Άνοιγμα κυρίου μενού

Ο Κωνσταντίνος Δούκας Καλαμανός ή ο Κολομάν (1137/1145 - μετά το 1173) ήταν βυζαντινός στρατηγός, αναφέρεται και δουξ Κιλικίας[1], και κυβερνήτης της Κιλικίας .

Κωνσταντίνος Καλαμάνος
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση1137
Θάνατος1173
Χώρα πολιτογράφησηςΒυζαντινή Αυτοκρατορία
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητακυβερνήτης
Οικογένεια
ΓονείςΜπόρις Καλαμάνος και Αρετή Δούκαινα

Ο Κωνσταντίνος ήταν ο μεγαλύτερος γιος του Μπόρις Καλαμάνος (διεκδικητής του θρόνου του Βασιλείου της Ουγγαρίας ) και της Αρετής Δούκαινας[2].

Το 1163, ο αυτοκράτορας Μανουήλ Α΄ Κομνηνός διόρισε τον Κωνσταντίνο κυβερνήτη της Κιλικίας, επαρχία της αυτοκρατορίας, της οποίας τα οχυρά είχαν μόλις καταληφθεί από τον Αρμένιο πρίγκηπα Θόρο Β΄ της Αντιόχειας[3]. Όταν έφτασε όμως στην Κιλικία ο πρίγκιπας Θόρος αποσύρθηκε στα βουνά. Η Πριγκίπισσα Κωνσταντία της Αντιόχειας επιθυμούσε να κρατήσει την εξουσία για τον γιο της, Βοημούνδο Γ΄ της Αντιόχειας έκανε έκκληση στον Κωνσταντίνο για στρατιωτική βοήθεια. Ωστόσο μόλις μαθεύτηκε η έκκληση προκάλεσε εξέγερση στην Αντιόχεια και εξορίστηκε.

Λίγο αργότερα, ο Κωνσταντίνος και ο Πρίγκιπας Βοημούνδος Γ΄ έχασαν τα στρατεύματά τους ενάντια στον στρατό του Νουρεντίν Ζενγκί μετά από πολιορκία στο Κρακ των Ιπποτών, ένα φρούριο στην Κομητεία της Τρίπολης. Έπειτα και μετά από μια σύντομη μάχη στην οποία ο Κωνσταντίνος και τα στρατεύματά του ξεχώρισαν ιδιαίτερα, ο Νουρεντίν Ζενγκί διέφυγε στη Χομς[1].

Το καλοκαίρι του 1164, ο Νουρεντίν Ζενγκί πολιορκούσε το φρούριο Χαρίμ στο Πριγκιπάτο της Αντιόχειας. Μετά από πρόκληση του Βοημούνδου ο Κωνσταντίνος προσέτρεξε με τα στρατεύματά του, μαθαίνοντας τα νέα ο Νουρεντίν Ζενγκί αύξησε την πολιορκία χωρίς αποτέλεσμα[1]. Ενώ αποχωρούσε, οι χριστιανικές δυνάμεις τον ακολούθησαν και οι στρατοί τους ήρθαν σε επαφή στις 10 Αυγούστου. Η επακόλουθη μάχη ήταν μια καταστροφή για τους χριστιανούς: οι ηγέτες τους (μεταξύ αυτών και ο Κωνσταντίνος) συνελήφθησαν και μεταφέρθηκαν στο Αλέππο. Ωστόσο, ο Νουρεντίν Ζενγκί ήταν ανήσυχος να μην προσβάλει τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, και απελευθέρωσε σχεδόν αμέσως τον Κωνσταντίνο (1166), με αντάλλαγμα εκατόν πενήντα ασημένια[1].

Κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας του, την Κιλικία κυβερνούσε ο Αλέξιος Αξούχος και αργότερα ο Ανδρόνικος Κομνηνός, ο οποίος αποπλάνησε τη Φιλίππα της Αντιόχειας, την όμορφη αδελφή του πρίγκηπα Βοημούνδου[3]. Όταν ο Κωνσταντίνος απελευθερώθηκε, ο αυτοκράτορας Μανουήλ Α τον αποκατέστησε στη θέση του και τον έστειλε στην Αντιόχεια να προσπαθήσει να φέρει πίσω την Φίλιππα, αλλά απέτυχε[4].

Το 1170, ο αρμένιος πρίγκηπας Μλεχ της Αρμενίας εισέβαλε στη βυζαντινή επαρχία της Κιλικίας με τη βοήθεια του Νουρεντίν Ζενγκί και πήρε την Μοψουεστία, τα Άδανα και την Ταρσό . Παρόλο που ο Κωνσταντίνος μπορούσε να ανακτήσει τα χαμένα εδάφη με τη βοήθεια του βασιλιά Αμωρί Α΄ της Ιερουσαλήμ και του πρίγκηπα Βοιμούνδου Γ ΄ δεν το έπραξε και ένα χρόνο αργότερα συνελήφθη από τον πρίγκιπα Μλεχ.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Kristó, Gyula (editor): Korai Magyar Történeti Lexikon - 9-14. század (Encyclopedia of the Early Hungarian History - 9-14th centuries); Akadémiai Kiadó, 1994, Budapest; (ISBN 963-05-6722-9).
  • Runciman, Steven: A History of the Crusades - Volume II (The Kingdom of Jerusalem and the Frankish East 1100-1187); Cambridge University Press, 1988, Cambridge; (ISBN 0-521-06162-8).