες), τοπικά (σε διαφορετικά μέρη) και χρονικά (πρέπει να μεσολαβεί ένα χρονικό διάστημα απραξίας (συναισθηματικής αποφόρτισης) που μπορεί να εκτείνεται από μερικές ώρες έως μερικά χρόνια). Τα δύο τελευταία κριτήρια είναι αυτά που ξεχωρίζουν τον κατ' εξακολούθηση ανθρωποκτόνο από τον ανθρωποκτόνο πολλαπλών δολοφονιών, αφού ο τελευταίος μπορεί να σκοτώσει πολλά άτομα στο ίδιο μέρος και την ίδια χρονική στιγμή.

Αυτός ο ορισμός, ο οποίος με την πάροδο του χρόνου φάνηκε ελλιπής, αναθεωρήθηκε από το Εθνικό Ινστιτούτο Δικαιοσύνης των Η.Π.Α ως εξής: «Μια σειρά από δύο ή περισσότερες ανθρωποκτονίες, τετελεσμένς σε ξεχωριστά εγκληματικά συμβάντα συνήθως, αλλά όχι πάντοτε, από πρόσωπο που δρα μόνο του. Οι ανθρωποκτονίες αυτές είναι δυνατόν να λάβουν χώρα σε μια χρονική περίοδο που εκτείνεται από μερικές ώρες έως μερικά χρόνια. Πολύ συχνά το κίνητρο του δράστη έχει μια ιδιάζουσα ψυχολογικής υφής προέλευση και η συμπεριφορά του, καθώς και τα ευρήματα στους τόπους τέλεσης των ανθρωποκτονιών, φανερώνουν στοιχεία σαδιστικής συμπεριφοράς και σεξουαλική απόχρωση».[8]

Αρκετοί επιστήμονες προχώρησαν ακόμα περισσότερο τον ορισμό, για να περιγράψουν και να διαχωρίσουν με ακρίβεια τους κατά συρροήν δολοφόνους από τους ανθρωποκτόνους μαζικών ανθρωποκτονιών (mass murderers) και τους ανθρωποκτόνους οργιαστικού τύπου (spree murder). Έτσι, σύμφωνα με τους Ρόναλντ και Στίβεν Χολμς στο βιβλίο τους «A Critical Analysis of Research Related to the Criminal Mind of Serial killers», ο κατά συρροήν δολοφόνος έχει τα παρακάτω χαρακτηριστικά:

  • το επαναλαμβανόμενο της ανθρωποκτονίας (ο δράστης θα εξακολουθήσει να φονεύει έως ότου συλληφθεί),
  • οι ανθρωποκτονίες τελούνται σε συσχετισμό με ένα πρόσωπο (δράστης) προς ένα πρόσωπο (θύμα) (one-on-one),
  • κατά κανόνα δεν υπάρχει καμία διαπροσωπική σχέση μεταξύ δράστη και θύματος,
  • το κίνητρο του δράστη είναι να σκοτώσει, χωρίς καμία περαιτέρω απόχρωση π.χ. πάθος (ψυχική ορμή) και τα θύματα δεν συμβάλλουν με τον οποιοδήποτε τρόπο στη θυματοποίησή τους
  • ιδιοτυπία των κινήτρων, τα οποία φαίνεται να είναι εγγενή στην προσωπικότητα του δράστη και με τη σεξουαλική ικανοποίηση να υπερέχει σε αυτά.[9]

ΤυπολογίαΕπεξεργασία

Οι εγκληματολόγοι Ρόναλντ Χολμς και Τζ. ντε Μπέργκερ το 1988, κατέληξαν ότι υπάρχουν τέσσερις διαφορετικοί ως προς τα κίνητρα, τύποι κατ' εξακολούθηση ανθρωποκτόνων.[10] Αυτοί οι τύποι είναι:

  • Ο οραματικός (visionary)
 
Το πρώτο γράμμα προς την Αστυνομία, του Ντέιβιντ Μπέρκοβιτς, γνωστού και ως «ο γιος του Σαμ»

Αυτός ο τύπος δολοφόνου συνήθως σκοτώνει υπακούοντας σε οράματα ή φωνές που τον καλούν να το κάνει. Συχνά, αυτές οι φωνές ή τα οράματα έχουν σχέση με την θρησκεία, καθώς εμφανίζονται με την μορφή του Θεού, των αγγέλων ή των δαιμόνων. Στην πλειοψηφία τους πρόκειται για δράστες με σοβαρή ψυχωσική διαταραχή (σχιζοφρένεια, οξεία παράνοια) που αποκομμένοι από την πραγματικότητα γίνονται τυφλά όργανα των οπτικών ή ακουστικών τους ψευδαισθήσεων. Χαρακτηριστική περίπτωση οραματιστή serial killer είναι ο Ντέιβιντ Μπέρκοβιτς.

  • Ο ιεραπόστολος (missionary)

Αυτός ο τύπος δολοφόνου θεωρεί ότι είναι προορισμένος να φέρει εις πέρας κάποια αποστολή, όπως το να σκοτώσει τις πόρνες, τους ομοφυλόφιλους ή όποια άλλη κατηγορία ανθρώπων θεωρεί ανεπιθύμητη. Η αποστολή του δεν είναι αποτέλεσμα ψυχωσικών διαταραχών αλλά ανατροφής και περιβάλλοντος. Επηρεασμένος από την υποκειμενική κρίση ή ίσως και από βιώματα που προσπαθεί να εκλογικεύσει, θεωρεί ότι θα κάνει μεγάλο καλό στην ανθρωπότητα αν εξαφανίσει μια συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων. Χαρακτηριστική περίπτωση ιεραπόστολου είναι ο Καναδός Ρόμπερτ Πίκτον.

  • Ο ηδονιστής (hedonistic)

Ο ηδονιστής απλώς παίρνει ηδονή, ευχαρίστηση από την τέλεση ανθρωποκτονιών. Δεν έχει κανένα άλλο κίνητρο, πέρα από την ηδονή που του προκαλεί η πράξη του φόνου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο επονομαζόμενος ως «χασάπης του Ροστόφ», Αντρέι Τσικατίλο. Οι ηδονιστές χωρίζονται σε τρεις υπο-κατηγορίες:

  1. Ο «εκ λαγνείας» (lust serial killer) δολοφόνος απολαμβάνει σεξουαλική ικανοποίηση από την πράξη του φόνου αφού συνήθως προηγείται ή έπεται βιασμός. Θα επιλέξει το θύμα του βάση των σεξουαλικών του προτιμήσεων και μπορεί να τελέσει μια σειρά ενεργειών στο σώμα του θύματος που σχετίζονται με το σεξ, όπως βιασμό ή/και διαμελισμό του πτώματος, κανιβαλισμό, κ.α.
  2. Ο δεύτερος τύπος έλκεται από την «ηδονή της αγωνίας» (thrill serial killer). Επιδιώκει παρατεταμένη σεξουαλική ικανοποίηση την οποία παίρνει από την παράταση των βασανιστηρίων του θύματός του. Ο φόβος και ο πόνος του θύματος τρέφουν την ηδονή του, η οποία και σταματάει μόλις επέλθει ο θάνατος.
  3. "comfort serial killer” ονομάζεται ο δολοφόνος που σκοτώνει για να αποκτήσει υλικά οφέλη. Αν και για κάποιους εγκληματολόγους δεν ανήκει στους κατ' εξακολούθηση ανθρωποκτόνους, ωστόσο η ψυχοπαθητική δομή της προσωπικότητάς του καθώς και η ανάγκη να πετύχει οφέλη (συνήθως χρήματα) με τον θάνατο του θύματος, τον κατατάσσουν σε αυτήν την κατηγορία.
  • Ο επικυρίαρχος (power - control)

Ο επικυρίαρχος σκοτώνει γιατί αντλεί ευχαρίστηση από την εξουσία ζωής και θανάτου που έχει απέναντι στο θύμα του. «...Πιο συγκεκριμένα, ο συγκεκριμένος τύπος πολυανθρωποκτόνου δεν εισπράττει τόσο ικανοποίηση υλοποιώντας τις σεξουαλικές φαντασιώσεις του πάνω στο θύμα του, όσο κατά τα διάφορα στάδια του σχεδίου του (από την «αλίευση» του θύματος έως και τις ενέργειες του μετά τη θανάτωση του θύματός του) να αποκτά, να διατηρεί και να επιβάλλει τον πλήρη έλεγχο επί της «τύχης» του θύματος, επί της ανθρώπινης ζωής.» Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο άνθρωπος που θεωρείται ο αρχτετυπικός sεrial killer, o Τεντ Μπάντι.[9]

Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των κατ' εξακολούθηση δολοφόνωνΕπεξεργασία

 
Η θανάτωση του πρώτου κατ' εξακολούθηση δολοφόνου της Αργεντινής, Καγιετάνο Γκρόσσι, 1900

Αν και όπως είναι αναμενόμενο οι προσωπικότητες των δραστών διαφέρουν η μία από την άλλη, ωστόσο όλοι μοιράζονται κάποια κοινά χαρακτηριστικά. Από την μελέτη των προσωπικοτήτων τους οι επιστήμονες έχουν καταλήξει στα ακόλουθα συμπεράσματα:

  1. Το πιο ουσιαστικό (και το πιο επικίνδυνο) χαρακτηριστικό τους είναι η ομοιότητά τους με τον άνθρωπο της διπλανής πόρτας. Επιδιώκουν, και συνήθως καταφέρνουν, να μοιάζουν με τον συνηθισμένο φυσιολογικό μέσο άνθρωπο. Η ανάγκη του ίδιου του serial killer να υποδύεται τον φυσιολογικό άνθρωπο έχει ως αποτέλεσμα την εξαφάνιση συμπεριφορών που θα μπορούσαν στα μάτια των υπολοίπων να εγείρουν υποψίες παραβατικής συμπεριφοράς. Ο ψυχολόγος Τζόελ Νόρις, στο βιβλίο του «Serial Killers», προσδιορίζει τον serial killer ως έναν άνθρωπο που βασίζεται αποκλειστικά σε έναν σκελετό από επιφανειακά κοινωνικά μορφώματα, συμπεριφορές και κλισέ. Έναν ισχνό σκελετό που μοιάζει με αυτό των εντόμων και ο οποίος βασίζεται σε μηχανιστικές λειτουργίες.[11]
  2. Ένα συντριπτικό ποσοστό κατ' εξακολούθηση δολοφόνων εξωτερίκευε από πολύ μικρή ηλικία της φαντασιώσεις θανάτου και βίας που τους κατακλύζουν με τον βασανισμό και την θανάτωση μικρών ζώων (animal cruelty), την εμμονή με την φωτιά και την συμμετοχή σε μικρο-εμπρησμούς (firestarting), καθώς και με χρόνιες ονειρώξεις (bed-wetting).[12] Αυτή η τριάδα συμπτωμάτων εντοπίστηκε και καταγράφηκε από τον Αμερικανό ερευνητή Τζ. Μ. ΜακΝτόναλντ και έχει μείνει γνωστή ως «η τριάδα ΜακΝτόναλντ».[13]
  3. Επίσης, πολλοί υπήρξαν θύματα σωματικής και ψυχικής κακοποίησης κατά την διάρκεια της παιδικής τους ηλικίας. Μάλιστα, κάποιες φορές, η κακοποίηση του παιδιού είναι τόσο έντονη και τόσο βάναυση ώστε αποτελεί τον κύριο παράγοντα δημιουργίας του εκτός του φυσιολογικού- βίαιου χαρακτήρα των serial killers. Συνήθως προέρχονται από οικογένειες όπου είτε ο πατέρας είχε εγκαταλείψει την οικογένεια όταν το παιδί ήταν μωρό, είτε ήταν ιδιαίτερα αυταρχικός και βάναυσος. Ο Νόρις και πάλι, αναφέρει: «Γονείς που κακοποιούν τα παιδιά τους σωματικά και ψυχολογικά, τα εμποτίζουν με μια ενστικτώδη ανάγκη καταφυγής στην βία, ως μέσο ή το πρώτο καταφύγιο για διεκδίκηση. Η κακοποίηση του παιδιού όχι μόνο γεννά βίαιες αντιδράσεις εκ μέρους του αλλά επηρεάζει ευθέως την σωματική και πνευματική του υγεία καθώς καταγράφεται ότι σε αυτήν οφείλονται τραύματα στον εγκέφαλο και άλλες αναπτυξιακές ανωμαλίες».[14] Η σχέση με τη μητέρα τους είναι επίσης προβληματική. Μάλιστα υπάρχει η θεωρία ότι το μίσος του serial killer εναντίον των γυναικών ξεκινά από το άσβεστο και βαθύτερο μίσος για την μητέρα τους, μια διαδικασία που ονομάζεται «εκτοπισμένη επιθετικότητα» (displaced aggression). Οι περισσότεροι serial killers έχουν ασυνήθιστη ή αφύσικη σχέση με την μητέρα τους.[15]
  4. Η άσβεστη ανάγκη για την απόκτηση εξουσίας εις βάρος των άλλων - εξουσία την οποία επιδιώκει με την σεξουαλική κυριαρχία απέναντι στα θύματά του - είναι επίσης κυρίαρχο στοιχείο στους serial killers. Αυτή η κυριαρχία απέναντι στα θύματά τους αποδεικνύεται με τον μέχρι θανάτου βασανισμό τους. Ο βασανισμός του θύματος και η ηδονή που αντλεί από αυτόν είναι το ζητούμενο (το κίνητρο) για τον serial killer και όχι η θανάτωση. Ο διαβόητος Τεντ Μπάντι είχε πει χαρακτηριστικά: «Ήθελα να εξουσιάζω τη ζωή και το θάνατο...Ήθελα να τους κατέχω, όπως κάποιος κατέχει μια γλάστρα, ένα φυτό, έναν πίνακα ζωγραφικής, μια Πόρσε. Να είναι ιδιοκτησία μου, έτσι όπως είναι ολόκληρο, αυτό το πρόσωπο».[16]

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. FBI Crime Classification Manual, έκδοση 1992
  2. Παναγιώτης Παπαϊωάννου: «Ανθρωποκτόνοι κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή. -serial killers, mass murderes. Το ελληνικό παράδειγμα». Διδακτορική διατριβή για το Πάντειο Πανεπιστήμιο, τομέας εγκληματολογίας, 2010, σελ. 26
  3. «Jack the Ripper: The First Serial Killer». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 12 Μαρτίου 2018. Ανακτήθηκε στις 21 Μαρτίου 2018. 
  4. «Οι πιο διάσημοι κατά συρροή δολοφόνοι». dinfo.gr. 
  5. Richard Cavendish. «Death of Countess Elizabeth Bathory». History Today 64 (8 Αυγούστου 2014). https://www.historytoday.com/archive/months-past/death-countess-elizabeth-bathory. 
  6. «MEET THUG BEHRAM, THE INDIAN SERIAL KILLER WITH OVER 900 VICTIMS!». 26 Απριλίου 2016. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 10 Μαρτίου 2018. Ανακτήθηκε στις 23 Μαρτίου 2018. 
  7. FBI Crime Classification Manual, έκδοση 1992
  8. Π. Παπαϊωάννου, σελ. 27
  9. 9,0 9,1 Μάρθα Λεμπέση (Ιούλιος 2017). Αποδομώντας 3+1 μύθους για τους serial killers. (Μέρος Α΄). Crime Times. http://www.crimetimes.gr/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CF%8E%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82-31-%CE%BC%CF%8D%CE%B8%CE%BF%CF%85%CF%82-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%82-serial-killers-%CE%BC%CE%AD%CF%81%CE%BF%CF%82/#_ftn22. Ανακτήθηκε στις 2020-05-14. 
  10. Ronald Holmes; J. DeBurger (1988). Serial murder. Sage Publishing Co. 
  11. Joel Norris (1989). Serial Killers (1η έκδοση). Anchor. σελ. 229. 
  12. Stephen D. Singer; Christopher Hensley (2004-08-01). «Applying Social Learning Theory to Childhood and Adolescent Firesetting: Can it Lead to Serial Murder?». International Journal of Offender Therapy and Comparative Criminology. doi:10.1177/0306624X04265087. https://journals.sagepub.com/doi/abs/10.1177/0306624X04265087. 
  13. J. M. MacDonald (1963). «The threat to Kill». American Journal of Psychiatry (120): 125-130. 
  14. Joel Norris (1990). Growing menace. Doubleday. σελίδες 191–192. 
  15. Steven Egger (1997). The killers amongs us, An examination of sirial murder and its investigation. σελ. 111. 
  16. Από την συνέντευξη που έδωσε ο Τεντ Μπάντι στους R. Holmes και Stephen T. Holmes, και καταγράφεται στο βιβλίο τους "Serial murder"