Άνοιγμα κυρίου μενού

Ο Μαξιμιλιανός Α' Ιωσήφ (27 Μαΐου 1756 - 13 Οκτωβρίου 1825) του Οίκου των Βίττελσμπαχ, από τον κλάδο Παλατινάτου-Μπίρκενφελντ, ήταν βασιλιάς της Βαυαρίας (1806-1825), εκλέκτωρ της Βαυαρίας ως Μαξιμιλιανός Δ΄ (1799-1805) και δούκας του Τσβάιμπρυκεν (1795-1799).

Μαξιμιλιανός Α' Ιωσήφ
Hornöck Maximilian I von Bayern um 1810.jpg
Περίοδος1 Ιανουαρίου 1806 - 13 Οκτωβρίου 1825
ΔιάδοχοςΛουδοβίκος Α΄
Δούκας (εκλέκτωρ) της Βαυαρίας,
παλατινός κόμης του Ρήνου
Περίοδος1799 - 1806
ΠροκάτοχοςΚάρολος Δ΄ της Βαυαρίας
Γέννηση27 Μαΐου 1756
Σβέτσινγκεν, Μπάντεν
Θάνατος13 Οκτωβρίου, 1825
Μόναχο, Βαυαρία
Τόπος ταφήςΤεατινερκίρχε, Μόναχο
ΣύζυγοςΑυγούστα-Βιλελμίνη του Έσσε
ΟίκοςΒίττελσμπαχ
ΠατέραςΦρειδερίκος-Μιχαήλ
ΜητέραΜαρία-Φραγκίσκα Βίττελσμπαχ-Ζούλτσμπαχ
Commons page Σχετικά πολυμέσα
δεδομένα (π  σ  ε )

Ήταν ο δευτερότοκος γιος του Φρειδερίκου-Μιχαήλ του Μπίρκενφελντ και της Μαρίας-Φραγκίσκας Βίττελσμπαχ, κόρης του Ιωσήφ-Καρόλου κόμη του Παλατινάτου-Ζούλτσμπαχ.

Η εποχή τουΕπεξεργασία

Γεννήθηκε στο Σβέτσινγκεν και είχε επιμελημένη μόρφωση υπό την επίβλεψη του θείου του Χριστιανού Δ' παλατινού κόμη του Τσβαϊμπρύκεν, που του έδωσε τον τίτλο του κόμη του Ραπολστάιν και τον εγκατέστησε στο Μέγαρο των Δύο Γεφυρών στο Στρασβούργο. Ενόσω σπούδαζε στο Πανεπιστήμιο, φιλοξένησε για λίγο τον Κλέμενς φον Μέττερνιχ, μέλλοντα καγκελάριο της Αυστρίας. Ανέλαβε συνταγματάρχης του Γαλλικού στρατού και γρήγορα προήχθη σε υποστράτηγο, αλλά όταν ξέσπασε η Γαλλική Επανάσταση μεταπήδησε στον Αυστριακό στρατό και έλαβε μέρος στις πρώτες εκστρατείες.

Το 1795 απεβίωσε ο μεγαλύτερος αδελφός του Κάρολος Β' και τον διαδέχθηκε ο Μαξιμιλιανός ως δούκας του Τσβαϊμπρύκεν. Το 1799 απεβίωσε ο μακρινός εξάδελφός του Κάρολος Δ', τελευταίος του κλάδου του Ζούλτσμπαχ και τον διαδέχθηκε και αυτόν ως εκλέκτωρ της Βαυαρίας, παλατινός κόμης του Ρήνου και δούκας του Μπεργκ.

Βασιλιάς της ΒαυαρίαςΕπεξεργασία

 
Προτομή του Μαξιμιλιανού Α΄ Ιωσήφ (1826).

Ο νέος βασιλιάς της Βαυαρίας ήταν ο σημαντικότερος από τους πρίγκιπες της Συνομοσπονδίας του Ρήνου και παρέμεινε σύμμαχος του Ναπολέοντα μέχρι την παραμονή της Μάχης της Λειψίας, όταν με τη Συνθήκη του Ρίεντ (8 Οκτωβρίου 1813) έλαβε την εγγύηση για την ακεραιότητα του βασιλείου του με την προσχώρησή του στους Συμμάχους.[1][2] Στις 14 Οκτωβρίου, η Βαυαρία κήρυξε επίσημα τον πόλεμο εναντίον της Ναπολεόντειας Γαλλίας. Η συνθήκη υποστηρίχθηκε με πάθος από τον διάδοχο του θρόνου Λουδοβίκο και τον στρατάρχη Καρλ Φίλιπ φον Βρέντε.[3]

Με την πρώτη Συνθήκη των Παρισίων (3 Ιουνίου 1814), ωστόσο, δέχτηκε να παραχωρήσει το Τιρόλο στην Αυστρία με αντάλλαγμα το πρώην Μεγάλο Δουκάτο του Βύρτσμπουργκ.[4][5] Στο Συνέδριο της Βιέννης, στο οποίο συμμετείχε με την φυσική παρουσία του, ο Μαξιμιλιανός αναγκάστηκε να προβεί σε περαιτέρω παραχωρήσεις προς την Αυστρία, εκχωρώντας το Σάλτσμπουργκ και τις περιφέρειες Ινφίρτελ και Χαουζρουκφίρτελ με αντάλλαγμα το δυτικό τμήμα του παλιού Παλατινάτου. Ο βασιλιάς πολέμησε σκληρά για να διατηρήσει τη σταθερότητα των βαυαρικών εδαφών, όπως κατοχυρώθηκε στο Ρίεντ, αλλά το μόνο κέρδος που μπορούσε να ελπίζει ήταν μια διαβεβαίωση από τον Μέτερνιχ σχετικά με τη διαδοχή της [[Μεγάλο Δουκάτο της Βάδης|Βάδης], η οποία ήταν επίσης καταδικασμένη να μην εκτελεστεί.[6][3][7]

 
Μετάλλιο του Βαυαρικού Κοινοβουλίου (1819) με τη μορφή του βασιλιά Μαξιμιλιανού Α΄ Ιωσήφ, κατά την πρώτη επέτειο της καθιέρωσης του Συντάγματος του 1818.

Κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου της Βιέννης, καθώς και μετέπειτα, ο Μαξιμιλιανός αντιτάχθηκε σταθερά σε κάθε προσπάθεια ανασυγκρότησης της Γερμανίας που θα έθετε σε κίνδυνο την ανεξαρτησία της Βαυαρίας, ενώ με την επιμονή του για την αρχή της πλήρους κυριαρχίας προς τους Γερμανούς πρίγκιπες συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στη χαλαρή και αδύναμη οργάνωση της νέας Γερμανικής Συνομοσπονδίας. Το Ομοσπονδιακό Σύνταγμα της Γερμανίας (8 Ιουνίου 1815) που αποφασίστηκε στο Συνέδριο της Βιέννης διακηρύχθηκε στη Βαυαρία, όχι ως νόμος αλλά ως διεθνής συνθήκη. Ο Μαξιμιλιανός επιθυμούσε εν μέρει να εξασφαλίσει λαϊκή υποστήριξη στην πρόθεσή του να αντισταθεί σε οποιεσδήποτε παρεμβάσεις της ομοσπονδιακής δίαιτας (Βουλής) στις εσωτερικές υποθέσεις της Βαυαρίας και να δώσει ενότητα στα κάπως ετερογενή εδάφη του. Γι΄ αυτό το λόγο, στις 26 Μαΐου 1818, παραχώρησε ένα φιλελεύθερο σύνταγμα προς τον λαό του. Ο Μαξιμίλιαν φον Μοντγκέλας, ο οποίος είχε αντιταχθεί στην παραχώρηση αυτή, είχε καθαιρεθεί κατά το προηγούμενο έτος, ενώ ο Μαξιμιλιανός είχε επίσης αναστρέψει την εκκλησιαστική πολιτική του, υπογράφοντας στις 24 Οκτωβρίου 1817 μια συμφωνία με τη Ρώμη, με την οποία αποκαταστάθηκαν οι εξουσίες του κλήρου, που περιορίστηκαν σε μεγάλο βαθμό υπό τη διοίκηση του Μοντγκέλας.[3][8]

Το νέο κοινοβούλιο αποδείχθηκε πιο ανεξάρτητο από ό,τι ανέμενε και, το 1819, ο Μαξιμιλιανός προσπάθησε να προσφύγει σε δυνάμεις που θα κατέστειλαν τη δική του δημιουργία. Όμως, ο κομματικός «λαϊκισμός» του και οι γνήσιες λαϊκές συμπάθειες προς αυτό, εμπόδισαν το βασιλιά να επιτρέψει την αυστηρή εφαρμογή των Διαταγμάτων του Κάρλσμπαντ μέσα στα εδάφη του.[3]

Ο Μαξιμιλιανός πέθανε στο Παλάτι του Νίμφενμπουργκ στο Μόναχο, στις 13 Οκτωβρίου 1825, και τον διαδέχθηκε ο γιος του Λουδοβίκος Α΄.[3] Ο Μαξιμιλιανός είναι θαμμένος στην κρύπτη της Εκκλησία των Θεατίνων στο Μόναχο.[9]

ΟικογένειαΕπεξεργασία

Με την πρώτη του σύζυγο Αυγούστα, κόρη του Γεωργίου-Γουλιέλμου πρίγκιπα του Έσσε-Ντάρμστατ, είχε τέκνα:

  • Λουδοβίκος Α' 1786 - 1868, διαδέχθηκε τον πατέρα του ως βασιλιάς της Βαυαρίας.
  • Αυγούστα-Αμαλία 1788- 1851, παντρεύτηκε τον Ευγένιο ντε Μπωαρναί δούκα του Λέχτενμπεργκ.
  • Καρολίνα-Αυγούστα 1792 - 1873, παντρεύτηκε πρώτα τον Γουλιέλμο Α΄ βασιλιά της Βυρτεμβέργης και έπειτα τον Φραγκίσκο Β' αυτοκράτορα της Αυστρίας.
  • Κάρολος-Θεόδωρος 1795 - 1875.

Με τη δεύτερη σύζυγό του Καρολίνα, κόρη του Καρόλου-Λουδοβίκου διαδόχου στο μεγάλο δουκάτο της Βάδης, είχε τέκνα:

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία