Μανιφέστο του Βίμποργκ

Η Έκκληση του Βίμποργκ (γνωστή επίσης ως Μανιφέστο του Βίμποργκ') ήταν μια διακήρυξη που κυκλοφόρησε από Καντέτ και Τρουντοβίκους πολιτικούς, πρώην βουλευτές της διαλυμένης Ρωσικής Πρώτης Κρατικής Δούμας στις 22 Ιουλίου 1906 (9 Ιουλίου με το τότε εν ισχύ Ρωσικό ημερολόγιο

Πρώην βουλευτές της διαλυμένης Κρατικής Δούμας φθάνουν από την Αγία Πετρούπολη στο Βίμποργκ για υπογράψουν το Μανιφέστο

ΙστορίαΕπεξεργασία

Το Συνταγματικό Δημοκρατικό Κόμμα (Καντέτ) ιδρύθηκε στη Μόσχα από 12-18 Οκτωβρίου 1905 στο αποκορύφωμα της Ρωσικής Επανάστασης του 1905, όταν ο Τσάρος Νικόλαος Β΄ αναγκάστηκε να υπογράψει το Μανιφέστο του Οκτωβρίου παραχωρώντας βασικές πολιτικές ελευθερίες. Οι Καντέτ ήταν ακριβώς στην αριστερά των Οκτωβριστών, άλλο φιλελεύθερο κόμμα οργανωμένο την ίδια εποχή. Σε αντίθεση με τους Οκτωβριστές, οι οποίοι είχαν πάρει θέση υπέρ της συνταγματικής μοναρχίας από την αρχή, οι Καντέτ στην αρχή ήταν ασαφείς για το ζήτημα, ζητώντας καθολική ψήφο, (ακόμη και για τις γυναίκες) και Συντακτική Συνέλευση που θα καθόριζε την μορφή διακυβέρνησης της χώρας. Οι Καντέτ ήταν ένα από τα κόμματα που κλήθηκαν από τον μεταρρυθμιστή πρωθυπουργό Σεργκέι Βίτε να μπει στην κυβέρνησή του τον Οκτώβριο και Νοέμβριο του 1905, αλλά οι διαπραγματεύσεις κατέρρευσαν λόγω των ριζοσπαστικών αιτημάτων των Καντέτ και της άρνησης του Βίτε να αφήσει έξω από την κυβέρνηση περιβόητους αντιδραστικούς, όπως ο Πετρ Νικολάγιεβιτς Ντούρνοβο.

Με κάποια σοσιαλιστικά και επαναστατικά κόμματα να μποϊκοτάρουν τις εκλογές για την Πρώτη Κρατική Δούμα τον Φεβρουάριο του 1906, οι Καντέτ έλαβαν το 37% των αστικών ψήφων και κέρδισαν πάνω από το 30% των εδρών στην Δούμα. Ερμήνευσαν την εκλογική τους νίκη σαν εντολή και συμμάχησαν με την αποκλίνουσα αριστερά αγροτική Τρουντοβική παράταξη, σχηματίζοντας πλειοψηφία στη Δούμα. Όταν η διακήρυξή τους για νομοθετικό έργο απορρίφθηκε από την κυβέρνηση στην έναρξη της κοινοβουλευτικής συνόδου τον Απρίλιο, υιοθέτησαν ριζοσπαστική αντιπολιτευτική στάση, καταγγέλλοντας την κυβέρνηση με κάθε ευκαιρία. Στις 9 Ιουλίου η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι η Δούμα ήταν δυσλειτουργική και την διέλυσε. Σε απάντηση, 120 Καντέτ και 80 Τρουντοβικοί και Σοσιαλ-Δημοκράτες βουλευτές πήγαν στο Βίμποργκ (τότε τμήμα του αυτόνομου Μεγάλου Δουκάτου της Φινλανδίας και έτσι εκτός αρμοδιότητας της Ρωσικής αστυνομίας) και απάντησαν με το Μανιφέστο του Βίμποργκ (ή την “Έκκληση Βίμποργκ”), γραμμένο από τον Πάβελ Μιλιουκόφ. Στο μανιφέστο, καλούσαν σε παθητική αντίσταση, μη πληρωμή των φόρων και αποφυγή κατάταξης. Η έκκληση απέτυχε να έχει επίδραση στον πληθυσμό γενικά και αποδείχτηκε αναποτελεσματική και αντιπαραγωγική, οδηγώντας στον αποκλεισμό συμμετοχής των συγγραφέων του, περιλαμβανομένης ολόκληρης της ηγεσίας των Καντέτ, από τις μελλοντικές Δούμες.

Μόνο από το 1906, με την επανάσταση σε υποχώρηση, οι Καντέτ εγκατέλειψαν τις επαναστατικές και δημοκρατικές φιλοδοξίες και δήλωσαν την στήριξή τους στην συνταγματική μοναρχία. Η κυβέρνηση, ωστόσο, παρέμεινε φιλύποπτη για τους Καντέτ ως την πτώση της μοναρχίας το 1917.

ΠηγέςΕπεξεργασία

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία