Άνοιγμα κυρίου μενού

Η λιποπρωτεΐνη υψηλής πυκνότητας (HDL) ή HDL χοληστερίνη είναι μία από τις πέντε τάξεις λιποπρωτεϊνών. Οι λιποπρωτεΐνες είναι μόρια τα οποία επιτρέπουν τη μεταφορά των λιπιδίων, όπως η χοληστερίνη, τα φωσφολιπίδια και τα τριγλυκερίδια, τα οποία είναι υδρόφοβα μόρια, μέσα στο εξωκυττάριο υγρό, όπως το αίμα. Η HDL μεταφέρει κυρίως χοληστερόλη και φωσφολιπίδια. Σε υγιείς ενήλικες σχεδόν το 30% της χοληστερίνης μεταφέρεται με την HDL.[1] Η κύρια πρωτεΐνη της HDL είναι η απολιποπρωτεΐνη Α1 (από Α1), η αποΑ2 ή η αποΕ. Αυτές οι πρωτεΐνες έχουν αμφιπαθείς α-έλικες και με αυτόν τον τρόπο μπορούν να διαλυτοποιούν τα λιπίδια στα υγρά του σώματος.

Πολλές φορές η HDL έχει το προσωνύμιο «καλή» χοληστερίνη, εξαιτίας των προστατευτικών δράσεων που έχει στην αρτηριοσκλήρυνση. Αυτές οι δράσεις συνίστανται στην ιδιότητά της να μπορεί να απομακρύνει λιπίδια από τα μακροφάγα που βρίσκονται στα αρτηριακά τοιχώματα και σχηματίζουν αθηρωματικές πλάκες, να εμποδίζει την οξείδωση της LDL και έχει αντιφλεγμονώδεις και αντιθρομβωτικές δράσεις. Επιδημιολογικές μελέτες έχουν δείξει ότι τα χαμηλά επίπεδα HDL είναι παράγοντας κινδύνου για την εμφάνιση αθηρωματικών πλακών, ενώ η αύξηση των επιπέδων της HDL έχει δείξει ότι βελτιώνει την υγεία του καρδιαγγειακού συστήματος[2][3].

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. «LDL and HDL Cholesterol: What's Bad and What's Good?». American Heart Association. 2 Ιουλίου 2009. Ανακτήθηκε στις 8 Οκτωβρίου 2009. 
  2. Sirtori, Cesare R. (Οκτωβρίου 2006). «HDL and the progression of atherosclerosis: new insights». European Heart Journal Supplements. 
  3. «NIH stops clinical trial on combination cholesterol treatment». National Institute of Health. National Heart, Lung, and Blood Institute (NHLBI). Ανακτήθηκε στις 2 Ιουνίου 2011.