Άνοιγμα κυρίου μενού

Ο Μασλαμά ιμπν Αμπντ αλ-Μαλίκ (αραβικά: مسلمة بن عبد الملك‎), στις βυζαντινές πηγές Μασαλμᾶς, ήταν μέλος της Δυναστείας των Ομεϋαδών και ένας από τους πιο εξέχοντες Άραβες στρατηλάτες των πρώτων δεκαετιών του Η΄ αιώνα. Ηγήθηκε πολλαπλών εκστρατειών κατά της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και των Χαζάρων, μεταξύ των οποίων και η διάσημη δεύτερη και τελευταία αραβική πολιορκία της βυζαντινής πρωτεύουσας, της Κωνσταντινούπολης.

Μασλαμά ιμπν Αμπντ αλ-Μαλίκ
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
مسلمة بن عبد الملك (Αραβικά)
Γέννηση 685
Δαμασκός
Θάνατος 28  Δεκεμβρίου 738
Συρία
Εθνικότητα Άραβες
Χώρα πολιτογράφησης Χαλιφάτο των Ομεϋαδών
Θρησκεία Ισλάμ
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα στρατιωτικός ηγέτης
Οικογένεια
Γονείς Αμπντ αλ-Μαλίκ
Αδέλφια Χισάμ
Ουαλίντ Α'
Σουλεϊμάν ιμπν Αμπντ αλ-Μαλίκ
Γιαζίντ Β'
Στρατιωτική σταδιοδρομία
Πόλεμοι/μάχες Πολιορκία της Κωνσταντινούπολης (717-718) και Αραβοχαζαρικοί πόλεμοι

Πίνακας περιεχομένων

Καταγωγή και πρώιμη σταδιοδρομίαΕπεξεργασία

Ο Μασλαμά ήταν ο γιος του Ομεϋάδη χαλίφη Αμπντ αλ-Μαλίκ ιμπν Μαρουάν (β. 685-705) και ετεροθαλής αδελφός των χαλίφηδων αλ-Ουαλίντ Α΄ (705-715), Σουλεϊμάν (715-717), Γιαζίντ Β΄ (720-724), και Ισάμ (724-743).[1][2] Ο ίδιος ο Μασλαμά αποκλείστηκε από την γραμμή διαδοχής επειδή η μητέρα του ήταν μια σκλάβα.[3][4]

Αναφέρεται για πρώτη φορά το 705, όταν διηύθηνε την ετήσια θερινή επιδρομή κατά της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μαζί με τον ανιψιό του αλ-Αμπάς ιμπν Ουαλίντ.[3] Η πρώτη μείζων εκστρατεία του ήταν η Πολιορκία των Τυάνων στην νοτιοανατολική Μικρά Ασία, την οποία εξαπέλυσε σε αντίποινα της ήττας και του θανάτου του διακεκριμένου στρατηγού Μαϊμούν του Μαρδαΐτη την προηγούμενη χρονιά. Η πολιορκία διήρκεσε όλο τον χειμώνα, κατά τον οποίο οι Άραβες υπέμειναν σημαντικές κακουχίες, κατάφεραν όμως να νικήσουν έναν βυζαντινό στρατό την επόμενη άνοιξη, με αποτέλεσμα η πόλη να παραδωθεί.[2][4][5] Μερικούς μήνες αργότερα, το καλοκαίρι, ο Μασλαμά τέθηκε επικεφαλής μιας ακόμα επιδρομής στη βυζαντινή Μικρά Ασία, και νίκησε έναν βυζαντινό στρατό κοντά στο Αμόριον. Το 709 οδήγησε μια επιδρομή στην περιοχή της Ισαυρίας.[5]

Την ίδια χρονιά, ο Μασλαμά τοποθετήθηκε κυβερνήτης της επαρχίας της Αρμενίας και του Αδαρμπαϋτζάν, διαδεχόμενος τον θείο του Μουχάμαντ ιμπν Μαρουάν.[3][1][4] Ο Μασλαμά παρέμεινε επίσης κυβερνήτης της επαρχίας της Κιννασρίν στην βόρεια Συρία. Η θητεία του στην Κιννασρίν δεν είναι τόσο καλά τεκμηριωμένη στις πηγές όσο οι άλλες του θέσεις, αν και ο ιστορικός Jere L. Bacharach θεωρεί τον Μασλαμά ως τον πιθανό κτίστη του Τζαμιού των Ομεϋαδών στο Χαλέπι, καθώς και υπεύθυνος για διάφορα έργα στην Κιννασρίν.[6] Σε συνδυασμό, οι διοικήσεις αυτές του Μασλαμά του έδωσαν τον πλήρη έλεγχο τυ βορειοδυτικού συνόρου του χαλιφάτου. Από αυτή την θέση εξαπέλυσε σειρά επιθέσεων κατά του Βυζαντίου, δηώνοντας την Γαλατία και καταλαμβάνοντας την Αμάσεια το 712 και την Μελιτηνή το 714.[3][1][4] Εκείνη την περίοδο πρωτοστάτησε και στην επέκταση της παρουσίας του χαλιφάτου βορείως του Καυκάσου, ξεκινώντας την άμεση σύγκρουση με τους Χαζάρους (Β΄ Αραβοχαζαρικός Πόλεμος).[7] Το 710 οδήγησε το στρατό του ως το Ντερμπέντ, το οποίο κατέλαβε και κατέστρεψε σε μια δεύτερη εκστρατεία το 714.[3]

Πολιορκία της ΚωνσταντινούποληςΕπεξεργασία

 
Η αραβική επίθεση κατά της Κωνσταντινούπολης, από τη χρονογραφία του Μανασσή

Από το 715 ο Μασλαμά τέθηκε επικεφαλής της σχεδιαζόμενης κατάκτησης της βυζαντινής πρωτεύουσας Κωνσταντινούπολης, μιας και αδελφός του, ο χαλίφης Σουλεϊμάν, ήταν πολύ άρρωστος για να ηγηθεί ο ίδιος της εκστρατείας.[8] Ο Μασλαμά συγκέντρωσε έναν τεράστιο στρατό, που σύμφωνα με τις πηγές αριθμούσε 120.000 άντρες και 1.800 πλοία.[9][10] Προς το τέλος του 715, η αραβική εμπροσθοφυλακή διέσχισε την Οροσειρά του Ταύρου και μπήκε σε βυζαντινά εδάφη, με τον Μασλαμά να ακολουθεί την επόμενη άνοιξη με τον κύριο όγκο του στρατού και του στόλου. Τα σχέδια των Αράβων υποβοηθήθηκαν από εμφύλιες διαμάχες, που από το 695 και για πάνω από 20 χρόνια ταλαιπωρούσαν το Βυζάντιο. Το 715, ο αυτοκράτορας Αναστάσιος Β΄ ανετράπη από τον Θεοδόσιο Γ΄, ο οποίος με την σειρά του χρειάστηκε να αντιμετωπίση την αντίθεση του στρατηγού των Ανατολικών, Λέοντα του Ίσαυρου. Ο Μασλαμά ήλπιζε να εκμεταλλευτεί την διχόνοια μεταξύ των Βυζαντινών προς ίδιον όφελος, και συνήψε επαφές με τον Λέοντα. Ο τελευταίος όμως χρησιμοποίησε τις διαπραγματεύσεις για να παραπλανήσει τον Άραβα στρατηγό, και κατέλαβε για λογαριασμό του την στρατηγικά σημαντική πόλη του Αμορίου, στην οποία ο Μασλαμά είχε σκοπό να διαχειμάσει. Έτσι ο Μασλαμά αναγκάστηκε να προχωρήσει πιο δυτικά, στα παράλια του Θέματος Θρακησίων. Εκεί διαχείμασε με τον στρατό του, ενώ ο Λέοντας βάδισε κατά του Θεοδοσίου στην Κωνσταντινούπολη, στην οποία εισήλθε τον Μάρτιο του 717.[11][12]

Στις αρχές του καλοκαιριού του 717, ο Μασλαμά με τον στρατό του διεκπεραιώθηκαν από την Μικρά Ασία στην Ευρώπη στον Ελλήσποντο, και άρχισαν την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από ξηρά και θάλασσα. Ο στόλος του όμως σύντομα τέθηκε εκτός μάχης χάρη στο υγρό πυρ, και με τον στρατό του μόνο ανίκανο να υπερβεί τα χερσαία τείχη της πόλης, η πολιορκία παρατάθηκε ως τον χειμώνα, ο οποίος εκείνη την χρονιά ήταν ιδιαίτερα δριμύς, με χιόνι να καλύπτει τη γη επί τρεις μήνες. Ο Μασλαμά είχε φέρει πολλές προμήθειες μαζί του, αλλά είτε καταναλώθηκαν είτε καταστράφηκαν (οι αραβικές πηγές επιμένουν ότι ο Λέοντας κατάφερε ξανά να ξεγελάσει τον Μασλαμά προσποιούμενος διάθεση για διαπραγμάτευση, κατά την οποία τον έπεισε να παραδώσει ή να καταστρέψει σημαντικό τμήμα των εφοδίων του[13]) και ο στρατός των πολιορκητών άρχισε να υποφέρει από πείνα και ασθένειες.[14][15] Την άνοιξη, οι Άραβες έλαβαν ενισχύσεις με την άφιξη δυο μεγάλων στόλων από την Αίγυπτο και την Ιφρικίγια. Μεγάλο μέρος των πληρωμάτων τους όμως, που αποτελούνταν κατά βάση από βίαια στρατολογημένους Χριστιανούς, αυτομόλησαν, και ο στόλος του Λέοντα κατάφερε να καταλάβει ή να καταστρέψει τους αραβικούς στόλους. Οι Βυζαντινοί επίσης πέτυχαν να νικήσουν έναν αραβικό στρατό που βάδιζε δια ξηράς μέσω της Μικράς Ασίας, ενώ οι άντρες του Μασλαμά είχαν να αντιμετωπίσουν και τις επιθέσεις των Βουλγάρων, που τους στοίχισαν αρκετές απώλειες. Η πολιορκία είχε πια εμφανώς αποτύχει, και ο νέος χαλίφης, ο Ουμάρ Β΄ (717-720), διέταξε τον Μασλαμά να υποχωρήσει. Στις 15 Αυγούστου 718, μετά από δεκατρείς μήνες πολιορκίας, οι Άραβες αποχώρησαν.[16][17]

Κυβερνήτης στο Ιράκ και τον ΚαύκασοΕπεξεργασία

Μετά την αποτυχία του στην Κωνσταντινούπολη, ο Μασλαμά στάλθηκε στο Ιράκ για να καταστείλει τους Χαριτζίτες. Μετά τον θάνατο του Ουμάρ και την άνοδο στον θρόνο του αδελφού του Γιαζίντ Β΄, του ανατέθηκε η καταστολή της εξέγερσης του Γιαζίντ ιμπν αλ-Μουχαλλάμπ, τον οποίο νίκησε και σκότωσε τον Αύγουστο του 720.[3][2][4] Εντούτοις σύντομα εξέπεσε της εύνοιας του χαλίφη, που φοβόταν την ισχύ του ως κυβερνήτη των δυο Ιράκ, καθώς και την ανάμιξή του στα ζητήματα της διαδοχής, όπου ο Μασλαμά προωθούσε τον αδελφό του Ισάμ έναντι του γιου του Γιαζίντ, Ουαλίντ Β΄. Ο Γιαζίντ ανακάλεσε τον Μασλαμά με πρόσχημα ότι δεν απέδωσε τους φόρους των επαρχιών του στη Δαμασκό, και τον αντικατέστησε με τον προστατευόμενό του, Ουμάρ ιμπν Χουμπάιρα.[3][4][18]

 
Χάρτης του Καυκάσου περί το 740

Ο Μασλαμάς παύει να αναφέρεται στις πηγές μέχρι το 725, όταν, λίγο μετά τον θάνατο του Γιαζίντ και την ανάρρηση του Ισάμ, ο νέος χαλίφης τον έστειλε ως αντικαταστάτη του αλ-Τζαρράχ ιμπν Αμπντ Αλλάχ αλ-Χακαμί στο μέτωπο του Καυκάσου κατά των Χαζάρων. Αρχικά όμως ο Μασλαμά δραστηριοποιήθηκε στις επιχειρήσεις κατά των Βυζαντινών, και ο πόλεμος κατά των Χαζάρων αφέθηκε στα χέρια του αλ-Χαρίθ ιμπν Αμρ αλ-Τάι.[3][19] Τον χειμώνα του 725, ο Μασλαμά ηγήθηκε εισβολής στην Μικρά Ασία από την Μελιτηνή, η οποία κατέληξε στην άλωση της Καισάρειας στις 13 Ιανουαρίου 726. Μαζί με την κατάληψη των Γάγγρων από τον Αμπντ Αλλάχ αλ-Μπαττάλ το 727, αυτό ήταν και ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα των Αράβων κατά των Βυζαντινών την εποχή εκείνη. Μερικούς μήνες αργότερα ηγήθηκε και μιας μάλλον ασήμαντης θερινής επιδρομής κατά των βυζαντινών εδαφών.[1][2][20] Το 727-728, η προσοχή του στράφηκε στα βόρεια, καθώς οι επιδρομές των Χαζάρων φτάσανε βαθιά στο Αδαρμπαϋτζάν. Παρότι ο Μασλαμά κατάφερε να τους απωθήσει και να ανακτήσει τον έλεγχο του Περάσματος Νταριάλ, η εκστρατεία του πέραν του Καυκάσου το 728 απέβη δύσκολη, αιματηρή, και ατελέσφορη. Οι στρατιώτες του αναφέρεται ότι ενεπλάκησαν σε τριάντα ή σαράντα μέρες συνεχών μαχών σε δυσμενείς καιρικές συνθήκες, και παρότι ο Μασλαμά διεκδίκησε μια νίκη σε μάχη ενάντια στον ίδιο τον χαγάνο των Χαζάρων, η εκστρατεία δεν πέτυχε ουσιώδη αποτελέσματα, και λίγο έλειψε να καταλήξει σε ήττα. Ασφαλώς πάντως δεν απέτρεψε τους Χαζάρους από το να εξαπολύσουν νέες επιδρομές νότια του Καυκάσου από το 729. Το ίδιο έτος ο Μασλαμά αντικαταστάθηκε ως κυβερνήτης από τον αλ-Τζαρράχ.[2][21] Στα τέλη του 730 αναφέρεται από τον Θεοφάνη τον Ομολογητή ως υπεύθυνος της άλωσης του Χαρσιανού κάστρου, αλλά οι αραβικές πηγές την αποδίδουν στον Μουαβίγια ιμπν Ισάμ.[22]

 
Το μεγάλο τζαμί στο Ντερμπέντ, που ανάγεται στην επανίδρυση της πόλης από τον Μασλαμά

Στον Καύκασο, μετά την αναχώρηση του Μασλαμά η κατάσταση γρήγορα χειροτέρευσε. Ενώ ο αλ-Τζαρράχ βρισκόταν σε εκστρατεία βόρεια της οροσειράς, οι Χαζάροι τον υπερφαλάγγισαν και επιτέθηκαν στα νώτα του στην κύρια βάση του, το Αρνταμπίλ. Σπεύδοντας να σώσει την πόλη, ο αλ-Τζαρράχ ηττήθηκε και σκοτώθηκε, και ο στρατός του ουσιαστικά εκμηδενίστηκε σε μια μάχη έξω από την πόλη στις 9 Δεκεμβρίου 730.[23] Αντιμέτωπος με αυτή την κρίση, ο χαλίφης όρισε τον Μασλαμά εκ νέου κυβερνήτη της Αρμενίας και του Αδαρμπαϋτζάν. Εν τω μεταξύ όμως, ο βετεράνος στρατηγός Σαΐντ ιμπν Αμρ αλ-Χαρασί κατάφερε ναι σώσει την κατάσταση και να νικήσει τους Χαζάρους. Ο Μασλαμά, από ζήλεια για τις επιτυχίες αυτές, έριξε τον Σαΐντ στη φυλακή μέχρι που ο Ισάμ επενέβη και διέταξε να αφεθεί ελεύθερος. Καθόλο το 730 και 731, ο Μασλαμά, με μεγάλο στρατό στη διάθεσή του, εκκαθάρισε τις επαρχίες νότια του Καυκάσου από τους Χαζάρους, και κατόπιν βάδισε βόρεια πέραν της οροσειράς, όπου κατέλαβε μερικούς οικισμούς και νίκησε τον χαγάνο σε εκ παρατάξεως μάχη. Ανακατέλαβε δε το υψηλής στρατηγικής σημασίας οχυρό του Ντερμπέντ δηλητηριάζοντας την παροχή νερού του, και εγκατέστησε εκεί στρατιωτική αποικία («μισρ») από 24.000 στρατιώτες με τις οικογένειές του. Η θητεία του όμως προφανώς δεν θεωρήθηκε αρκετά πετυχημένη, και αντικαταστάθηκε στις 3 Μαρτίου από τον Μαρουάν ιμπν Μουχάμαντ (τον μελλοντικό Μαρουάν Β΄).[3][24]

Ο Μασλαμά κατόπιν αποσύρθηκε από τις δημόσιες υποθέσεις, πιθανώς στα εκτενή κτήματά του στη βόρεια Συρία. Απεβίωσε στις 24 Δεκεμβρίου 738.[3]

ΜνήμηΕπεξεργασία

Ως ο διοικητής της μεγάλης επίθεσης κατά της Κωνσταντινούπολης και «ιδρυτής του ισλαμικού Ντερμπέντ»,[3] επί πάνω από είκοσι έτη στις αρχές του Θ΄ αιώνα ο Μασλαμά ήταν «ένα από τα κυριότερα στηρίγματα της ισχύος των Ομεϋαδών και ένας εξέχων πρωταγωνιστής στα δρώμενα της Ανατολής», σύμφωνα με τον Douglas M. Dunlop.[25] Η φήμη του απλώθηκε στα πέρατα του ισλαμικού κόσμου, και τα επιτεύγματά του και η γενναιοφροσύνη του έγιναν θρύλος.[25]

Πάνω από όλα, η προσπάθεια του Μασλαμά να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για την μεταγενέστερη ισλαμική λογοτεχνία, με πολλές αφηγήσεις, συνήθως ημιφανταστικές, όπου το ιστορικό γεγονός της ήττας μετατρεπόταν σε ένα είδος νίκης: έτσι ο Μασλαμά λέγεται ότι αποχώρησε μόνο αφού μπήκε συμβολικά στην βυζαντινή πρωτεύουσα, συνοδευόμενος από τριάντα καβαλάρηδες, έγινε δεκτός από τον Λέοντα με τιμές, και οδηγήθηκε στην Αγία Σοφία, όπου ο αυτοκράτορας απέτισε φόρο τιμής στον Άραβα στρατηγό.[26][27] Οι αφηγήσεις της πολιορκίας άφησαν ίχνη και στην αραβική επική λογοτεχνία, όπου ο Μασλαμά εμφανίζεται στο πλάι ενός άλλου ημιμυθικού Άραβα ήρωα των πολέμων κατά του Βυζαντίου, του Αμπντ Αλλάχ ιμπν Μπαττάλ.[28][29] Η εκστρατεία του κατά της Κωνσταντινούπολης συνέχισε να εμπνέει μεταγενέστερους Μουσουλμάνους συγγραφείς, από το «Μουχαμπαράτ αλ-Αμπράρ» που αποδίδεται στον Ανδαλουσιανό μυστικιστή του ΙΓ΄ αιώνα Ιμπν Αραμπίλ ως τη «χάμσα» (πενταλογία) του Οθωμανού ποιητή του ΙΖ΄ αιώνα Ναργισί.[25]

Επιπλέον, στην βυζαντινή παράδοση, όπως παραδίδεται από το De Administrando Imperio του Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου, ο Μασλαμά κατά την διάρκεια της πολιορκίας έπεισε τους Βυζαντινούς να χτίσουν το πρώτο τζαμί της πόλης, κοντά στο πραιτώριο.[2] Στην πραγματικότητα, το τζαμί κοντά στο πραιτώριο ανεγέρθηκε μάλλον περί το 860, ως συνέπεια μιας αραβικής πρεσβείας το έτος εκείνο. Συνέχισε να υπάρχει μέχρι την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από την Δ΄ Σταυροφορία.[30] Η μεταγενέστερη οθωμανική παράδοση επίσης απέδιδε το χτίσιμο του Τεμένους Αράπ (βρίσκεται έξω από τα τείχη της πόλης κοντά στον Γαλατά) στον Μασλαμά, αν και το χρονολογούσε λανθασμένα περί το 686, πιθανώς λόγω σύγχυσης της πολιορκίας του Μασλαμά με την πρώτη αραβική πολιορκία τη δεκαετία του 670.[31]

ReferencesΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 ODB, "Maslama" (P. A. Hollingsworth), σελ. 1311
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 2,5 PmbZ, σελίδες 190–191
  3. 3,00 3,01 3,02 3,03 3,04 3,05 3,06 3,07 3,08 3,09 3,10 Rotter 1991, σελ. 740
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 4,4 4,5 Lammens 1987, σελ. 394
  5. 5,0 5,1 Treadgold 1997, σελ. 341.
  6. Bacharach 1996, σελ. 34.
  7. Blankinship 1994, σελ. 108.
  8. Guilland 1959, σελίδες 110–111.
  9. Guilland 1959, σελ. 110.
  10. Treadgold 1997, σελ. 346.
  11. Guilland 1959, σελίδες 111–114, 124–126.
  12. Treadgold 1997, σελίδες 344–345.
  13. Brooks 1899, σελίδες 24–28.
  14. Guilland 1959, σελίδες 119–123.
  15. Treadgold 1997, σελίδες 346–347.
  16. Guilland 1959, σελίδες 121–123.
  17. Treadgold 1997, σελίδες 347–349.
  18. Blankinship 1994, σελίδες 87–88.
  19. Blankinship 1994, σελ. 123.
  20. Blankinship 1994, σελίδες 120–121.
  21. Blankinship 1994, σελίδες 124–125, 149.
  22. Blankinship 1994, σελ. 162.
  23. Blankinship 1994, σελίδες 149–150.
  24. Blankinship 1994, σελίδες 150–152.
  25. 25,0 25,1 25,2 Dunlop 1954, σελ. 67
  26. Canard 1926, σελίδες 99–102.
  27. Guilland 1959, σελίδες 130–131.
  28. Canard 1926, σελίδες 112–121.
  29. Guilland 1959, σελίδες 131–132.
  30. Hasluck 1929, σελ. 720.
  31. Hasluck 1929, σελίδες 718–720.

SourcesΕπεξεργασία

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Maslama ibn Abd al-Malik της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).