Κώρυκος (Κιλικία)

οικισμός της Τουρκίας

Ο Κώρυκος (τουρκικά: Kız Kalesi) ήταν μια αρχαία παραθαλάσσια πόλη στην Κιλικία της Μικράς Ασίας.[1] Η σημερινή πόλη ονομάζεται Κιζκαλεσί (πρώην Γοργκός), βρίσκεται στο στόμιο της κοιλάδας Σεϊτάν Ντερεσί, στην Επαρχία Μερσίν της Τουρκίας.

Κώρυκος
Fortressarmenians5.jpg
Άποψη του Φρουρίου του Κώρυκου.
Κώρυκος (Κιλικία) is located in Τουρκία
Κώρυκος (Κιλικία)
ΤοποθεσίαΕπαρχία Μερσίν, Τουρκία
Συντεταγμένες36°27′55″N 34°9′15″E / 36.46528°N 34.15417°E / 36.46528; 34.15417Συντεταγμένες: 36°27′55″N 34°9′15″E / 36.46528°N 34.15417°E / 36.46528; 34.15417

ΙστορίαΕπεξεργασία

Ο Κώρυκος δεν ήταν γνωστός μέχρι τη Ρωμαϊκή περίοδο οπότε άρχισε να αναπτύσσεται και να αναφέρεται ως η πιο σημαντική πόλη της επαρχίας της Σελεύκειας. Ο Στράβων δεν αναφέρει μια πόλη του Κώρυκου, αλλά αναφέρει ένα ακρωτήριο που ονομάζεται έτσι στην περιοχή εκείνη, αλλά μια πόλη Κώρυκος αναφέρεται από τον Λίβιο (xxxiii. 20), και από τον Πλίνιο (εδ. 27), και τον Πομπόνιο Μελά (θ. 13) , και τον Στέφανο τον Βυζάντιο (Κώρυκος). Στην αρχαιότητα, ο Κώρυκος ήταν σημαντικό λιμάνι και εμπορική πόλη. Ήταν το λιμάνι της Σελεύκειας, όπου, το 191 π.Χ., ο στόλος του Μεγάλου Αντίοχου ηττήθηκε από τους Ρωμαίους. Στη ρωμαϊκή εποχή διατήρησε τους αρχαίους νόμους της. Οι αυτοκράτορες συνήθως διατηρούσαν ένα στόλο εκεί, για να παρακολουθούν τους πειρατές. Ο Κώρυκος ήταν επίσης νομισματοκοπείο στην αρχαιότητα και μερικά από τα νομίσματά του διασώζονται.

Η γεωγραφική θέση που βρίσκεται, μεταξύ της Σελεύκεια και της Ταρσού, καθώς και η γειτνίαση με την Κύπρο και το παρακείμενο τεχνητό λιμάνι, την κατέστησαν, σταδιακά, ως το δεύτερο κύριο λιμάνι της Κιλικίας. Ως εκ τούτου, κατά την περίοδο της βυζαντινής και αρμενικής κυριαρχίας ο Κώρυκος κατέστη μια διακεκριμένη πόλη με ενδιαφέροντα κτίσματα, περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας χρονολογείται και η ανέγερση του κάστρου της, το οποίο αποτελείτο από δύο τμήματα, το στεριανό και το θαλάσσιο. Κατόπιν των αραβικών επιδρομών, με σημείο εκκίνησης τον 7ο αιώνα, οι οχυρώσεις του κάστρου ενισχύθηκαν περαιτέρω, με απώτερο σκοπό να παρέχει ικανοποιητική φύλαξη ζωτικής σημασίας οδικών αξόνων[2]. Κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας ο Ιουστινιανός Α' αποκατέστησε τα δημόσια λουτρά και ένα νοσοκομείο. Ο ναύαρχος Ευστάθιος Κυμινιανός επανωχύρωσε το νησί με εντολή του Αλέξιου Α' Κομνηνού στις αρχές του 12ου αιώνα, προσθέτοντας ένα συμπληρωματικό κάστρο σε ένα μικρό νησί. Αυτό το κάστρο ονομάστηκε αργότερα "κάστρο των κοριτσιών", επειδή έλεγαν ότι ένας βασιλιάς κράτησε την κόρη του εδώ αιχμάλωτη μέχρι που σκοτώθηκε από ένα δηλητηριώδες φίδι. Είχε προφητευτεί ότι θα πέθαινε από δάγκωμα φιδιού. Την πήγαν λοιπόν στο θαλάσσιο κάστρο, για να την προστατέψουν, αλλά ένα φίδι το πήγαν με καλάθι στο κάστρο, τη δάγκωσε και έτσι πέθανε. Ο Κώρυκος κατακτήθηκε από τους Αρμένιους αμέσως μετά την ανοικοδόμησή του από τους Βυζαντινούς.

Μέχρι τα μέσα του 14ου αιώνα οι Αρμένιοι κατείχαν τόσο τα ηπειρωτικά όσο και τα νησιωτικά κάστρα, τα οποία φύλαγαν αυτό το στρατηγικό λιμάνι για το Αρμενικό Βασίλειο της Κιλικίας. Ο Σίμων, ο βαρόνος του Κούικου, παρευρέθηκε στη στέψη του βασιλιά Λεβώνα Α' το 1198/99. Οι επόμενοι Αρμένιοι ευγενείς διατήρησαν την εξουσία στην περιοχή (με λίγες σύντομες διακοπές) μέχρι το 1360, όταν ο Πέτρος Α', ο βασιλιάς της Κύπρου, απομάκρυνε τους Μαμελούκους και ανέλαβε την επικυριαρχία. Στα τέλη του 14ου αιώνα έπεσε ξανά στα χέρια των Τούρκων. Από το 1448 ή το 1454 ανήκε εναλλάξ στους Καραμανίδες, στους Αιγύπτιους, στους Καραμανίδες για δεύτερη φορά και τέλος στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Αρχαιολογικές έρευνες που δημοσιεύθηκαν το 1982 και το 1987 διαπίστωσαν ότι οι Αρμένιοι διατήρησαν (με περιστασιακές επισκευές) την απλή βυζαντινή κάτοψη του ηπειρωτικού κάστρου με τους ορθογώνιους διπλούς τοίχους, τους τετράγωνους πύργους και τα δύο παρεκκλήσια, τα οποία ήταν όλα χτισμένα με τοιχοποιία από την κοντινή ύστερη αρχαία πόλη. Η μόνη πρωτότυπη αρμενική κατασκευή είναι ένα μικρό παρεκκλήσι.[3][4] Το Κιζκαλεσί στο νησί έχει τα εκτεταμένα ερείπια της αρμενικής ανοικοδόμησης. Το νησί κάποτε συνδεόταν με το ηπειρωτικό οχυρό με κυματοθραύστη.

Τα ερείπια της πόλης είναι εκτεταμένα. Ανάμεσά τους είναι μια αψίδα θριάμβου, μια νεκρόπολη με έναν όμορφο χριστιανικό τάφο, σαρκοφάγοι κ.λπ. Τα δύο μεσαιωνικά κάστρα, το ένα στην ακτή, το άλλο σε μια νησίδα, συνδέονται από μια ερειπωμένη προβλήτα και σώζονται μερικώς.[1] Το πρώτο θεωρούνταν απόρθητο. Τα τείχη του κάστρου στην ηπειρωτική χώρα περιέχουν πολλά κομμάτια κιόνων. Βρίσκονται επίσης τρεις εκκλησίες, η μία διακοσμημένη με τοιχογραφίες. Τα τείχη της αρχαίας πόλης μπορεί να ανιχνευθούν ακόμη και φαίνεται ότι υπάρχουν αρκετά λείψανα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν προσεκτικά.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 «Μεγάλη διαδικτυακή εγκυκλοπαίδεια της Μικράς Ασίας». asiaminor.ehw.gr. Ανακτήθηκε στις 14 Νοεμβρίου 2022. 
  2. από την Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, IΜΕ
  3. Edwards, Robert W. (1987). The Fortifications of Armenian Cilicia: Dumbarton Oaks Studies XXIII. Washington, D.C.: Dumbarton Oaks, Trustees for Harvard University. σελίδες 161–67, 284, pls.123a–128b, 296b–296c. ISBN 0-88402-163-7. 
  4. Edwards, Robert W., “Ecclesiastical Architecture in the Fortifications of Armenian Cilicia: First Report, Dumbarton Oaks Papers 36, 1982, pp.173-75, pls.38-42.

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία