Λάμπρος Κατσώνης

Έλληνας ναύαρχος

Ο Λάμπρος Κατσώνης (1752 - 1805) ήταν Έλληνας συνταγματάρχης του ρωσικού αυτοκρατορικού στρατού (ή Ναυτικού), ιππότης του ρωσικού Τάγματος του Αγίου Γεωργίου (4ης τάξεως) και ήρωας του απελευθερωτικού κινήματος του 1787.

Λάμπρος Κατσώνης
Lambros Katsonis.JPG
Προσωπογραφία του Λάμπρου Κατσώνη
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Λάμπρος Κατσώνης (Ελληνικά)
Γέννηση1752[1]
Λιβαδειά[2]
Θάνατος1805
Μόσχα
ΕθνικότηταΈλληνες
Χώρα πολιτογράφησηςΡωσική Αυτοκρατορία
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΝέα ελληνική γλώσσα
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταστρατιωτικός
πειρατής
επαναστάτης
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΒραβεύσειςΤάγμα του Αγίου Γεωργίου, Δ΄ Τάξη
Υπογραφή
Lambros Katsonis signature.svg
Commons page Σχετικά πολυμέσα

ΒιογραφίαΕπεξεργασία

Γεννήθηκε στη Λιβαδειά και σε νεαρή ηλικία έλαβε μέρος στα Ορλωφικά. Το 1774 κατατάχθηκε ως αξιωματικός στο ελληνικό τάγμα του Ρωσικού στρατού, όπου ανήλθε μέχρι το βαθμό του λοχαγού.

Με την έναρξη του Ρωσοτουρκικού πολέμου (1787-1792), πήγε στην Τεργέστη, όπου παρέλαβε από τους εκεί Έλληνες ομογενείς μερικά πλοία, με τα οποία ξεκίνησε τις επιδρομές και τις επιθέσεις κατά των οθωμανικών στο Ιόνιο Πέλαγος. Σταδιακά επεκτάθηκε και στο Αιγαίο, όπου στις 31 Αυγούστου του 1788 στην Κάρπαθο νίκησε τον Οθωμανικό στόλο. Για τη νίκη του αυτή προήχθη σε υποχιλίαρχο ενώ ο στόλος του ονομάστηκε «στόλος της Ρωσικής αυτοκρατορίας». Το 1790 συγκρούστηκε για μια ακόμη φορά με τον Οθωμανικό στόλο, στη ναυμαχία της Άνδρου, αλλά ηττήθηκε χάνοντας τα περισσότερα πλοία του, ενώ ο ίδιος τραυματίστηκε. Κατέφυγε στα Κύθηρα, όπου η αυτοκράτειρα Αικατερίνη Β΄ τον προήγαγε σε χιλίαρχο και τον διέταξε να συντονίσει τη δράση του με το Ρωσικό αυτοκρατορικό στόλο στη Μεσόγειο. Κατάφερε να συγκεντρώσει στην Ιθάκη 24 πλοία, όμως πριν αναχωρήσει έφτασαν τα νέα για την ανακωχή μεταξύ των δύο αντιμαχόμενων αυτοκρατοριών, που συνομολογήθηκε στις 11 Αυγούστου του 1791, και η εντολή να αναστείλει κάθε δραστηριότητα.

Αρνούμενος να υπακούσει στις διαταγές των ανωτέρων του κατέφυγε στη Μάνη, όπου άρχισε να οργανώνει επαναστατικό κίνημα. Εν τω μεταξύ είχε υπογραφεί η Συνθήκη του Ιασίου (1792), με την οποία η Οθωμανική Αυτοκρατορία και η Ρωσία συμφιλιώθηκαν. Τότε, το Μάιο του 1792 εξέδωσε το μανιφέστο "Φανέρωσις του εξοχότατου χιλιάρχου και ιππέος Λάμπρου Κατσώνη", με το οποίο διαμαρτυρόταν για τη ρωσοτουρκική ειρήνη, κατηγορώντας τη ρωσική πολιτική, η οποία είχε αγνοήσει τους Έλληνες και τον αγώνα τους για ανεξαρτησία. Συνέπεια αυτού ήταν η Μεγάλη Αικατερίνη να του αφαιρέσει το βαθμό και να του απαγορεύσει να κάνει χρήση της ρωσικής σημαίας.

Παρά την άσχημη αυτή τροπή, τον Απρίλιο του 1792 ο Κατσώνης κατέπλευσε στο Πόρτο Κάγιο, του οποίου το λιμάνι άρχισε να οχυρώνει μαζί με τον Ανδρέα Βερούση. Όμως η Γαλλία, φοβούμενη για τα εμπορικά της συμφέροντα, αφού από την περιοχή περνούσαν αρκετά γαλλικά εμπορικά πλοία, έστειλε δύο γαλλικά πολεμικά μονόκροτα, τα οποία, με τη συνεργασία 30 οθωμανικών πλοίων, επιτέθηκαν κατά του στόλου του Κατσώνη τον Ιούνιο του 1792. Μετά από τρεις μέρες αντίσταση και δεινή σφαγή όσων αποβιβάζονταν από τους πολεμίους, κι αφού είχε σχεδόν χάσει τη μάχη, με δώδεκα συντρόφους του διέπλευσε στα Κύθηρα, και έπειτα με την προτροπή του ηγεμόνα της Μάνης Τζανέτου Γρηγοράκη απέπλευσε για την Ιθάκη, και μέσω Πάργας στη συνέχεια επέστρεψε στη Ρωσία και συγκεκριμένα στην Αγία Πετρούπολη, όπου εγκαταστάθηκε μόνιμα με την οικογένειά του. Εκεί, αν και δεν έτυχε εκ μέρους της αυτοκράτειρας ευμενούς υποδοχής, στη συνέχεια έχαιρε της εκτίμησής της, παρευρισκόμενος στις επίσημες δεξιώσεις. To 1798 τού αναγνωρίστηκε ο βαθμός του συνταγματάρχη. Εξαιτίας όμως της κόντρας του με τον υπουργό των Ναυτικών Νικολάι Μορντβίνοφ, δεν κατάφερε να πάρει τιμητικά προαγωγή και να ανέλθει στο βαθμό του στρατηγού. Παραιτήθηκε από το ρωσικό στρατό το 1802. Από το 1798 είχε εγκατασταθεί στην Κριμαία, σε κτήμα που του δώρισε η αυτοκράτειρα Αικατερίνη Β΄, έκτασης 22.000 εκταρίων, το οποίο και ονόμασε Λιβαδειά, σε ανάμνηση της γενέτειράς του.

Ήταν παντρεμένος με την Αγγελίνα-Μαρία Σοφιανού. Είχε τρία παιδιά, από τα οποία ο πρώτος δολοφονήθηκε στην Τζια από τους Τούρκους, ο δεύτερος, ο Λυκούργος (17901863), πραγματοποίησε λαμπρή σταδιοδρομία στο ρωσικό στρατό φτάνοντας έως το βαθμό του χιλιάρχου, ενώ ανήκε και στην τάξη των ευγενών, και ο τρίτος ο Αλέξανδρος, ο οποίος γεννήθηκε στην Κριμαία, έφτασε έως το βαθμό του υπολοχαγού και αργότερα εκλέχθηκε αρχηγός των ευγενών όλου του νομού της Ταυρίδας. Επίσης εγγονός του Λυκούργου ήταν ο Σπυρίδων Αλεξάνδρου Κατσώνης, ο οποίος διέπρεψε ως συγγραφέας στη Ρωσία. Σημερινός απόγονος του Λάμπρου Κατσώνη είναι ο Ανατόλι Νικολάεβιτς Κατσώνης, κάτοικος Μόσχας.

Ο Λάμπρος Κατσώνης δολοφονήθηκε το 1805 στην Κριμαία με μυστηριώδη τρόπο. Δεν έχουν βρεθεί μέχρι τώρα στα αρχεία στοιχεία για τις λεπτομέρειες της δολοφονίας του. Κατά μία εκδοχή, δολοφόνος ήταν ο οικογενειακός γιατρός του, πιθανώς υποκινούμενος από τη σύζυγο του Κατσώνη, λόγω αντιζηλιών και οικονομικών διαφορών.

Ήταν πνευματικός πατέρας του Οδυσσέα Ανδρούτσου.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

ΒιβλιογραφίαΕπεξεργασία

  • Κατσιαρδή-Hering, Ο., "Μύθος και Ιστορία. Ο Λάμπρος Κατσώνης, οι χρηματοδότες του και η πολιτική τακτική", Ροδωνιά. Τιμή στον Μ. Μανούσακα, τόμος 1ος, Ρέθυμνο 1994 (Πανεπιστήμιο Κρήτης), σελ. 195-214.