Άνοιγμα κυρίου μενού

Κωνσταντίνος Ψάχος

Έλληνας λόγιος και μουσικολόγος

Ο Κωνσταντίνος Α. Ψάχος (18691949)[1] ήταν Έλληνας λόγιος, παιδαγωγός, βυζαντινολόγος, μουσικός, συνθέτης, πρωτοψάλτης και μουσικολόγος.

Κωνσταντίνος Ψάχος
Γέννηση 1869
Μέγα Ρεύμα Κωνσταντινούπολης
Θάνατος 1949
Αθήνα
Χώρα πολιτογράφησης Ελλάδα
Ιδιότητα μουσικολόγος και συνθέτης

Πίνακας περιεχομένων

ΒιογραφίαΕπεξεργασία

Γεννήθηκε στο Μέγα Ρεύμα[2] της Κωνσταντινούπολης στις 18 Μαΐου 1869 (ιουλιανό ημερολόγιο) ή στις 6 Safar (ο δεύτερος μήνας) 1286 σύμφωνα με το ισλαμικό ημερολόγιο[3]. Η χρονολογία γέννησης του Κωνσταντίνου Ψάχου παρέμενε για αρκετά χρόνια άγνωστη και ήταν αρκετά δύσκολο να προσδιοριστεί. Οι διάφοροι βιογράφοι του την τοποθετούσαν μεταξύ των ετών 1864-1876. Ήταν γιος της Εριφύλλης Δημητρίου και του Αλέξανδρου Γεωργίου που καταγόταν από την Κεφαλλονιά. Μέχρι και την αποφοίτησή του από την Κεντρική Ιερατική Σχολή χρησιμοποιούσε το όνομα "Κωνσταντίνος Αλεξάνδρου", με το οποίο είχε επίσης καταγραφεί στα μητρώα των κατοίκων του Μεγάλου Ρεύματος. Κατά τη φοίτησή του στη Σχολή αυτή χρησιμοποίησε επίσης το "Κωνσταντίνος Α. Ψαχίδης". Στις δημοσιεύσεις του πάντως υπέγραφε ως "Κωνσταντίνος Α. Ψάχος", όνομα το οποίο φαίνεται ότι αρχίζει να μεταχειρίζεται μετά την αποφοίτησή του από την Ιερατική Σχολή.


Η ζωή του στην ΚωνσταντινούποληΕπεξεργασία

Τα πρώτα γράμματα διδάχτηκε στην κοινοτική σχολή του Μεγάλου Ρεύματος, όπου όπως ο ίδιος εξομολογείται τον πήγαινε σηκωτό δια της βίας μεταφέροντάς τον στους ώμους του ο μπακάλης της γειτονιάς[4]. Το 1881 αργότερα εκβίασε την εισαγωγή του (ως υπεράριθμος και μη έχοντας συμπληρώσει την κατάλληλη ηλικία) στην Κεντρική Ιερατική Σχολή ζητώντας επιμόνως να δει για το θέμα αυτό τον Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄. Στην Κεντρική Ιερατική Σχολή ο Ψάχος ολοκλήρωσε την εγκύκλιο μόρφωσή του και παράλληλα διδάχτηκε την Ψαλτική Τέχνη από τον αρμόδιο καθηγητή και οικονόμο της Σχολής, αρχιμανδρίτη Θεόδωρο Μαντζουρανή[5]. Είχε, εξάλλου, δείξει από μικρός την κλίση του στη μουσική, ένα ενδιαφέρον που υποστηριζόταν από τον θείο του Δημήτριο Παπαδόπουλο[4].

Τον Μάιο του 1887 προσλήφθηκε ως Α΄ δομέστικος στον Ιερό Ναό του Σωτήρος Χριστού στον Γαλατά (σήμερα κατεδαφισμένος), με πρωτοψάλτη τον περιώνυμο Γεώργιο Σαρανταεκκλησιώτη. Το 1891 έγινε Α΄ δομέστικος του πρωτοψάλτη Ευστράτιου Παπαδόπουλου στον Ιερό Ναό Εισοδίων της Θεοτόκου του Σταυροδρομίου (γνωστός και ως "Παναγία του Πέρα"), θέση από την οποία έφυγε το 1892 για να μεταφερθεί στη Σμύρνη. Στη Σμύρνη διορίστηκε ως πρωτοψάλτης στον Ιερό Ναό Αγίου Χαραλάμπους του Γραικικού Νοσοκομείου Σμύρνης το 1892 για ένα χρόνο. Παραιτήθηκε από εκεί λόγω της επιδημίας χολέρας που είχε ξεσπάσει. Επέστρεψε τότε το 1893 στην Κωνσταντινούπολη και διορίστηκε εκ νέου στον Ιερό Ναό Εισοδίων της Θεοτόκου του Σταυροδρομίου. Το 1894 εργάστηκε για λίγους μήνες ως πρωτοψάλτης του Ιερού Ναού Αγ. Θεοδώρων Βλάγκας[6]. Την ίδια χρονιά έγινε επίσης απόπειρα να διοριστεί ως πρωτοψάλτης στον Ιερό Ναό Αγίου Ιωάννου Καβάλας, όπου τελικά έψαλε μόνο μια Κυριακή του Οκτωβρίου 1894[7]. Το 1895 έγινε πρωτοψάλτης στον Ιερό Ναό Αγίου Χαραλάμπους Βεβεκίου. Το 1896 προσλήφθηκε ως πρωτοψάλτης του Ιερού Ναού Αγ. Γεωργίου, Μετόχι του Αγίου Τάφου στο Φανάρι, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι την αναχώρησή του για την Αθήνα[4]. Εκεί όπου του δόθηκε η ευκαιρία να μελετήσει πλήθος χειρογράφων στη βιβλιοθήκη του Μετοχίου.

Δίδαξε βυζαντινή και ευρωπαϊκή μουσική, αλλά και ανώτερα Ελληνικά και Θρησκευτικά σε διάφορες Σχολές (όπως στο Παρθεναγωγείο του Αγιοταφικού Μετοχίου Κωνσταντινουπόλεως, όπου διορίστηκε το 1896, στις σχολές Μουχλίου και Ποτηρά, στη Σχολή του Πατριαρχικού Μουσικού Συλλόγου και στη Σχολή της Βλάγκας). Το 1895 πρωτοστάτησε στην ίδρυση του "Μουσικού Εκκλησιαστικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως", του οποίου διετέλεσε ειδικός γραμματέας το 1898 και όπου υπηρέτησε δραστήρια μέχρι το 1902, οπότε και παραιτήθηκε οριστικά[4].

Η ζωή και δράση του στην ΑθήναΕπεξεργασία

Το 1903, ο Μητροπολίτης Αθηνών Θεόκλητος και ο Διευθυντής του Ωδείου Αθηνών Γεώργιος Νάζος αποφάσισαν την ίδρυση Σχολής Βυζαντινής και Εκκλησιαστικής Μουσικής και για την πλήρωση της θέσης του διευθυντή της απευθύνθηκαν στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Ο Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄ ανταποκρίθηκε στο αίτημά τους και υπέδειξε τον Κωνσταντίνο Α. Ψάχο ως κατάλληλο πρόσωπο για τη θέση αυτή. Αρχικά είχε προταθεί για τη συγκεκριμένη θέση ο Ευστράτιος Παπαδόπουλος, ο οποίος όμως τελικώς δεν ήθελε να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη για οικογενειακούς λόγους, κατά άλλους για λόγους οικονομικούς. Στις 2 Σεπτεμβρίου 1904 ο Ψάχος αναχώρησε για την Αθήνα. Στις 23 του ίδιου μήνα η Σχολή άρχισε τη λειτουργία της.

Στην Αθήνα πλέον επικεντρώθηκε όλη η δράση του και η οικογενειακή του ζωή. Στις 4 Σεπτεμβρίου 1905 νυμφεύθηκε την Ευανθία Αμερικάνου από τη Σμύρνη, ενώ κουμπάρος του ήταν ο επίσης μουσικός Δημήτριος Περιστέρης και το μυστήριο τέλεσε ο Μητροπολίτης Πενταπόλεως και διευθυντής της Ριζαρείου Σχολής Νεκτάριος Κεφαλάς (ο μετέπειτα αναγνωρισθείς ως Άγιος). Η Ευανθία Αμερικάνου-Ψάχου πέθανε στις 27 Οκτωβρίου 1922, σε ηλικία 45 ετών, έπειτα από βαριά νόσο[8]. Το 1934, νυμφεύθηκε στους Δελφούς τη δεύτερη σύζυγό του, Αμαλία Αρμάο[9].

Το 1909 έγινε μέλος της ΕΛΕ, δηλαδή αμέσως μόλις αυτή δημιουργήθηκε, ενώ πρέπει να ήταν μέλος και άλλων εταιρειών. Το 1911 ο Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης απέδωσε στον Ψάχο τον τίτλο του "Άρχοντος μουσικοδιδασκάλου και κληρικού της Πατριαρχικής Αυλής της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας".

Το 1919, ήρθε σε ρήξη με τη Διεύθυνση του Ωδείου Αθηνών από το οποίο αποχώρησε μαζί με τον Μανόλη Καλομοίρη και ίδρυσε στις 20 Οκτωβρίου του ίδιου έτους το Ωδείο Εθνικής Μουσικής. Η δραστηριότητα της νέας αυτής Σχολής συνέπεσε όμως με διάφορα καίρια περιστατικά στη ζωή του Ψάχου: ένα ατύχημα που τον καθήλωσε στο κρεβάτι για αρκετούς μήνες, η έναρξη των εργασιών για την κατασκευή του παναρμονίου και ο θάνατος της συζύγου του Ευανθίας[4]. Το 1922 έπαυσε οριστικώς η λειτουργία του.

Ο Ψάχος εξέδωσε ένα μεγάλο ερευνητικό έργο και πραγματοποίησε πάμπολλες δημοσιεύσεις. Στα κείμενά του υπέγραφε συνήθως ως Κ.Α. Ψάχος ή με τα αρχικά Κ.Α.Ψ., σπανίως ολογράφως και σε πολλές περιπτώσεις με διάφορα ψευδώνυμα, όπως: Εις Ορθόδοξος, Σιωνίτης Ιερεμίας, Μουσικός Τηλέφιλος, Τέρπανδρος, Κωστάρας, Γέρων ερασιτέχνης, Πάροικος, Παράξενος, Μαθηματικός, Υπόδουλος λυτρωθείς, κ.λπ.[10].

Μουσικό έργοΕπεξεργασία

Μελέτησε τη Βυζαντινή Εκκλησιαστική, την Αρχαία Ελληνική, την ελληνική δημοτική και την οθωμανική και τουρκική μουσική. Ανέδειξε πολλούς μαθητές ιεροψάλτες κατά την σταδιοδρομία του. Διακρίθηκε πολλάκις για τα έργα του. Εφεύρε επίσης ένα πληκτροφόρο μουσικό όργανο, το Παναρμόνιο, μαζί με τον μαθηματικό Στ. Βραχάμη, ειδικά για την πιστή απόδοση των διαστημάτων της βυζαντινής μουσικής. Προκειμένου για την κατασκευή του οργάνου αυτού, η μαθήτρια του Ψάχου Εύα Πάλμερ-Σικελιανού διοργάνωσε έρανο και χρηματοδότησε και η ίδια τις εργασίες. Προς τιμήν της ο Ψάχος ονόμασε το όργανο "Εύειον Παναρμόνιον". Το Παναρμόνιο ξεκίνησε να κατασκευάζεται το 1922 στο εργοστάσιο Steinmeyer στο Oettingen της Γερμανίας και ολοκληρώθηκε το 1924. Συνολικά κατασκευάστηκαν τρία παναρμόνια, δυο μικρά και ένα μεγάλο. Σήμερα τα δυο μικρά παναρμόνια βρίσκονται το ένα στην Εστία Νέας Σμύρνης και το δεύτερο στο Κέντρο Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών. Το μεγάλο παραμένει στη Γερμανία, καθότι, λόγω μιας περιπλεγμένης υπόθεσης, δεν έφθασε ποτέ στην Ελλάδα.

Ο Ψάχος έγραψε έργα εκκλησιαστικής μουσικής αλλά μουσική για αρχαίες τραγωδίες, με αφορμή τις Δελφικές Εορτές του ζεύγους Σικελιανού. Αξιόλογες συνθέσεις του είναι το «Άξιον εστί» σε ήχο εναρμόνιο και η «Αποστολική περικοπή» σε δ΄ ήχο χρωματικό.[11] Πρότεινε επίσης ένα είδος εναρμόνισης της Βυζαντινής μουσικής με τη χρήση (αντί για μία) δύο ή τριών συνηχητικών γραμμών.[12] Το σπουδαιότερο θεωρητικό του έργο είναι «Το οκτάηχον σύστημα της Βυζαντινής μουσικής, εκκλησιαστικής και δημώδους και το της αρμονικής συνηχήσεως», που γράφτηκε στην Αθήνα το 1941, αλλά εκδόθηκε πολύ αργότερα, μόλις το 1978, με επιμέλεια και εισαγωγή του Γεωργίου Ι. Χατζηθεοδώρου[13]. Κατέγραψε ακόμη ελληνική δημοτική μουσική, αξιοποιώντας τα σημειογραφικά συστήματα της Βυζαντινή αλλά και της Ευρωπαϊκής μουσικής[3]. Πρώτος ο Ψάχος εξέδωσε την Λειτουργία έντυπη με συνηχητική γραμμή, επίσης εξέδωσε το βιβλίο του «Ασίας Λύρα»[14] στο οποίο αναλύει τα μακάμια.[15] Το έργο αυτό περιέχει και άσματα της εξωτερικής ρυθμικής μουσικής και πολλά άλλα, δημοσιευθέντα στα πρακτικά του άλλοτε Εκκλησιαστικού Μουσικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως και στην τότε εφημερίδα «Εκκλησιαστική Αλήθεια» του Οικουμενικού Πατριαρχείου[16].

Σημαντικά έργαΕπεξεργασία

  • Λειτουργικόν (Αθήνα 1905)
  • Ασίας Λύρα (Αθήνα 1908)
  • Η Λειτουργία, τόμος Α΄ (Αθήνα 1909)
  • Λειτουργικοί Ύμνοι (Αθήνα 1912)
  • Η Παρασημαντική της Βυζαντινής Μουσικής (Αθήνα 1917)
  • Το Οκτάηχον σύστημα της Βυζαντινής Μουσικής, εκκλησιαστικής και δημώδους και το της αρμονικής συνηχήσεως (Αθήνα 1941)[13]

ΕπιμνημόσυνοΕπεξεργασία

Το Ελληνικό κράτος αρνήθηκε να καταβάλλει μηνιαίως στον Ψάχο το υπεσχημένο ευτελές ποσό «δίκην συντάξεως». Το 1932 ο τότε υπουργός Παιδείας Γεώργιος Παπανδρέου τον διόρισε «μουσικό επόπτη» των ναών (με βαθμό γραμματέως Α΄). Όμως κατόπιν, ο σοφός και μουσικότατος αυτός Έλληνας αφέθηκε στάσιμος επί σειρά ετών στον ίδιο βαθμό και πέθανε λησμονημένος στην Αθήνα το 1949, χωρίς ποτέ είτε να προαχθεί τιμητικά, είτε να προσληφθεί ως καθηγητής στο Πανεπιστήμιο σε ειδικά θεσπισμένη γι' αυτόν έδρα εθνομουσικολογίας (παρά τις σχετικές επίμονες προσπάθειες του Μανόλη Καλομοίρη), είτε τέλος να εκλεγεί Ακαδημαϊκός[17]. Πολύ αργότερα πήρε το όνομά του η οδός Ψάχου Κωνσταντίνου στη Νέα Σμύρνη,[18] νότιο προάστειο της Αθήνας, στην Ελλάδα.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Ελληνικές μουσικές περιηγήσεις, 1901–1912 (σελ. 14).
  2. Σημερινή ονομασία Arnavutköy, Aρναβούτκιοϊ (ή Αρναούτ-κιοϊ), δηλαδή Αρβανιτοχώρι.
  3. 3,0 3,1 Χαλδαιάκη, Ευαγγελία Α. (2018). Ο Κ. Α. Ψάχος και η συμβολή του στην καταγραφή και μελέτη ελληνικών δημοτικών τραγουδιών. Αθήνα, σελ. 35-36. ISBN 978-960-7266-89-7. 
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 4,4 Χατζηθεοδώρου, Γεώργιος (1978). «Η ζωή και το έργο του Κωνσταντίνου Αλεξάνδρου Ψάχου», στο: Ψάχος Κωνσταντίνος Α., Η παρασημαντική της βυζαντινής μουσικής. Ήτοι ιστορική και τεχνική επισκόπησις της σημειογραφίας της βυζαντινής μουσικής από των πρώτων χριστιανικών χρόνων μέχρι των καθ’ ημών. Έκδοσις δευτέρα ηπερηυξημένη μετά εκτενούς βιογραφίας και εισαγωγής, συνταχθείσης υπό του επιμεληθέντος την έκδοσιν Γεωργίου Χατζηθεοδώρου, καθηγητού μουσικής. Αθήνα. 
  5. Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, Κωνσταντίνος Ψάχος: λήμμα 11060, κεφ. 1.
  6. Συντάκτες της εφημερίδας (2/14 Δεκεμβρίου 1894). «Εἰδήσεις, ἐκκλησιαστικά: Ἐκκλησία Ἀγίων Θεοδώρων Βλάγκας». Νέα Επιθεώρησις, έτ. Ε΄, αρ. 1229. 
  7. Ψάχος, Κωνσταντίνος Α. (19/31 Οκτωβρίου 1894). «Διατριβαί». Νέα Επιθεώρησις, ετ. Ε΄, αρ. 1197. 
  8. Μ. Ι. Γ. (Σεπτέμβριος-Οκτώβριος-Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1922). «Εὐανθία Κ. Ψάχου». Νέα Φόρμιγξ, έτ. Β΄, αρ. 19-20-21-22. 
  9. Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, Κωνσταντίνος Ψάχος: λήμμα 11060, κεφ. 3, 9, 10.
  10. Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, Κωνσταντίνος Ψάχος: λήμμα 11060, κεφ. 5.
  11. Μουσικό σύστημα της Οκτωήχου.
  12. Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, Κωνσταντίνος Ψάχος
  13. 13,0 13,1 Γεώργιος Χατζηθεοδώρου, Η ζωή και το έργον του Κωνσταντίνου Αλεξάνδρου Ψάχου.
  14. Το έργο του «Ασίας Λύρα» διδάσκεται σήμερα ως βιβλίο διδασκαλίας σε πολλά ιδιωτικά ωδεία της Ελλάδας.
  15. Μουσικούς ήχους και κλίμακες της Ανατολικής μουσικής, της οποίας ήταν επίσης γνώστης.
  16. Θεόδωρος Μπουγιάνα, «Το αναλόγιο του Μεγάλου Ρεύματος». 
  17. Καλογερόπουλος, Τάκης (2001). Λεξικό της Ελληνικής μουσικής: Ψάχος Κωνσταντίνος. Αθήνα. 
  18. Οδωνυμικά της Νέας Σμύρνης, σελ. 190.

ΠηγέςΕπεξεργασία