Ο Κορράδος Β΄ της Ιταλίας, (Γερμανικά: Conrad II 12 Φεβρουαρίου 1074 - 27 Ιουλίου 1101) μέλος του Οίκου των Σαλίων ήταν Δούκας της Κάτω Λωρραίνης (1076 - 1087), Βασιλιάς της Γερμανίας (1087 - 1098) και Βασιλιάς της Ιταλίας (1093 - 1098). Ο Κορράδος Β΄ ήταν δεύτερος γιος του γιος του αυτοκράτορα Ερρίκου Δ΄ και της Μπέρτας της Σαβοΐας κόρης του Όθων Α΄ της Σαβοΐας, ήταν ο πρώτος που έφτασε στην ενηλικίωση αφού ο μεγαλύτερος Ερρίκος γεννήθηκε και πέθανε τον Αύγουστο του 1071. Η βασιλεία του στην Λωρραίνη και την Γερμανία ήταν μόνιμη αλλά πέρασε την περισσότερη ζωή του στην Ιταλία από όπου πήρε τον τίτλο του.

Κορράδος Β´ της Ιταλίας
Conrad II of Italy.jpg
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση12  Φεβρουαρίου 1074 ή 12  Φεβρουαρίου 1074[1]
Hersfeld Abbey
Θάνατος27  Ιουλίου 1101 ή 27  Ιουλίου 1101[1]
Φλωρεντία
Τόπος ταφήςSanta Reparata, Florence
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταμονάρχης[2]
Οικογένεια
ΣύζυγοςΚωνσταντία της Ωτβίλ
ΓονείςΕρρίκος Δ΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας[3] και Μπέρθα της Σαβοΐας
ΑδέλφιαΕρρίκος Ε΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας
Αγνή του Βάιμπλινγκεν
ΟικογένειαΣαλική δυναστεία
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΒασιλιάς των Ρωμαίων
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Πρώτα χρόνιαΕπεξεργασία

Ο Κορράδος Β΄ γεννήθηκε στο "αβαείο του Χέρσφαλντ" (12 Φεβρουαρίου 1074) την εποχή που ο πατέρας του πολεμούσε στην Σαξονική Εξέγερση, βαπτίστηκε σε τρεις μέρες στο ίδιο αβαείο.[4][5] Μετά την νίκη ο πατέρας του συγκάλεσε τα Χριστούγεννα του 1075 Σύνοδο στο Γκόσλαρ, διέταξε τους ευγενείς να αναγνωρίσουν τον Κορράδο διάδοχο του.[6] Όταν πέθανε ο Γοδεφρείδος Δ΄ της Κάτω Λωρραίνης (22 Φεβρουαρίου 1076) ο Ερρίκος Δ΄ αρνήθηκε να αποδεχθεί τον νόμιμο διάδοχο, τον ανεψιό του Γοδεφρείδο του Μπουιγιόν, όρισε αντίθετα τον μόλις δύο ετών γιο του Κορράδο.[7] Ο Αλβέρτος Γ΄ του Ναμύρ ορίστηκε αντιβασιλιάς και κηδεμόνας και ο Γοδεφρείδος του Μπουιγιόν πήρε σαν αποζημίωση την Αμβέρσα.[8] Η μόνιμη απουσία του Κορράδου από το δουκάτο έφερε την παρακμή στην δουκική εξουσία, όταν πήγε στην Ιταλία (1082) εγκαταστάθηκε στην Λιέγη η "Ειρήνη του Θεού".[9]

Ο Κορράδος Β΄ πέρασε τα Χριστούγεννα του 1076 στην Μπεζανσόν.[10] Στις αρχές της επόμενης χρονιάς (1077) συνόδευσε τους γονείς του νότια από τις Άλπεις προς την Κανόσα επειδή ο πατέρας του δεν εμπιστευόταν κανέναν στην Γερμανία για την κηδεμονία του.[11] Ο Κορράδος καταγράφεται για πρώτη φορά σε βασιλικό διάταγμα σε ηλικία πέντε ετών (1079).[12] Όταν επέστρεψε ο Ερρίκος Δ΄ στην Γερμανία άφησε τον μικρό Κορράδο στην Ιταλία σαν αρχηγό των αυτοκρατορικών, κηδεμόνες του ορίστηκαν οι αρχιεπίσκοποι του Μιλάνου και της Πιατσέντζα που είχαν αφοριστεί από τον πάπα Γρηγόριο Ζ΄.[13][14] Τον Οκτώβριο του 1080 βρισκόταν στο αυτοκρατορικό στρατόπεδο της βόρειας Ιταλίας που νίκησε τα στρατεύματα της Ματθίλδης της Κανόσα στην Μάντοβα.[15] Οι Σάξονες λόρδοι υποστήρξαν τον Δεκέμβριο του 1080 σαν αντί-βασιλιά τον αντίπαλο και γαμπρό του Ερρίκου Δ΄ Ροδόλφο του Ράινφελντεν. Ο ιστορικός Μπρούνο της Σαξονίας έγραψε "συγκεντρώθηκαν για να συζητήσουν την κυβέρνηση του βασιλείου".[16] Ο Ερρίκος Δ΄ έσειλε απεσταλμένους στην Σαξονία και τους ζήτησε να δεχτούν βασιλιά τον γιο του Κορράδο που είχε επιστρέψει στην Γερμανία, σε αντάλλαγμα τους υποσχέθηκε να μην επέμβει στα εσωτερικά τους. Ο Όθων του Νόρτχαϊμ απάντησε για λογαριασμό των Σαξόνων "δεν θέλουμε ούτε τον πατέρα ούτε τον γιο επειδή δεν έχουμε δει ποτέ κακό μοσχάρι να γεννηθεί από ένα κακό βόδι".[17] Ο Ερρίκος Δ΄ κατέβηκε ξανά στην Ιταλία (1081) με στόχο να παντρέψει τον γιο του με μία από τις κόρες του δούκα της Απουλίας Ροβέρτου Γυισκάρδου.[18] Πρόσφερε στον Ροβέρτο Γυισκάρδο την κομητεία του Φέρμο, ο γάμος τελικά δεν πραγματοποιήθηκε επειδή ο δούκας αρνήθηκε να δώσει όρκο υποτέλειας για την Απουλία.[19] Ο Ερρίκος επέστρεψε τον Ιούλιο του 1081 στην Γερμανία αφήνοντας τον Κορράδο ξανά στην Γερμανία υπό την φροντίδα όπως γράφουν τα Χρονικά των τοπικών πριγκίπων.[20]

Βασιλιάς των ΣαλίωνΕπεξεργασία

 
Ο Κορράδος Β΄ των Σαλίων.

Ο Κορράδος Β΄ επέστρεψε στην Γερμανία και στέφτηκε βασιλιάς στο Άαχεν (30 Μαΐου 1087) από τον αρχιεπίσκοπο της Κολωνίας, στην τελετή βρέθηκαν ο Αλβέρτος του Ναμύρ, ο Γοδεφρείδος του Μπουιγιόν και ο Μάγκνους της Σαξονίας.[21] Η τελευταία αναφορά του Κορράδου σαν δούκα της Κάτω Λωρραίνης καταγράφεται στο Άαχεν λίγο πριν την στέψη του, τον διαδέχθηκε ο νόμιμος διάδοχος Γοδεφρείδος του Μπουιγιόν.[22] Ο Κορράδος επέστρεψε στην Ιταλία τον Ιανουάριο του 1088, ο επίσκοπος της Ιβρέας ορίστηκε Καγκελάριος και σύμβουλος του.[23] Αμέσως μετά την επιστροφή του στην Ιταλία πέθανε η μητέρα του Μπέρτα, το γεγονός αυτό θα προκαλέσει ρήξη στις σχέσεις ανάμεσα στον Κορράδο και τον πατέρα του.[24] Ο Κορράδος προσπάθησε ανεπιτυχώς να αντισταθεί στην Ιταλία απέναντι στην Ματθίλδη της Κανόσα μέχρι την άφιξη του πατέρα του την άνοιξη του 1090, ο Ερρίκος Δ΄ τον δήλωσε σαν "τον αγαπημένο του γιο" (1091).[25] Η γιαγιά του Κορράδου Αδελαΐδα της Σούζα πέθανε (19 Δεκεμβρίου 1091), είχε ορίσει διάδοχο της τον δεκαετή δισέγγονο της Πέτρο από όταν πέθανε ο πατέρας του Φρειδερίκος του Μονμπελιάρ (29 Ιουνίου 1091).[26] Ο Ερρίκος Δ΄ έκανε ωστόσο κατάσχεση στο δουκάτο και το έδωσε στον γιο του Κορράδο.[27] Ο Βονιφάτιος ντελ Βάστο κατέκτησε τις νότιες κομητείες και ο Ερρίκος Δ΄ έδωσε την κομητεία του Άστι στον εκλεκτορικό επίσκοπο Όθων.[28] Ο Κορράδος πραγματοποίησε εκστρατεία στην κομητεία του Τορίνο για να εδραιώσει την αυτοκρατορική εξουσία (1092).[29]

ΕπανάστασηΕπεξεργασία

Η Ματθίλδη της Κανόσα, ο σύζυγος της Γουέλφος Β΄ της Βαυαρίας και Ιταλικές πόλεις του βορρά όπως η Κρεμόνα, η Λόντι, το Μιλάνο και η Πιατσέντσα τον έπεισαν να επαναστατήσει εναντίον του πατέρα του (1093). Ο ιστορικός Έκκεχαρντ όφα Όρα (1080 - 1126) γράφει ότι υποκινήθηκε "από έναν υπουργό του Ερρίκου Δ΄ που είχε το όνομα επίσης Κορράδος".[30] Πιθανότατα ταυτιζόταν με τον κόμη Κορράδο που είχε στείλει απεσταλμένο ο νεαρός βασιλιάς στον Ρογήρο Β΄ της Σικελίας. Ο Έκκεχαρντ όφα Όρα παρέχει θετική εικόνα για τον νεαρό βασιλιά, τον περιγράφει "πιστό Καθολικό άντρα αφιερωμένο στην εκκλησία, μισούσε τους πολέμους του πατέρα του, προτιμούσε το διάβασμα από τα αθλήματα".[31] Οι πηγές διαφέρουν άλλες είναι θετικές για το πρόσωπο του, άλλες αρνητικές και τον περιγράφουν σαν πιόνι στα χέρια της Ματθίλδης.[32] Ο Μπέρνολντ της Κωνσταντίας γράφει ότι ο αυτοκράτορας απελπίστηκε τόσο πολύ με την αποστασία του γιου του που ήθελε να αυτοκτονήσει, αυτό ήταν ίσως μια υπερβολή με στόχο να ταυτίσει τον Ερρίκο Δ΄ με τον μυθικό βασιλιά Σαούλ.[33]

Ο Κορράδος συνελήφθη από τον πατέρα του στα μέσα Μαρτίου από μία παγίδα αλλά σύντομα δραπέτευσε, εξελέγη βασιλιάς από την Ματθίλδη, τον Γουέλφο και τους συμμάχους τους, η στέψη του έγινε στο Μιλάνο από τον αρχιεπίσκοπο Άνσελμ Γ΄.[34][35] Ο ιστορικός Λάντουλφ Τζούνιορ (1077 - 1137) έγραψε ότι η στέψη του έγινε στην Μόντσα όπου βρισκόταν το Σιδηρούν Στέμμα. Μετά την στέψη ο Άνσελμος πέθανε και ο Κορράδος επέλεξε διάδοχο του τον Αρνούλφο Γ΄ (6 Δεκεμβρίου 1093), πολλοί από τους επισκόπους που παραβρέθηκαν στην στέψη κατηγόρησαν την εκλογή του Άνσελμου ως Σιμωνία. Ο παπικός λεγάτος που βρέθηκε εκεί για να μιλήσει στον Κορράδο κήρυξε την εκλογή άκυρη.[36] Η βασική κατηγορία πιθανότατα ήταν ότι ο Άνσελμος είχε προσφέρει υπηρεσίες στον Κορράδο μη αποδεκτές για να πετύχει την στέψη του.[37] Ο νεαρός Κορράδος βρισκόταν στο μέγιστο της δύναμης του (1094), ο πατέρας του έμενε με τον μαργράβο Ερρίκο στην Βερόνα και δεν μπορούσε να εισέλθει στην Ιταλία.[38] Ο Αντίπαπας Κλήμης Γ΄ που εξελέγη στην Σύνοδο του Μπρεσανόνε (1080) δήλωσε ότι είναι έτοιμος να παραιτηθεί αν ο Ερρίκος Δ΄ προχωρούσε σε Συνθήκη με τον πάπα Ουρβανό Β΄ και ο ίδιος στεκόταν εμπόδιο. Μία σύγχρονη άποψη αναφέρει ότι οι δύο πάπες αποφάσισαν να λύσουν τις διαφορές τους σε Σύνοδο.[39]

Παπικός αντιβασιλιάςΕπεξεργασία

Ο Κορράδος Β΄ βρέθηκε τον Μάρτιο του 1095 στην Σύνοδο της Πιατσέντσας, επιβεβαίωσε τις κατηγορίες που εξαπέλυσε απέναντι στον πατέρα του η θετή του μητέρα Ευπραξία του Κιέβου. Ο Ερρίκος Δ΄ σύμφωνα με τις κατηγορίες συμμετείχε στην αίρεση των Νικολαιτών, κατηγορήθηκε για όργια και ότι είχε προσφέρει την Ευπραξία στον Κορράδο, αυτός ήταν ο λόγος που στράφηκε εναντίον του πατέρα του. Μετά την Σύνοδο ο Κορράδος δήλωσε με όρκο την πίστη του στον Ουρβανό Β΄ στην Κρεμόνα (10 Απριλίου 1094) και υπηρέτησε τον πάπα σαν Στράτωρ, οδήγησε ο ίδιος το άλογο το πάπα για να δηλώσει την υποταγή του κάτι που είχε κάνει σύμφωνα με την παράδοση ο Μέγας Κωνσταντίνoς.[40] Το αξίωμα του Στράτωρ ήταν διαδεδομένο μέχρι τον 9ο αιώνα και στην συνέχεια εξαφανίστηκε, αναβίωσε για πρώτη φορά στην συνέχεια με τον Κορράδο.[41] Σε Σύνοδο στην Κρεμόνα (15 Απριλίου 1094) ο Κορράδος Β΄ έδωσε όρκους "αιώνιας πίστης, υποταγής και παπικής υπεροχής" στον Ουρβανό. Ο όρκος δινόταν από βασιλείς πριν από την στέψη τους από τον πάπα ως Αυτοκράτορες, ο Κορράδος προχώρησε ακόμα περισσότερο και δήλωσε ότι θα παραιτηθεί και από το δικαίωμα να διορίζει επισκόπους. Ο Ουρβανός Β΄ το αποδέχτηκε, του δήλωσε ότι τον αναγνωρίζει βασιλιά και θα κινήσει όλες τις διαδικασίες για να τον στέψει στο μέλλον αυτοκράτορα.[42] Με τις ενέργειες αυτές ο Κορράδος αναγνωρίστηκε σαν ο επαναστάτης γιος του αυτοκράτορα, αντιβασιλιάς με την αναγνώριση του πάπα και οπαδός των Μεταρρυθμιστών.

Την ίδια χρονιά ο πάπας και η Ματθίλδη της Κανόσα τακτοποίησαν τον γάμο ανάμεσα στον Κορράδο και την Ματθίλδη, μία από τις κόρες του Ρογήρου Α΄ της Σικελίας.[43][44] Με την συνοδεία του επισκόπου Ροβέρτου Β΄ της Τροίας η Ματθίλδη έφτασε στην Πίζα με έναν μεγάλο στόλο και μια προίκα με "πλούσιο θησαυρό", ο γάμος έγινε στην Πίζα (1095).[45][46] Την ίδια χρονιά η Ματθίλδη χώρισε τον Γουέλφο, ο πατέρας του Γουέλφος Α΄ της Βαυαρίας εξοργισμένος απέσυρε την υποστήριξη του από την Ματθίλδη και αποκαταστάθηκε στο Δουκάτο της Βαυαρίας από τον αυτοκράτορα (1096).[47] Ο υπέργηρος πατέρας του Γουέλφου Α΄ Αλβέρτος Άτσο Β΄ του Μιλάνου πέθανε και οι γιοι του βρέθηκαν σε σύγκρουση για την απέραντη κληρονομιά του, ο Φούλκων Α΄ του Μιλάνου και ο Ούγος Ε΄ του Μαν υποστήριξαν τον Κορράδο Β΄, ο μεγαλύτερος ετεροθαλής αδελφός τους Γουέλφος Α΄ τον πατέρα του. Ο Γουέλφος Α΄ με την υποστήριξη του αυτοκράτορα και του δούκα Ερρίκου της Καρινθίας επιτέθηκε στην Ιταλία για να διεκδικήσει την κληρονομιά του.[48] Η επίθεση αυτή ελάττωσε σημαντικά την εξάρτηση του Κορράδου από την Ματθίλδη της Τοσκάνης.[49]

ΠτώσηΕπεξεργασία

Όταν ξεκίνησε την θητεία του ο Άνσελμ Β΄ του Μιλάνου ο Κορράδος Β΄ έχασε την υποστήριξη των παπικών στην Λομβαρδία. Ο Κορράδος έκανε έκκληση στον Λιουτπράνδο έναν Παταρηνό ηγέτη με την φράση "Σαν ένας από τους αρχηγούς των Παταρηνών ποιά η γνώμη σου για τους επισκόπους και τους κληρικούς που κατέχουν βασιλικά αξιώματα αλλά δεν δίνουν φαγητό στον βασιλιά;". Μετά την απώλεια της στήριξης της Ματθίλδης ο Κορράδος έγινε οπαδός των Παταρηνών. Ο ιστορικός Λάντουλφ Τζούνιορ επαινεί τον νεαρό βασιλιά επειδή αρνήθηκε να χρίσει τόσο τον επισκοπικό-εκλέκτορα της Μπρέσια όσο και τον Άνσελμ Δ΄.[50] Ο Ερρίκος Δ΄ συγκάλεσε Σύνοδο στο Μάιντς (1098) με την οποία αποκήρυξε τον Κορράδο Β΄, διάδοχος του ορίστηκε ο μικρότερος γιος του Ερρίκος Ε΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.[51] Σε μία επιστολή του (1106) ο αυτοκράτορας αναγνώρισε ότι η απόφαση του αυτή ήταν επικίνδυνη επειδή θα μπορούσε να φέρει "εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στα δύο αδέλφια και κατάρρευση του βασιλείου".[52]

Μετά από τα γεγονότα ο Κορράδος έχασε την εξουσία του στην Ιταλία, δεν υπάρχουν αναφορές να δέχτηκε στήριξη από τον Ουρβανό και τους διαδόχους του ή από τον πεθερό του πέρα από την προίκα της κόρης του.[53] Πέθανε αιφνίδια και πρόωρα από πυρετό σε ηλικία 27 ετών (27 Ιουλίου 1101) στην Φλωρεντία, πολλές φήμες κυκλοφόρησαν ότι δηλητηριάστηκε.[54][55][56] Η ταφή του έγινε στην Σάντα Ρεπαράτα που αντικατέστησε εκείνη την εποχή τον Καθεδρικό ναό της Φλωρεντίας, πολλά θαύματα παρουσιάστηκαν την ώρα της κηδείας του.[57] Ο ιστορικός Έκκεχαρντ όφα Όρα γράφει ότι "το σημάδι του σταυρού εμφανίστηκε στο χέρι του, αυτό ήταν δείγμα ότι ο Κορράδος ήταν πραγματικός Σταυροφόρος στο πνεύμα".[58] Ο Έκκεχαρντ όφα Όρα γράφει ότι ο Κορράδος δεν δέχτηκε ποτέ συκοφαντίες εναντίον του πατέρα του και πάντοτε τον αναγνώριζε σαν αυτοκράτορα.[59]

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 1,2 p11425.htm#i114245.
  2. Γερμανική Εθνική Βιβλιοθήκη, Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου, Βαυαρική Κρατική Βιβλιοθήκη, Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας: Gemeinsame Normdatei. Ανακτήθηκε στις 29  Μαρτίου 2015.
  3. 3,0 3,1 Darryl Roger Lundy: (Αγγλικά) The Peerage.
  4. Robinson 2000, σ. 95
  5. Lindner 1882, σσ. 554–556
  6. Robinson 2000, σ. 104
  7. Gawlik 1980, σ. 496
  8. Robinson 2000, σ. 148
  9. Robinson 2000, σ. 253
  10. Robinson 2000, σ. 159
  11. Fuhrmann 1986, σ. 65
  12. Robinson 2000, σ. 23
  13. Gawlik 1980, σ. 496
  14. Robinson 2000, σ. 166
  15. Gawlik 1980, σ. 496
  16. Robinson 2000, σσ. 205–206
  17. Robinson 2000, σσ. 205–206
  18. Gawlik 1980, σ. 496
  19. Robinson 2000, σ. 214
  20. Robinson 2000, σ. 233
  21. Robinson 2000, σσ. 262–63
  22. Robinson 2000, σσ. 262–63
  23. Robinson 2000, σσ. 262–63
  24. Gawlik 1980, σ. 496
  25. Robinson 2000, σ. 287
  26. Robinson 2000, σ. 287
  27. Gawlik 1980, σ. 496
  28. Robinson 2000, σ. 287
  29. Robinson 2000, σ. 287
  30. Robinson 2000, σ. 288
  31. Robinson 2000, σ. 288
  32. Robinson 2000, σ. 288
  33. Robinson 2000, σ. 288
  34. Gawlik 1980, σ. 496
  35. Robinson 2000, σσ. 286–287
  36. Fonsega 1962.
  37. Cowdrey 1968, σ. 291
  38. Robinson 2000, σ. 289
  39. Robinson 2000, σ. 289
  40. Lindner 1882, σσ. 554–556
  41. Robinson 2000, σσ. 262–263
  42. Robinson 2000, σ. 327
  43. Lindner 1882, σσ. 554–556
  44. Gawlik 1980, σ. 496
  45. Robinson 2000, σ. 300
  46. Robinson 2000, σ. 292
  47. Robinson 2000, σ. 295
  48. Robinson 2000, σ. 297
  49. Robinson 2000, σ. 300
  50. Cowdrey 1968, σ. 294
  51. Robinson 2000, σ. 300
  52. Robinson 2000, σ. 301
  53. Robinson 2000, σ. 300
  54. Lindner 1882, σσ. 554–556
  55. Robinson 2000, σ. 300
  56. Lindner 1882
  57. Lindner 1882, σσ. 554–556
  58. Robinson 2000, σ. 300
  59. Lindner 1882, σσ. 554–556

ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Cowdrey, H. E. J. (1968). "The Succession of the Archbishops of Milan in the Time of Pope Urban II". The English Historical Review. 83 (327): 285–94.
  • Fonsega, Cosimo Damiano (1962). "Arnolfo". Dizionario Biografico degli Italiani, Volume 4: Arconati–Bacaredda (in Italian). Rome: Istituto dell'Enciclopedia Italiana.
  • Fuhrmann, Horst (1986). Germany in the High Middle Ages, c. 1050–1200. Cambridge: Cambridge University Press.
  • Gawlik, Alfred (1980), "Konrad (deutscher Konig)", Neue Deutsche Biographie (NDB) (in German), 12, Berlin: Duncker & Humblot.
  • Lindner, Theodor (1882), "Konrad", Allgemeine Deutsche Biographie (ADB) (in German), 16, Leipzig: Duncker & Humblot.
  • Robinson, Ian S. (2000). Henry IV of Germany. New York: Cambridge University Press.
  • Wilson, Peter (2016). Heart of Europe: A History of the Holy Roman Empire. Cambridge, MA: Belknap Press.
Κορράδος Β΄ της Ιταλίας
Γέννηση: 12 Φεβρουαρίου 1074 Θάνατος: 27 Ιουλίου 1101
Βασιλικοί τίτλοι
Προκάτοχος
Γοδεφρείδος Δ΄
Δούκας της Κάτω Λωρραίνης
 

1076-1087
Διάδοχος
Γοδεφρείδος του Μπουιγιόν
Προκάτοχος
Ερρίκος Δ΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας
Βασιλιάς της Γερμανίας
 

1087-1098
Διάδοχος
Ερρίκος Ε΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας
Βασιλιάς της Ιταλίας
 

1093 - 1098