Άνοιγμα κυρίου μενού

Η Μάχη του Σαγγαρίου έλαβε χώρα τον Αύγουστο του 1921 μεταξύ των Ελλήνων και των Τούρκων κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας (1919-1922), ως αποκορύφωμα της προέλασης του Ελληνικού Στρατού στην μικρασιατική ενδοχώρα. Η έκβαση της μάχης ήταν αμφίρροπη και συντέλεσε στην ανακοπή της πορείας των Ελλήνων προς Άγκυρα και την μετάπτωσή τους σε αμυντικό προσανατολισμό, έως την οριστική τους ήττα ένα χρόνο αργότερα.

Μάχη του Σαγγαρίου
Μέρος της Μικρασιατικής Εκστρατείας
Battle of Sangarios 1921.png
Λιθογραφία της εποχής.
Χρονολογία 23 Αυγούστου - 13 Σεπτεμβρίου 1921
Τόπος Σαγγάριος ποταμός, Μικρά Ασία, Τουρκία
Έκβαση Πύρρειος νίκη των Ελλήνων. Ακολουθεί μια μακρά περίοδος αδράνειας και από τις δύο πλευρές που τελικά δίνει καθοριστικό πλεονέκτημα στους Τούρκους.
Αντιμαχόμενοι
Ηγετικά πρόσωπα
Δυνάμεις
96.326 οπλίτες
5.401 αξιωματικοί
120.000 οπλίτες
3.780 αξιωματικοί
Απώλειες
3.700 νεκροί
18.480 τραυματίες
108 αιχμάλωτοι
5.639 λιποτάκτες
8.089 αγνοούμενοι
Σύνολο: 38.029
Από τις 10 Αυγούστου (23 Αυγούστου ν.η)
έως τις 3 Σεπτεμβρίου (16 Σεπτεμβρίου ν.η)[1]
4.000 νεκροί
19.000 τραυματίες
354 αγνοούμενοι
Σύνολο: 22.900

Πίνακας περιεχομένων

ΠρολεγόμεναΕπεξεργασία

Η Ελληνική Στρατιά Μικράς Ασίας τον Ιούνιο του 1921, ύστερα από τη νικηφόρα προέλαση δια μέσω της Κιουτάχειας, προωθήθηκε στη γραμμή Εσκί Σεχίρ - Αφιόν Καραχισάρ, καταλαμβάνοντας αυτές τις δύο πόλεις που ταυτόχρονα ήταν και δύο πολύ σπουδαίοι στρατηγικοί κόμβοι. Οι τουρκικές δυνάμεις αφού απέφυγαν την κύκλωση στην Κιουτάχεια, συνέχισαν την υποχώρησή τους εγκαταλείποντας τις θέσεις τους στο Εσκί Σεχήρ και το Αφιόν Καραχισάρ και αφού ο Ελληνικός Στρατός δεν τις καταδίωξε πέραν των δύο αυτών πόλεων, εγκαταστάθηκαν ανενόχλητες ανατολικά από τις όχθες του Σαγγάριου ποταμού. Στην υποχώρησή τους αυτή κατέστρεψαν τη σιδηροδρομική γραμμή σε διάφορα σημεία από το Εσκί Σεχήρ μέχρι τον Σαγγάριο και ανατίναξαν όλες τις γέφυρες του ποταμού.

Η προς Ανατολάς εξόρμησηΕπεξεργασία

Στις 15 Ιουλίου 1921, ύστερα από ελληνικό πολεμικό συμβούλιο στην Κιουτάχεια (με τη συμμετοχή του βασιλιά Κωνσταντίνου, του πρωθυπουργού Δ. Γούναρη, του διοικητή της Στρατιάς αντιστράτηγου Α. Παπούλα και μερικών ακόμη ανώτατων πολιτικών και στρατιωτικών παραγόντων) και αφού ο τουρκικός στρατός είχε αλώβητος υποχωρήσει, αποφασίστηκε η συνέχιση της προέλασης προς Άγκυρα. Η επιχείρηση αυτή έλαβε την ονομασία "εκστρατεία Σαγγαρίου-Αγκύρας". Το ελληνικό σχέδιο καθόριζε ως σκοπό την καταστροφή των τουρκικών δυνάμεων ανατολικά του Σαγγάριου ή την απώθησή τους πέραν της Άγκυρας και στη συνέχεια την κατάληψη της πρωτεύουσας των κεμαλιστών, Άγκυρας. Η περιοχή των επιχειρήσεων περικλείονταν από τα όρη Ελμά Νταγ, Τσελίκ Νταγ και από τους ποταμούς Σαγγάριο και Γκεούκ.

Στον χώρο αυτό η τουρκική διοίκηση, υπό το άγρυπνο μάτι του Κεμάλ και του ικανότατου τουρκικού Γενικού Επιτελείου, οργάνωσε τρεις αμυντικές τοποθεσίες σε βάθος 25 έως 30 χιλιομέτρων, που περιελάμβανε χαρακώματα, ορύγματα με συρματοπλέγματα, πρόχειρα πυροβολεία και θέσεις αυτομάτων όπλων. Η τουρκική πλευρά διέθετε συνολικά 98.000 ένοπλους: 16 ελαφρές μεραρχίες πεζικού δύναμης περίπου 5000 ανδρών η κάθε μία χωρίς πολλές βοηθητικές υπηρεσίες (σε αντίθεση με τις ελληνικές), 3 συντάγματα πεζικού, 4 μεραρχίες και 1 ταξιαρχία ιππικού.

Οι ελληνικές δυνάμεις από τις βάσεις εξόρμησής τους θα προέλαυναν με τρία σώματα στρατού συνολικά 120.000 ανδρών, αποτελούμενες από 9 μεραρχίες πεζικού, 1 ταξιαρχία ιππικού και 2 συντάγματα πυροβολικού. Το Α' ΣΣ (Ι, ΙΙ και ΧIΙ μεραρχίες) με διοικητή τον υποστράτηγο Αλέξανδρο Κοντούλη, το Β' ΣΣ (V, ΙX και ΧΙII μεραρχίες) με διοικητή τον βασιλόπαιδα πρίγκηπα Ανδρέα και το Γ' ΣΣ (ΙΙΙ, VII και Χ μεραρχίες) με διοικητή τον υποστράτηγο Γεώργιο Πολυμενάκο.

ΣύγκρουσηΕπεξεργασία

Ο Ελληνικός Στρατός ξεκίνησε την προς ανατολάς προέλασή του το πρωί της 1ης Αυγούστου (13 Αυγούστου με το νέο ημερολόγιο) από τις βάσεις του στο Εσκί Σεχίρ διαμέσου έρημων και άνυδρων εκτάσεων μέχρι τον ποταμό Σαγγάριο, χωρίς οι τουρκικές δυνάμεις να τον παρενοχλήσουν ιδιαίτερα. Η πορεία, όμως, ήταν κοπιωδέστατη και ταλαιπώρησε αφάνταστα τα προελαύνοντα τμήματα, αφού πραγματοποιήθηκε μέσα σε αφόρητο καύσωνα και με ελλιπέστατη επιμελητεία. Η διαταγή της Στρατιάς Μικράς Ασίας όριζε πως για την σίτιση θα μεταφέρονταν άρτος, αλάτι, τσάι και ζάχαρη. Όλα τα υπόλοιπα θα τα προμηθεύονταν από επιτόπιους πόρους. Επιπλέον την Στρατιά ακολουθούσαν μεν αγέλες σφαγίων, αλλά το μαγείρεμα του κρέατος ήταν προβληματικό, καθώς δεν υπήρχαν ξύλα, εκτός από τα άδεια κιβώτια των πυρομαχικών.[2]Ειδικά το Β΄ Σώμα Στρατού αναγκάστηκε να πεζοπορήσει 300 χιλιόμετρα μέσα στην Αλμυρά έρημο. Στις 9 Αυγούστου (22 Αυγούστου ν.η) οι ελληνικές δυνάμεις έφθασαν στον Σαγγάριο, τον διάβηκαν με γέφυρες εκστρατείας χωρίς σημαντική παρενόχληση από τους Τούρκους και στράφηκαν βορειοανατολικά προς τις κύριες θέσεις άμυνας του τουρκικού στρατού. Στις 10 Αυγούστου (23 Αυγούστου ν.η) τα Α' και Γ' Σώματα Στρατού εξαπέλυσαν κατά μέτωπο επίθεση με σκοπό την διάσπαση της γραμμής Ινλάρ Κατραντζή - Ιλιτζά. Εν τω μεταξύ το Β' Σώμα Στρατού εκτελούσε κυκλωτικό ελιγμό από το αριστερό πλευρό της τουρκικής αμυντικής γραμμής που καταλάμβανε το όρος Καλέ Γκρότο.

Οι πρώτες επιθέσεις των Ελλήνων επέτυχαν την κατάληψη των τουρκικών θέσεων, αλλά η ελληνική διοίκηση στάθηκε ανίκανη να τις αξιοποιήσει και η τουρκική διοίκηση με επιτυχημένες ενέργειες απεσόβησε δυσάρεστες καταστάσεις. Το πλέον αντιπροσωπευτικό παράδειγμα ήταν η κατάληψη την 10η Αυγούστου, κατόπιν ορμητικής επίθεσης της Ιης Μεραρχίας Πεζικού υπό ραγδαία βροχή, των τουρκικών θέσεων επί του όρους Μανγκάλ Νταγ και η ανατροπή της εκεί αμυνόμενης 5ης τουρκικής Μεραρχίας Πεζικού, αλλά η ελληνική διοίκηση αδυνατώντας να καταλάβει την σπουδαιότητά της και να την επεκτείνει, άφησε ανεκμετάλλευτη αυτή την απροσδόκητη επιτυχία. Ο ίδιος ο Κεμάλ φτάνοντας επί τόπου αφαίρεσε τη διοίκηση από τον τούρκο μέραρχο.

Από τις 11 Αυγούστου (24 Αυγούστου ν.η) έως τις 24 Αυγούστου (6 Σεπτεμβρίου ν.η) πραγματοποιήθηκαν σκληρές συγκρούσεις σε όλη την έκταση του μετώπου και οι ελληνικές δυνάμεις κατάφεραν να διασπάσουν τις δύο τουρκικές αμυντικές γραμμές και να καταλάβουν την γραμμή Καρά Νταγ - Τσαλ Νταγ - Αρντίζ Νταγ - Καλέ Γκρότο. Επιπλέον κατέλαβε το Πολατλί και τον σιδηροδρομικό του σταθμό και αποκατέστησε τη σιδηροδρομική σύνδεση με τις βάσεις εφοδιασμού του στο Εσκί Σεχήρ. Απέμενε η τρίτη και τελευταία αμυντική γραμμή των Τούρκων, που κάλυπτε την Άγκυρα, έδρα των κεμαλιστών.

 
Στην κορυφή του λόφου Ντουατεπέ (στο Πολατλί). Μουσταφά Φεβζί (Τσακμάκ), Κιοπρουλή Καζίμ (Οζάλπ), Μουσταφά Κεμάλ (Ατατούρκ), Ισμέτ (Ινονού) και Χαϊρουλάν (Φισέκ)

Όμως, οι επιτυχίες αυτές των Ελλήνων κατακτήθηκαν με τεράστιες θυσίες σε έμψυχο υλικό, αλλά και σε εφόδια. Παράλληλα, παρουσιάστηκαν σοβαρά προβλήματα από τον ανεπαρκή σχεδιασμό της επιχείρησης, όπως η πλημμελής διοίκηση, η κόπωση των τμημάτων, η έλλειψη ικανών εφεδρειών να αναπληρώσουν τις μεγάλες απώλειες ανδρών και ιδίως αξιωματικών, προβλήματα επισιτισμού και γενικότερα ανεφοδιασμού του στρατού, τα οποία οδήγησαν στην πτώση του ηθικού του Ελληνικού Στρατού. Από τις 25 Αυγούστου (7 Σεπτεμβρίου ν.η) αποφασίστηκε η διακοπή της επίθεσης για τη διάσπαση της τρίτης αμυντικής γραμμής και η προσωρινή μετάπτωση σε άμυνα, καθώς οι προβλέψεις για συνέχιση της επίθεσης ήταν ιδιαίτερα δυσοίωνες.

Παρομοίως και στην πλευρά των Τούρκων η κατάσταση ήταν κρίσιμη, με μεγάλες απώλειες ενώ είχαν διασπαστεί οι δύο αμυντικές γραμμές τους. Η τουρκική διοίκηση σκέφθηκε προς στιγμήν την απόσυρση πίσω από την Άγκυρα, αλλά αυτό θα ισοδυναμούσε με καταστροφή, γιατί θα έπεφτε στα ελληνικά χέρια η πρωτεύουσά τους Άγκυρα η κύρια βάση ανεφοδιασμού τους και ανατολικά αυτής, χωρίς σοβαρή δημογραφική βάση και χωρίς εφόδια η συνέχιση της αντίστασης τους θα ήταν ανέφικτη.

Η διοίκηση της Ελληνικής Στρατιάς τότε, αμφιταλαντευόμενη και αδυνατώντας να αποφασίσει για την εξέλιξη των επιχειρήσεων, έστειλε τηλεγράφημα στην κυβέρνηση στην Αθήνα ζητώντας από τον πρωθυπουργό Δ. Γούναρη εντολές για την περαιτέρω συνέχιση της επίθεσης. Ο Γούναρης με έκπληξη απάντησε ότι ήταν αναρμόδιος και συνέστησε να ληφθεί η απόφαση "συμφώνως προς το στρατιωτικόν συμφέρον".

Το απόγευμα λοιπόν της 29ης Αυγούστου (11 Σεπτεμβρίου ν.η) ο αρχηγός της Στρατιάς Μικράς Ασίας Αναστάσιος Παπούλας και αφού ο διοικητής του Β' Σώματος Στρατού Πρίγκιπας Ανδρέας πήρε μόνος του την πρωτοβουλία να μετακινήσει τις δυνάμεις του πίσω από το Α' Σώμα Στρατού, αποφάσισε τη διακοπή των επιχειρήσεων και την υποχώρηση στις θέσεις εξόρμησης, δυτικά του Σαγγάριου. Η μεγάλη επιχείρηση έληξε άδοξα για τις ελληνικές δυνάμεις, αφού δεν πέτυχαν τους αντικειμενικούς στόχους τους που ήταν η κατάληψη της Άγκυρας και η καταστροφή του κεμαλικού στρατού, πληρώνοντας παράλληλα βαρύτατο φόρο αίματος.

Τις επόμενες μέρες οι τουρκικές δυνάμεις πέρασαν σε αντεπίθεση για την ανατροπή της ελληνικής Στρατιάς, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Οι ελληνικές δυνάμεις την 10η Σεπτεμβρίου (23 ν.η) εγκαταστάθηκαν συντεταγμένες στη γραμμή εξόρμησής τους Εσκί Σεχήρ - Αφιόν Καραχισάρ καταστρέφοντας 134 χιλιόμετρα σιδηροδρομικής γραμμής δυτικά του Σαγγαρίου και 8 χιλιόμετρα ανατολικά προς Πολατλί, ώστε να μην μπορούν να τις χρησιμοποιήσουν για καιρό οι Τούρκοι.

ΑπολογισμόςΕπεξεργασία

Οι ελληνικές δυνάμεις μπορεί να νίκησαν στο πεδίο της μάχης, αλλά από τακτικής απόψεως βγήκαν ηττημένοι αφού δεν πέτυχαν την εξάρθρωση της τουρκικής αμυντικής γραμμής και την κατάληψη της Άγκυρας, ενώ παράλληλα τέθηκαν εκτός μάχης 23.000 στρατιώτες και αξιωματικοί, κενά τα οποία, ιδιαίτερα στους αξιωματικούς, δεν αναπληρώθηκαν ποτέ. Από τακτικής απόψεως οι τουρκικές δυνάμεις υπό τη στιβαρή ηγεσία του Κεμάλ, ήταν αναμφισβήτητα οι νικήτριες.

Οι απώλειες των επιχειρήσεων για τις ελληνικές δυνάμεις ανήλθαν σε 4.000 νεκρούς και 19.000 τραυματίες, ενώ για την τουρκική πλευρά οι απώλειες ανήλθαν σε νεκρούς και τραυματίες γύρω στις 15.000. Η μάχη του Σαγγάριου σήμανε το τέλος των επιθετικών επιχειρήσεων για τον Ελληνικό Στρατό στην Μικρά Ασία και την μετάπτωση του σε αμυντική κατάσταση. Η πρωτοβουλία των κινήσεων έκτοτε μετατέθηκε στην πλευρά του Κεμάλ και του τουρκικού στρατού, αποτέλεσμα των οποίων ήταν η αντεπίθεση, η ήττα των Ελλήνων και η μικρασιατική καταστροφή ένα χρόνο αργότερα. Επιπλέον μετά την αποτυχία της κατάληψης της Άγκυρας ο Κεμάλ και η κυβέρνησή του αναγνωρίστηκαν πλήρως από τους διεθνείς παράγοντες, ενώ ο σουλτάνος και η κυβέρνησή του στην Κωνσταντινούπολη περιήλθαν σε ανυποληψία. Έτσι και σε διπλωματικό επίπεδο η αποτυχία των Ελλήνων στην μάχη του Σαγγαρίου και η νίκη του Κεμάλ έπαιξε τεράστιο ρόλο.

ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Εμείς οι Έλληνες. Σκάι 2008. Πολεμική Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας. ISBN 9789606845161.
  • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Εκδοτική Αθηνών. Τόμος ΙΕ'. Αθήνα 1980.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Σαγγάριος 1921, Η επική μάχη που σφράγισε την τύχη του Μικρασιατικού Ελληνισμού, Εκδόσεις Περισκόπιο, Ιούλιος 2008, ISBN 978-960-6740-45-9, σελίδα 32
  2. Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού Γενικό Επιτελείο Στρατού, Οι επιχειρήσεις προς Άγκυρα, Αθήνα 1965, τόμος πρώτος, σελ 29