Άνοιγμα κυρίου μενού

Ο Κωνσταντίνος Κυλινδρέας ήταν Έλληνας συνεργάτης των Γερμανών στη διάρκεια της κατοχής.

Μετά την απελευθέρωση συνελήφθη και καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη από το Ειδικό Δικαστήριο Δοσιλόγων Θεσσαλονίκης αλλά με το βασιλικό διάταγμα της 12ης Σεπτεμβρίου του 1952 η ποινή μετατράπηκε σε κάθειρξη 20 ετών. Τελικά αφέθηκε ελεύθερος το 1954 καθώς έγινε δεκτή αίτηση αναστολής εκτέλεσης του υπόλοιπου της ποινής.[1].

ΒιογραφικόΕπεξεργασία

Ο Κυλινδρέας γεννήθηκε στη Σμύρνη και μετά την Μικρασιατική καταστροφή εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη όπου εργάστηκε ως αυτοκινητιστής. Το διάστημα 1941-1943 κέρδισε μεγάλα ποσά ως πληροφοριοδότης της Μυστικής Αστυνομίας Στρατού και της Αστυνομίας Ασφαλείας-Υπηρεσίας Ασφαλείας και κατάφερε να αποκτήσει αρκετά αυτοκίνητα για εκμετάλλευση.[2].

Το 1944, αφού πέρασε από το ένοπλο τμήμα του Αντωνίου Βήχου και τον Εθνικό Ελληνικό Στρατό (ΕΕΣ) του Κυριάκου Παπαδόπουλου(Κισά Μπατζάκ), του ανατέθηκε η διοίκηση ενός παραρτήματος ασφαλείας (που αποτελούνταν από περίπου 10 άνδρες και στεγάζονταν στο ξενοδοχείο Νέα Ορεστιάς στο Βαρδάρη) και έτσι ήρθε σε επαφή με Γερμανούς αξιωματικούς μεταξύ των οποίων και με τον διαβόητο ανακριτή-βασανιστή επιλοχία Μαξ Κέρβελ(Max Kerwell). Ως επικεφαλής του παραρτήματος αυτού είχε μεταξύ άλλων την ευθύνη για την ανακάλυψη και τη σύλληψη όσων έκλεβαν βενζίνη, ελαστικά και άλλα υλικά από το γερμανικό στρατό αλλά συμμετείχε και στη δίωξη κομμουνιστών. Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας και τη σύλληψη του, ο Κυλινδρέας δήλωσε στην έκθεση εξέτασης κατηγορούμενου (με ημερομηνία 27 Μαΐου του 1945) ότι «ως διοικητής του παραρτήματος [ασφαλείας] ανέλαβον την δίωξιν των κλεπτών, εκβιαστών, διαρρηκτών τόσον εις βάρος της περιουσίας των Ελλήνων, όσον και εις βάρος της περιουσίας των Γερμανών και την δίωξιν του κομμουνισμού».[3]

Ο Κυλινδρέας με την ομάδα κέρδιζε μεγάλα ποσά ζητώντας χρήματα για την απελευθέρωση αθώων συναδέλφων του και εκβιάζοντας άλλους αυτοκινητιστές. Αν κάποιοι απ τους συλληφθέντες κατηγορούνταν για δράση κατά των δυνάμεων κατοχής τους παρέδιδε στις ομάδες του Αντώνιου Βήχου και του Αντώνιου Δάγκουλα για να καταλήξουν στο εκτελεστικό απόσπασμα μετά από βασανιστήρια.[4]

Το καλοκαίρι του 1944 ο Κυλινδρέας συνέβαλε στη σύλληψη 30-40 συγγενών ανταρτών του ΕΛΑΣ στη Θεσσαλονίκη αφού έπεσε στα χέρια του ένας ταχυδρομικός σάκος με επιστολές των ανταρτών προς τις οικογένειες τους τον οποίο παρέδωσε στις γερμανικές αρχές. Οι συλληφθέντες καταδικάστηκαν σε πολύμηνες φυλακίσεις ενώ ορισμένοι στάλθηκαν για καταναγκαστικά έργα στη Γερμανία. Σε μια άλλη περίπτωση μεσω του Κυλινδρέα συνελήφθησαν ο ανθυπολοχαγός Σιάτκας, ο Ενωματάρχης Θεόδωρος Αγγελόπουλος και ένας ακόμη ενωματάρχης και δύο χωροφύλακες που είχαν εγκαταλείψει την υπηρεσία τους και προσπάθησαν να καταφύγουν στα βουνά για να ενταχθούν στην ΠΑΟ (Πανελλήνιος Απελευθερωτική Οργάνωση). Από τους συλληφθέντες ο Σιάτκας εκτελέστηκε ενώ οι υπόλοιποι κατάφεραν να δραπετεύσουν.[4]

Λίγο πριν την απελευθέρωση ο Κυλινδρέας, όπως και άλλοι Έλληνες που είχαν συνεργαστεί με τις κατοχικές δυνάμεις, ακολούθησε τα γερμανικά στρατεύματα που αποχωρούσαν από την Ελλάδα και κατέφυγε στην Αυστρία.[5] Συνελήφθη στη Βιέννη από τους Ρώσους τους οποίους όμως κατάφερε να πείσει ότι είχε βρεθεί στην αυστριακή πρωτεύουσα ως εργάτης και έτσι δεν αντιμετωπίστηκε ως συνεργάτης του εχθρού αλλά κρατήθηκε μαζί με Έλληνες εργάτες. Τελικά επέστρεψε, μεταμφιεσμένος και με άλλο όνομα, στην Ελλάδα, μαζί με άλλους 340 Έλληνες εργάτες αλλά στο φυλάκιο της «Νίκης» στη Φλώρινα αναγνωρίστηκε και συνελήφθη. Μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη και στις 2 Ιουνίου του 1945 οδηγήθηκε στο στρατόπεδο «Παύλος Μελάς» ύστερα από ένταλμα φυλάκισης που εξέδωσε ο Ειδικός Ανακριτής, με τη σύμφωνη γνώμη και του Ειδικού Επιτρόπου.[6].

Στη διάρκεια της δίκης του, που ξεκίνησε στις 17 Ιουλίου του 1945, εξετάστηκαν πολλοί μάρτυρες, η πλειοψηφία των οποίων ήταν μάρτυρες κατηγορίας. Ο Ειδικός Επίτροπος στην αγόρευσή του χαρακτήρισε τον Κυλινδρέα προδότη της πατρίδας του και συνεργάτη των Γερμανών και των Ταγμάτων Ασφαλέιας και ζήτησε να κηρυχθεί ένοχος και να του επιβληθεί η θανατική ποινή. Τελικά ο Κυλινδρέας γλύτωσε την εκτέλεση και καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη με τις ψήφους δύο δικαστών και δύο λαϊκών μέλη του δικασηρίου ενώ την ποινή του θανάτου ζήτησαν εκτός από τον Ειδικό Επίτροπο και οι άλλοι τρεις δικαστές.[7].

Το γεγονός ότι δεν επιβλήθηκε στον Κυλινδρέα η ποινή του θανάτου προκάλεσε έντονες αντιδράσεις που εκφράστηκαν κυρίως από τις εφημερίδες της αριστεράς. Σύμφωνα με την «Λαίκή Φωνή» η ποινή που επιβλήθηκε στον Κυλινδρέα ισοδυναμούσε με αθώωση ενώ η «Ελευθερία» είχε τίτλο σε άρθρο της σχετικά με τη δίκη και την ποινή που τελικά επιβλήθηκε «ο μεγάλος προδότης και εκτελεστής Κυλινδρέας γλιτώνει τη ζωή του». Η «Δημοκρατία» σχολίαζε ότι «ο τρομοκράτης και βασανιστής Κυλινδρέας, το όργανον των Ες-Ες που έστειλε εις το γερμανικόν εκτελεστικόν απόσπασμα πολλούς συμπολίτας μας [...] κατεδικάσθη μόνο εις ισόβια δεσμά. Ίσως, ύστερα από λίγο να πάρη και χάριν ή αμνηστείαν, από κανένα καθεστώς, που θα έχη στήριγμά του, τέρατα της μορφής του Κυλινδρέα [...]. Χρειάζεται καθαρτήριον πυρ, δια τέρατα που ως συνεργάται των κατακτητών επρόδιδαν επί έτη την Ελλάδαν και κατέδιδαν τους αγωνιζόμενους υπέρ Πατρίδας». Από την άλλη οι εφημερίδες της δεξιάς δεν άσκησαν κριτική στην απόφαση όμως δεν φείσθηκαν και χαρακτηρισμών για τον καταδικασθέντα. Το «Φως» στο άρθρο για την ποινή που επιβλήθηκε στον Κυλινδρέα είχε τίτλο «Ο γκεσταπίτης Κυλινδρέας κατεδικάσθη εις ισόβια δεσμά» ενώ ο άρθογράφος του «Ελληνικού Βορρά» έγραψε στις 18 Ιουλίου του 1945: «Ένα άλλο κάθαρμα, ενα σωστό αποφώλιον τέρας έδωσε χθες λογόν των πράξεων του ενώπιον της Δικαιοσύνης».[8].

Την επομένη της έκδοσης της απόφασης ο Ειδικός Επίτροπος άσκησε αίτηση αναθεώρησης της δίκης ζητώντας να κηρυχθεί ο Κυλινδρέας ένοχος και για τις άλλες κατηγορίες που τον βάρυναν και για τις οποίες είχε αθωωθεί λόγω αμφιβολιών. Η εφημερίδα «Ελευθερία» χαιρέτησε την αναθεώρηση της δίκης και η «Λαϊκή Φωνή» κάλεσε τους δικαστές να συναισθανθούν το εθνικό τους καθήκον και να καταδικάσουν σε θάνατο το «χιτλερικό αυτό κτήνος».[9].

Έτσι ο Κυλινδρέας βρέθηκε ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου για δεύτερη φορά στις 22 Οκτωβρίου του 1946. Η συντριπτική πλειοψηφία των μαρτύρων ήταν και πάλι μάρτυρες κατηγορίας (24 μάρτυρες κατηγορίας έναντι ενός μόνο μάρτυρα υπεράσπισης). Στην απολογία του ο κατηγορύμενος παραδέχτηκε ότι είχε οπλιστεί από τους Γερμανούς και ότι συμμετείχε σε ένοπλες ομάδες που συνεργάζονταν με τις κατοχικές δυνάμεις. Ο Εισαγγελέας στην αγόρευσή του τον χαρακτήρισε απαίσιο εγκληματία και ανάξιο Έλληνα και κατέληξε ότι «η δικαιοσύνη και ο Ελληνικός λαός ζητεί να πέσει βαρύς ο πέλεκυς στον τράχυλο του κατηγορουμένου». Από την πλευρά της η υπεράσπιση υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος εξυπηρέτησε την πατρίδα του καταδιώκοντας τους κομμουνιστές. Τελικά ο Κυλινδρέας καταδικάστηκε και πάλι σε ισόβια κάθειρξη με οριακή πλειοψηφία 3 προς 2 και σε ολική δήμευση της περιουσίας του παρά και την πρόταση του Επιτρόπου για την επιβολή της ποινής του θανάτου. Στη διάρκεια πάντως της δίκης ήταν χαρακτηριστική η στάση του Κυλινδρέα απέναντι στους μάρτυρες κατηγορίας καθώς απείλησε έναν από αυτούς ότι «γρήγορα θα ξανασυναντηθούν πάλι και θα τα πούνε».[10].

Με το βασιλικό διάταγμα της 12ης Σεπτεμβρίου του 1952 η ποινή του Κυλινδρέα μετατράπηκε σε κάθειρξη 20 ετών. Στη διάρκεια της παραμονής του στη φυλακή ο Κυλινδρέας συμμετείχε στο χριστιανικό όμιλο της φυλακής και το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με τη γενικότερη διαγωγή του είχε ως αποτελέσμα να κερδίσει τα θετικά σχόλια της διεύθυνσης των φυλακών που συνέβαλαν στο να γίνει δεκτή η αίτηση του αναστολής του υπόλοιπου της ποινής το 1954, οπότε και αφέθηκε ελεύθερος. Σημαντικό ρόλο στην απελευθέρωσή του έπαιξε επίσης η υπεύθυνη δήλωση που είχε υπογράψει ο Κυλινδρέας στις 12 Σεπτεμβρίου του 1949 στην οποία μεταξύ άλλων δήλωνε: «... δηλώ υπευθύνως ότι με μίσος και με πάθος καταπολέμησα τον κομμουνισμόν και τους κομμουνιστάς όπου και αν τους βρήκα.[...] Τόσο προπολεμικώς όσον στην Κατοχήν και μετέπειτα μέχρι της φυλακίσεώς μου καταπολέμησα το ΚΚΕ και κάθε παραφυάδα του με όλας μου τας δυνάμεις, δεν θα παύσω δε τον αντικομμουνιστικόν αγώνα μου μέχρι και της τελευταίας ρανίδος του αίματός μου».[11].

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Στράτος Ν. Δορδανάς, Η γερμανική στολή στην ναφθαλίνη, Επιβιώσεις του δοσιλογισμού στην Μακεδονία 1945-1974, εκδόσεις Εστία, σ. 210-212
  2. Στράτος Ν. Δορδανάς, Έλληνες εναντίον Ελλήνων-Ο κόσμος των Ταγμάτων Ασφαλείας στην κατοχική Θεσσαλονίκη 1941-1944, εκδόσεις Επίκεντρο, σ. 324
  3. Στράτος Ν. Δορδανάς, Έλληνες εναντίον Ελλήνων-Ο κόσμος των Ταγμάτων Ασφαλείας στην κατοχική Θεσσαλονίκη 1941-1944, εκδόσεις Επίκεντρο, σ. 325-326
  4. 4,0 4,1 Στράτος Ν. Δορδανάς, Έλληνες εναντίον Ελλήνων-Ο κόσμος των Ταγμάτων Ασφαλείας στην κατοχική Θεσσαλονίκη 1941-1944, εκδόσεις Επίκεντρο, σ. 327
  5. Στράτος Ν. Δορδανάς, Έλληνες εναντίον Ελλήνων-Ο κόσμος των Ταγμάτων Ασφαλείας στην κατοχική Θεσσαλονίκη 1941-1944, εκδόσεις Επίκεντρο, σ. 452
  6. Στράτος Ν. Δορδανάς, Η γερμανική στολή στην ναφθαλίνη, Επιβιώσεις του δοσιλογισμού στην Μακεδονία 1945-1974, εκδόσεις Εστία, σ. 97
  7. Στράτος Ν. Δορδανάς, Η γερμανική στολή στην ναφθαλίνη, Επιβιώσεις του δοσιλογισμού στην Μακεδονία 1945-1974, εκδόσεις Εστία, σ. 120
  8. Στράτος Ν. Δορδανάς, Η γερμανική στολή στην ναφθαλίνη, Επιβιώσεις του δοσιλογισμού στην Μακεδονία 1945-1974, εκδόσεις Εστία, σ. 121-122
  9. Στράτος Ν. Δορδανάς, Η γερμανική στολή στην ναφθαλίνη, Επιβιώσεις του δοσιλογισμού στην Μακεδονία 1945-1974, εκδόσεις Εστία, σ.122
  10. Στράτος Ν. Δορδανάς, Η γερμανική στολή στην ναφθαλίνη, Επιβιώσεις του δοσιλογισμού στην Μακεδονία 1945-1974, εκδόσεις Εστία, σ.122-123
  11. Στράτος Ν. Δορδανάς, Η γερμανική στολή στην ναφθαλίνη, Επιβιώσεις του δοσιλογισμού στην Μακεδονία 1945-1974, εκδόσεις Εστία, σ.123-124

ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Στράτος Δορδανάς,Έλληνες εναντίον Ελλήνων-Ο κόσμος των Ταγμάτων Ασφαλείας στην κατοχική Θεσσαλονίκη 1941-1944, εκδόσεις Επίκεντρο
  • Στράτος Ν. Δορδανάς, Η γερμανική στολή στην ναφθαλίνη, Επιβιώσεις του δοσιλογισμού στην Μακεδονία 1945-1974, εκδόσεις Εστία