Οι Καταρράκτες της Έδεσσας[1][2] αποτελούν ένα φυσικό φαινόμενο το οποίο δημιουργήθηκε έπειτα από ισχυρό σεισμό που έπληξε την γύρω περιοχή το 14ο αιώνα, όπου από τότε κατά την πάροδο του χρόνου σημειώθηκαν αρκετές αλλαγές στην μορφολογίας τους εξαιτίας μικρότερης κλίμακας σεισμών. Κύρια πηγή αυτών αποτελεί ο Υγροβιότοπος Άγρα-Νησίου, από τον οποίον ρέει το κυρίως ποτάμι, ο Εδεσσαίος του οποίου οι διακλαδώσεις αποτελούν τους καταρράκτες. Επίσης Το Γεωπάρκο[3] των Καταρρακτών εκτείνεται σε μια περιοχή πάνω από 100.000τμ και σε μία διαδρομή πάνω στο βράχο για 1,1χλμ.

Καταρράκτες Έδεσσας
Έδεσσα - panoramio (3).jpg
Άποψη του Καταρράκτη "Κάρανος".
Φυσικά χαρακτηριστικά
Μήκος33 μέτρα (κατά μέσο όρο)
Πλάτος
  • Μέσο πλάτος:
    4 Μέτρα
Χαρακτηριστικά
ΚαταρράκτεςΈδεσσας, Αγίου Γεωργίου
Το σύστημα υδατοπτώσεων αποτελείται από 12 καταρράκτες.

Αποτελεί το βασικό πόλο έλξης επισκεπτών της πόλης και είναι ένα από τα σημαντικότερα αξιοθέατα στην Ελλάδα. Σε αριθμό οι καταρράκτες είναι δώδεκα, εκ των οποίων μόνο οι τέσσερις είναι θεατοί, ενώ οι υπόλοιποι εξαιτίας της πλούσιας βλάστησης δεν μπορούν να θεαθούν εύκολα.

Στα μονοπάτια του Πάρκου Καταρρακτών συγκαταλέγεται και η λιθόστρωτη διαδρομή προς την Αρχαία Έδεσσα μέσα από τον κάμπο της πόλης. Η δίοδος αυτή αποτελούσε τμήμα[4] της αρχαίας Εγνατίας Οδού, που ένωνε την Αρχαία Έδεσσα, την Ακρόπολη της Έδεσσας (συνοικία Βαρόσι) και τη Θεσσαλονίκη ως τις αρχές του 20ού αιώνα.

Σχηματισμός του 14ου ΑιώναΕπεξεργασία

 
Άποψη του ομώνυμου πάρκου των καταρρακτών.

Οι καταρράκτες της Έδεσσας σχηματίστηκαν τον 14ο αιώνα έπειτα από κάποιο γεωλογικό ή καιρικό φαινόμενο. Αρχικά ο κύριος όγκος του νερού συγκρατούταν σε μια λεκάνη δυτικά της πόλης, όπου έπειτα από αυτό άρχισαν να διέρχονται μέσα την πόλη και να πέφτουν θεαματικά από τον βράχο της με συνέπεια να δημιουργηθούν πολλά μικρά ποτάμια και παράλληλα να καταργηθεί η λίμνη απ' όπου προήλθαν.

Βιομηχανική ΑξιοποίησηΕπεξεργασία

Κατά το τέλος του 19 αιώνα αρκετά εργοστάσια κατασκευάστηκαν στον βράχο της πόλης καθώς οι υδατοπτώσεις μπορούσαν να αξιοποιηθούν ως προς την παραγωγή ηλεκτρισμού χωρίς κόστος, κάτι το σημαντικό για την βιωσιμότητά τους. Συνολικά ανεγέρθησαν 5 μεγάλα εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας και αρκετά εργαστήρια και βυρσοδεψία. Κάθε ένα εργοστάσιο χρησιμοποιούσε έναν καταρράκτη για την επίτευξη της παραγωγής και την δημιουργία ενός αυτόνομου συστήματος ηλεκτρισμού.[5][6]

Συγκεκριμένα είναι:

  • Κανναβουργείο: χρησιμοποιούσε τον καταρράκτη που προερχόταν από την βιομηχανική συνοικία των Μύλων.
  • Άνω Εστία: χρησιμοποιούσε τον καταρράκτη που αποτελούσε παρακλάδι του Εδεσσαίου.
  • Κάτω Εστία: χρησιμοποιούσε τα νερά που προέρχονταν από τον καταρράκτη "Κάρανο".
  • Εργοστάσιο Τσίτση: χρησιμοποιούσε τον καταρράκτη που προερχόταν από την συνοικία "Μικρά Καταρρακτάκια".
  • ΣΕ.ΦΕΚ.Ο χρησιμοποιούσε τα νερά του καταρράκτη "Άλαν".

Τουριστική ΧρήσηΕπεξεργασία

Μετά τον πόλεμο και την επανεγκαθίδρυση του Δήμου Έδεσσας ο χώρος περνάει στα χέρια της πολιτείας. Ο Δήμος προσλαμβάνει συνεργία και κηπουρούς για της ανάπλαση και ανάδειξη του χώρου όπου μεγάλοι κήποι και μονοπάτια κατασκευάζονται. Σταθμός στην πορεία υπήρξε το 1953 όταν ολοκληρώθηκε και άρχισε να λειτουργεί το δημοτικό εστιατόριο με το όνομα "ΠΙΣΙΝΕΣ" στην νησίδα ανάμεσα στους δυο μεγάλους καταρράκτες. Έως τις αρχές του 1960 κατασκευάζονται προσβάσεις και σημεία τύπου "μπελβεντερέ" για να μπορεί ο επισκέπτης να προσεγγίζει με ασφάλεια.[7]

Σήμερα οι καταρράκτες είναι πασίγνωστο θέαμα απείρου κάλλους για όλη την Ελλάδα, καθώς ο Δήμος από τότε έχει προχωρήσει σε σημαντικές παρεμβάσεις που αποτέλεσαν σωτήριες για την τοπική οικονομία. Από το 2003 οι καταρράκτες φωταγωγούνται στα χρώματα του ουράνιου τόξου κατά την διάρκεια της νύχτας, γεγονός το οποίο καθιστά εφικτή και την νυχτερινή επίσκεψη.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία