Άνοιγμα κυρίου μενού

Ο Δημήτριος (Μήτρος) Τζατζάς ήταν Έλληνας λήσταρχος που έδρασε στη Θεσσαλία, στην Ήπειρο και στην Μακεδονία την περίοδο του Μεσοπολέμου. Ήταν ιδιαίτερα γνωστός για την απαγωγή του γερουσιαστή Σωτηρίου Χατζηγάκη το 1929 στη Θεσσαλία.

Μήτρος Τζατζάς
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση 1888
Κρανιά Τεμπών Λάρισας
Θάνατος 23  Μαρτίου 1930
Χώρα πολιτογράφησης Ελλάδα
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα ληστής

Πίνακας περιεχομένων

Η έναρξη της εγκληματικής δραστηριότητας του Μήτρου ΤζατζάΕπεξεργασία

Ο Τζατζάς γεννήθηκε το 1888 στην Κρανιά Λάρισας. Το 1914 ενώ υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία στην Λάρισα έμαθε ότι ο αδερφός του είχε πεθάνει στις φυλακές της πόλης. Ζήτησε τότε άδεια μερικών ημερών προκειμένου να πάει στο χωριό του και να φροντίσει για την κηδεία του αδερφού του, το αίτημα του όμως αυτό δεν έγινε δεκτό. Τότε ο Τζατζάς λιποτάκτησε, βγήκε στο βουνό και άρχισε τις ζωοκλοπές. Τρία χρόνια αργότερα όταν ένας ταγματάρχης της χωροφυλακής του υποσχέθηκε ότι αν παραδιδόταν οικιοθελώς και παρέδιδε τον οπλισμό του, αυτός θα μεσολαβούσε ώστε να μην διωχθεί, ο Τζατζάς παραδόθηκε αλλά κατέληξε και αυτός στις φυλακές της Λάρισας από όπου όμως αργότερα κατάφερε να δραπετεύσει.[1]

Η ληστεία στο Ορλιακό ΣερρώνΕπεξεργασία

Στις 11 Δεκεμβρίου του 1924 κοντά στο χωριό Ορλιακό Σερρών (σήμερα ονομάζεται Στρυμονικό) ο Μήτρος Τζατζάς, μαζί με τον Δημήτριο Μπουρλή, τον Σπύρο Γκανάτσιο ή Γκάτσιο και τον Βασίλη Μπούτο ή Μπότσαρο αφού έκλεισαν το δρόμο με συρματόπλεγμα, σταμάτησαν πέντε αυτοκίνητα που πήγαιναν από την Νιγρίτα στη Θεσσαλονίκη και λήστεψαν τους επιβαίνοντες που ήταν άνθρωποι πλούσιοι (μεταξύ αυτών ήταν γιατροί και καπνέμποροι). Η λεία της ληστείας ήταν 100.000 δραχμές. Μετά την ληστεία και τη διαφυγή των ληστών τα θύματα κατάφεραν να φτάσουν αρχικά στον Λαγκαδά και τελικά στη Θεσσαλονικη όπου κατείγγειλαν την ληστεία. Αμέσως άρχισε μια γιγάντια επιχείρηση της χωροφυλακής σε ολόκληρο των κάμπο των Σερρών και στο όρος Μπέλες προκειμένου να μην μπορέσουν οι ληστές να διαφύγουν από την περιοχή, στις έρευνες δε βοηθούσαν και στρατιώτες του πεζικού. Παρ' όλα αυτά οι δράστες κατάφεραν να περάσουν από την περιοχή της Δοϊράνης στη Σερβία όπου βρήκαν καταφύγιο σε γνωστούς τους ληστοτρόφους.[2]

Τον Ιανουάριο του 1925 όμως αυτοί οι ληστοτρόφοι που τους είχαν βοηθήσει τους κατέδωσαν στις σερβικές αρχές που τους συνέλαβαν. Ο Βασίλης Μπούτος ενώ οδηγούνταν στη σερβική αστυνομική διεύθυνση στο Μοναστήρι κατάφερε να δραπετεύσει οι δε άλλοι τρεις παραδόθηκαν στην ελληνική χωροφυλακή και οδηγήθηκαν στις φυλακές του Γεντί Κουλέ. Δύο μήνες αργότερα ο Τζατζάς με τον Μπουρλή δραπέτευσαν από το Γεντί Κουλέ, κατά την απόδραση όμως ο δεύτερος τραυματίστηκε σοβαρά. Ο Τζατζάς αρχικά τον κουβάλησε στις πλάτες του όμως κάποια στιγμή αναγκάστηκε να τον εγκαταλείψει στο δάσος του Σέιχ Σου προκειμένου να μην τον πιάσουν οι χωροφύλακες που τους κυνηγούσαν. Ο Μπουρλής συνελήφθη, δικάστηκε (μαζί με τον Σπύρο Γκανάτσιο ή Γκάτσιο και τον Νικόλαο Κοζάρα) καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε. Ο Γκανάτσιος καταδικάστηκε σε ισόβια ενώ ο Κοζάρας αθωώθηκε λόγω αμφιβολιών.[3]

Η απαγωγή των αδερφών Κουκουμπάνη και των βουλευτών Μελά και ΜυλωνάΕπεξεργασία

Την Πρωτομαγιά του 1928 ο Τζατζάς απήγαγε έξω από την Λάρισα τους αδερφούς Κουκουμπάνη, ο ένας εκ των οποίων ήταν διευθυντής των Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου και άλλος διευθυντής των κτημάτων Τόψιν.[4]

Στις 4 Αυγούστου του 1928 τα ξαδέρφια Τάκης και Κώστας Κουμπής, γνωστοί λήσταρχοι που δρούσαν στην Ήπειρο, με τη συμμορία τους μαζί και με συνεργάτες του Μήτρου Τζατζά[5], απήγαγαν τους καφανταρικούς βουλευτές Αλέξανδρο Μυλωνά και Αλέξανδρο Μελά έξω από τα Γιάννενα. Οι ληστές άφησαν ελεύθερο τον Μυλωνά μετά 4 μέρες και κράτησαν τον Μελά, που ήταν και πλουσιότερος, μέχρι την καταβολή των λύτρων ύψους 5.200.000 δραχμών, που πραγματοποιήθηκε 8 μέρες μετά την απαγωγή. Φαίνεται πάντως ότι η σχέση του Τζατζά με τους Κουμπαίους διαταράχθηκε μετά την απαγωγή των βουλευτών πιθανόν λόγω διαφωνιών σχετικά με το μοίρασμα των λύτρων.[6] Η απαγωγή των δύο βουλευτών επισκίασε την προεκλογική περίοδο για τις εκλογές της 19ης Αυγούστου και όξυνε περισσότερο το ήδη τεταμένο πολιτικό κλίμα. [7]

Η απαγωγή του γερουσιαστή ΧατζηγάκηΕπεξεργασία

Στις 9 Σεπτεμβρίου του 1929 η απαγωγή του γερουσιαστή Σωτηρίου Χατζηγάκη και άλλων τεσσάρων ατόμων, από τη συμμορία του Τζατζά, συγκλόνισε την ελληνική κοινωνία.

Ο γερουσιαστής και οι υπόλοιποι απαχθέντες έφευγαν μαζί με δεκάδες άλλους ταξιδιώτες από το Περτούλι, που ήδη από την εποχή εκείνη ήταν τόπος παραθερισμού, όταν δέχτηκαν την επίθεση των ληστών. Ο Τζατζάς και οι σύντροφοί του, που είχαν πληροφορίες ότι ανάμεσά τους θα ήταν και μέλη της οικογένειας Αβέρωφ, σχεδίαζαν να απαγάγουν τα παιδιά της εν λόγω οικογένειας προκειμένου να ζητήσουν ως λύτρα ένα τεράστιο χρηματικό ποσό. Όμως οι Αβέρωφ είχαν ακυρώσει την αναχώρησή τους την τελευταία στιγμή.[8]

Όταν οι ληστές κατάλαβαν ότι τα πρόσωπα που έψαχναν δεν ήταν ανάμεσα στους ταξιδιώτες, αποφάσισαν να απαγάγουν τον μικρό Μελέτη Σταματόπουλο, που ο πατέρας του και τα αδέρφια του είχαν την Ηλεκτρική Εταιρία Τρικάλων κ ήταν εγγονός του γερουσιαστή Χατζηγάκη. Τότε ο γερουσιαστής τους παρακάλεσε και κατάφερε να τους πείσει να πάρουν αυτόν μαζί τους αντί του παιδιού. Ο Τζατζάς και οι σύντροφοί του πήραν μαζί τους επίσης το γιό του Αθανασίου Μπαλιάκου, το γιό του πιλοποιού Ραφτάκου, το διοικητή του σταθμού χωροφυλακής στο Περτούλι υπενωματάρχη Καραμπέτσο και τον γιατρό Κωνσταντίνο Ζάχο. [9]

Οι ληστές στην αρχή ζήτησαν ως λύτρα 5.000.000 δραχμές. Ο γαμπρός του Χατζηγάκη Σταματόπουλος υπέβαλλε αίτηση προς την κυβέρνηση «να καταβάλλει εξ ονόματος του Κράτους τα ζητηθέντα λύτρα δια τον Γερουσιαστήν Χατζηγάκην» αναφερόμενος συγχρόνως και στη στάση της κυβέρνησης κατά την απαγωγή των βουλευτών Μελά και Μυλωνά, όμως ο Βενιζέλος και η κυβέρνηση δεν έκαναν δεκτό το αίτημα προκειμένου «όπως μη καθιερωθεί η αρχή τής υπό του Κράτους καταβολής λύτρων». Παράλληλα αναφέρθηκε ότι στην απαγωγή των Μελά και Μυλωνα η κυβέρνηση δεν είχε καταβάλλει τα λύτρα «αλλά απλώς εγγυήθηκε στην Εθνική Τράπεζα για λογαριασμό της συγγενούς του Μελά κυρίας Σλήμαν, πιστώτριας του Κράτους, διά ποσόν 17 εκ. δρχ.».[10]

Τελικά οι ληστές απελευθέρωσαν τους απαχθέντες εννιά μέρες μετά την απαγωγή αφού πήραν ως λύτρα 600.000 δραχμές.[11]

Ο θάνατος του ΤζατζάΕπεξεργασία

Ο Μήτρος Τζατζάς, ο οποίος ήταν επικηρυγμένος για 700.000 δρχ., σκοτώθηκε σε συμπλοκή με καταδιωκτικά αποσπάσματα στις 23 Μαρτίου του 1930, κοντά στο χωριό Ελάτεια λίγο έξω από την Λάρισα. Μαζί με τον Τζατζά σκοτώθηκε και οι σύντροφοί του Καραντώνης και Χρήστος ή Τάκη Ζαμπούρας (τον δεύτερο τον βρήκαν τραυματισμένο οι χωροφύλακες και τον σκότωσαν). Στην ίδια συμπλοκή σκοτώθηκε ο ανθυπασπιστής Ιωάννης Δαφέρμος, που ήταν ιδιαίτερα γνωστός καθώς είχε καταφέρει να εξοντώσει διάφορους ληστές, και ο χωροφύλακας Τσάμης.[12]

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Βασίλης Τζανακάρης, Τα παλληκάρια τα καλά σύντροφοι τα σκοτώνουν, εκδ. Καστανιώτης, σελ. 307-308
  2. Βασίλης Τζανακάρης, Τα παλληκάρια τα καλά σύντροφοι τα σκοτώνουν, εκδ. Καστανιώτης, σελ. 308-310
  3. Βασίλης Τζανακάρης, Τα παλληκάρια τα καλά σύντροφοι τα σκοτώνουν, εκδ. Καστανιώτης, σελ. 311-312
  4. Βασίλης Τζανακάρης, Τα παλληκάρια τα καλά σύντροφοι τα σκοτώνουν, εκδ. Καστανιώτης, σελ.313
  5. Βασίλης Τζανακάρης, Τα παλληκάρια τα καλά σύντροφοι τα σκοτώνουν, εκδ. Καστανιώτης, σελ. 450 σημ.2
  6. Βασίλης Τζανακάρης, Τα παλληκάρια τα καλά σύντροφοι τα σκοτώνουν, εκδ. Καστανιώτης, σελ.323, 450 σημ.2
  7. Βασίλης Τζανακάρης, Τα παλληκάρια τα καλά σύντροφοι τα σκοτώνουν, εκδ. Καστανιώτης, σελ. 262-263
  8. Βασίλης Τζανακάρης, Τα παλληκάρια τα καλά σύντροφοι τα σκοτώνουν, εκδ. Καστανιώτης, σελ. 315
  9. Βασίλης Τζανακάρης, Τα παλληκάρια τα καλά σύντροφοι τα σκοτώνουν, εκδ. Καστανιώτης, σελ. 317-318
  10. Βασίλης Τζανακάρης, Τα παλληκάρια τα καλά σύντροφοι τα σκοτώνουν, εκδ. Καστανιώτης, σελ. 320
  11. Βασίλης Τζανακάρης, Τα παλληκάρια τα καλά σύντροφοι τα σκοτώνουν, εκδ. Καστανιώτης, σελ. 324
  12. Βασίλης Τζανακάρης, Τα παλληκάρια τα καλά σύντροφοι τα σκοτώνουν, εκδ. Καστανιώτης, σελ. 324-325

ΠηγήΕπεξεργασία

  • Βασίλης Τζανακάρης, Τα παλληκάρια τα καλά σύντροφοι τα σκοτώνουν, εκδ. Καστανιώτης.