Μελιδόνι Χανίων

οικισμός της Ελλάδας

Το Μελιδόνι (επίσημο: το Μελιδόνιον) είναι χωριό και έδρα ομώνυμης κοινότητος του δήμου Αποκορώνου στην περιφερειακή ενότητα Χανίων της Κρήτης. Είναι κτισμένο στις ΒΑ παρυφές των Λευκών Ορέων σε υψόμετρο 450 μέτρων και έχει θέα μαγευτική. Η περιοχή είχε κατοικηθεί από τα αρχαία χρόνια, αν και τα απομεινάρια της ανθρώπινης παρουσίας στην περιοχή είναι περιορισμένα (έχει βρεθεί τάφος με οστά στη θέση "Αγιασμένου"). Μετά την ανάκτηση της Κρήτης από τους Βυζαντινούς και τον ερχομό των 12 Αρχοντόπουλων (1182μ.Χ.) και στη συνέχεια των Ενετών, κύριος μεγάλης κτηματικής έκτασης στην περιοχή του χωριού έγινε κάποιος με το επώνυμο Μελιδόνης (το επίθετο "Μελιδόνης" ήταν Βυζαντινό σύμφωνα με τον Στέφανο Ξανθουδίδη, Επαρχίαι & Πόλεις της Κρήτης, τομ.Γ', σελ.41), η προφορική παράδοση διέσωσε το τοπωνύμιο «στου Μελιδόνη τα χωράφια». Η ευρύτερη περιοχή του χωριού παρουσιάζει έντονο σπηλαιολογικό ενδιαφέρον, τα σπήλαια που βρίσκονται στην ορεινή ζώνη πλησίον του χωριού αποτελούν αντικείμενο εκτεταμένης έρευνας τα τελευταία χρόνια από ελληνικές και ξένες αποστολές, ξεχωρίζουν το "Λιοντάρι", ο "Γούργουθακας", το "Μαύρο Σκιάδι" αλλά και κοντά στον οικισμό η σπηλιά "Λεντάκα" και τα "Γουργούθια" (η "Σπηλιάρα") στις οποίες έχουν ανευρεθεί στο παρελθόν σπουδαία αρχαιολογικά ευρήματα.

Μελιδόνι
Τοποθεσία στον χάρτη
Τοποθεσία στον χάρτη
Μελιδόνι
Διοίκηση
ΧώραΕλλάδα
ΠεριφέρειαΚρήτης
ΔήμοςΑποκορώνου
ΚοινότηταΜελιδονίου
Γεωγραφία και στατιστική
ΝομόςΧανίων
Πληθυσμός107 (2011)

Πρώτοι κάτοικοι αλλά και ιδρυτές του χωριού στη σημερινή του θέση ήταν οι "Κοκκίνηδες" από την Ίμπρο Σφακίων, συγκεκριμένα ο Σήφης Κόκκινος (ή Βάφης) του Κωσταντή & ο Γιώργης Κόκκινος του Σήφη, οι οποίοι ήταν βοσκοί από την Ίμπρο Σφακίων, μεταξύ τους ήταν ανιψιός και θείος, το πραγματικό τους επίθετο ήταν Πατακοί αλλά τους παρανόμιαζαν “Κόκκινους” ή “Βάφηδες” λόγω του χρώματος του δέρματός τους. Ο Σήφης και ο Γιώργης γύρω στο 1740-1750 και κάθε καλοκαίρι έβοσκαν τα πρόβατά τους στη θέση "Χώσες" των Β.Α. Λευκών Ορέων του Αποκόρωνα, τους χειμώνες άρχισαν να κατεβαίνουν λόγω της κακοκαιρίας και να ξεχειμωνιάζουν πιο χαμηλά στην περιοχή που ονομαζόταν “στου Μελιδόνη τα χωράφια", σταδιακά δεν επέστρεφαν καθόλου στην Ίμπρο. Περίπου το 1760 ο Σήφης Βάφης εγκαταστάθηκε μόνιμα στην περιοχή με τα ήδη 8 γεννημένα τέκνα του τα οποία δημιούργησαν οικισμό που ονομάσθηκε αργότερα "Μελιδόνι" στη σημερινή θέση ανάμεσα στις σημερινές γειτονιές "Μεσοχωριά" και "Οπίσω Ρούγα". Λίγο αργότερα ή ταυτόχρονα εγκαταστάθηκαν και έχτισαν σπίτια και τα παιδιά του Γιώργη θεμελιώνοντας τις γειτονιές “Πάνω και Κάτω Κεφάλα” (Νικηφόρος & Μανούσος) και την “Κοπανίστρα” (Σήφης). Το πρώτο κτίσμα της περιοχής ήταν ένα και μόνο ισόγειο δωμάτιο χωρίς παράθυρα και πόρτα, γύρω του κτίστηκαν μερικά άλλα δωμάτια με σκοπό να μείνει ο Γιάννης (ήταν ο 2ος γιος του Σήφη Κόκκινου) που επρόκειτο να παντρευτεί. Το δωμάτιο χωρίς πόρτα και παράθυρα ήταν μυστική κρύπτη που είχε πρόσβαση μόνο μέσω μίας υπόγειας στοάς. Λίγο αργότερα, κατά τις επαναστάσεις του 1769 και έπειτα, χρησίμευσε ως κρησφύγετο αρκετών Χριστιανών της επαρχίας Αποκορώνου, όποιος φόνευε Τούρκο πήγαινε "στου Μελιδόνη" να κρυφτεί στην αποκαλούμενη "κατζηλιερία" (ενετική λέξη που σημαίνει το απαραβίαστο δωμάτιο σε προξενείο) και μετά φυγαδεύονταν προς τις Σφακιανές Μαδάρες, ο οικοδεσπότης ονομαζόταν "Κατζηλιέρης" και στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν ο Γιάννης Κοκκινάκης ο οποίος αργότερα έκανε γιο τον υπερφυσικό Νικολή τον οποίο παρανόμιαζαν “Νικολούδη” λόγω του θεόρατου σωματότυπού του ή “Κατζιλιέρη” λόγω του πατέρα του.

Τα πρώτα σπίτια του χωριού δημιουργήθηκαν από τα 4 αγόρια του Σήφη (Κωστάντουλας, Κατζιλιέρης, Νεύρης & Κακούρης) και από τα 3 αγόρια του Γιώργη (Νικηφόρος, Σήφης, Μανούσος), από τους παραπάνω προέκυψαν οι περισσότερες οικογένειες και επίθετα του χωριού. Την εποχή εκείνη υπήρχε έντονη πολεμική κινητικότητα εναντίον των Τούρκων και οι Κοκκίνηδες, φύση μαχητές και πολέμαρχοι (με καταγωγή από τους Πατακούς, τους “άρχοντες τσι Μαδάρας” όπως τους έλεγαν στα Σφακιά) ήταν μπροστάρηδες στους αγώνες αφού εφοδιάζονταν εύκολα με όπλα από τους συγγενείς τους στα Σφακιά. Ο Αντώνιος Σήφακας του Γεωργίου (1852-1910) στα χειρόγραφά του αναφέρει για το Μελιδόνι ότι: "εν ω ουδέποτε κατώκησε Τούρκος". Την περίοδο εκείνη οι οικισμοί Μελιδόνι, Ραμνή, Χιλιομουδού & Σαμωνάς ακουγότανε σε όλη την Κρήτη και ως "Μικιά Σφακιά" εξαιτίας της έντονης μετοίκησης Σφακιανών στα χωριά αυτά και εξαιτίας της πολεμικής τους ικανότητας. Στο Μελίδόνι, στις 16 Ιουνίου 1821, υψώθηκε από τις πρώτες σημαίες της επανάστασης στην Κρήτη από τον μεγάλο οπλαρχηγό Σήφακα & τον Γ. Δασκαλάκη από την Ανώπολη. Κατά την ολική καταστροφή του Αποκόρωνα το 1821 (με 3000 νεκρούς), οι εκστρατεύοντες Πασάδες του Ρεθύμνου και του Ηρακλείου (συνεπικουρούμενοι από χιλιάδες Αλβανούς μισθοφόρους), δεν επιτέθηκαν καθόλου στα χωριά που αποτελούσαν τα "Μικιά Σφακιά", πιθανόν επειδή ήταν πολύ απομακρυσμένα αλλά και πιθανόν διότι αποτελούσαν τα εδάφη που είχαν ακροβολιστεί οι πολεμιστές του γνωστού αρχηγού Σήφακα, το σύνολο των υπόλοιπων χωριών του Αποκόρωνα λεηλατήθηκε και κάηκε. Το 1834 ο πληθυσμός του χωριού αποτελούνταν από 20 χριστιανικές οικογένειες (Αιγυπτιακή απογραφή, Pashley-Travels in Crete II), αφού οι απόγονοι των "Κόκκινων" έφεραν νύφες και γαμπρούς από άλλα χωριά. Την ίδια περίοδο εγκαταστάθηκαν και αρκετοί από άλλες περιοχές οι οποίοι βρήκαν ασφαλές καταφύγιο στον ορεινό οικισμό, μετέπειτα εγκατεστηθέντες ήταν οι: αδερφοί Μαραγκοί (πραγματικό επίθετο Κουκούρηδες από Πεμόνια Αποκορώνου αλλά με απώτερη καταγωγή από Μουρί Σφακίων), Κανελής (Σμαραγδής από Πεμόνια αλλά με απώτερη καταγωγή από τους Μπερτσουλάκηδες της Ανώπολης) & Κοντεζής από τα Πεμόνια με καταγωγή από τους Κόντηδες που είχαν διασπαρθεί σε όλο τον Αποκόρωνα ήδη από τον 13ο αιώνα, Μπομπολής από τα Πεμόνια αλλά με απώτερη καταγωγή από τους Καστάνηδες της Γαύδου, Μπρεδολόγος από Ασκύφου Σφακίων (με απόγονους τους Χατζήδες & Κοτσυφούς του Μελιδονίου), Τζεγιάννης από τις Καρές Αποκορώνου αλλά με αρχικό επίθετο Πλάτσης και απώτερη καταγωγή από Μουρί Σφακίων και απόγονους τους Πλατσίδηδες, Κελαϊδής από το Μουρί Σφακίων, Ρήγας από τους Ζούληδες τ' Ασκύφου Σφακίων, Μανουσομανωλάκης (ή Μανούσακας) από Ίμπρο Σφακίων, Μπαλάς & Ηλιάκης από Νεροχώρι Αποκορώνου, Μπιρής από Μαδαρό Κεραμειών, Κόπανος από τον Μαρουλά Ρεθύμνου & Καρτέρης από άγνωστη περιοχή.

Το 1867 το Μελιδόνι ανήκει στο Νομό (Λιβά) Σφακίων και στην επαρχία (Καζά) Αποκορώνου, το 1881 έχει 259 κατοίκους και μαζί με 13 ακόμη χωριά συγκροτεί τον νεοσύστατο Δήμο Φρε, το 1894 έχει 50 οικογένειες στην τελευταία χρονικά Τούρκικη απογραφή, η πληθυσμιακή ακμή ήταν το 1940 όπου αριθμούσε 388 κατοίκους, το 1971 είχε 222 κατοίκους. Η ευρύτερη περιοχή Μελιδονίου και ανατολικότερα, πριν τον Κρητικό Πόλεμο (1645 -1669μ.Χ.) και την κυριαρχία εν τέλη από τους Τούρκους, άνηκε στον Ενετικό Οίκο των Zancarolo ή Zangarol (da Nobili Veneti), μέχρι και σήμερα υπάρχει τοποθεσία στο χωριό η οποία ονομάζεται "στου Τζαγκαρέλο". Επίσης υπάρχουν αποδείξεις για ύπαρξη οικισμού κατά την Ενετική περίοδο, αφού οι "παλιοί" Μελιδονιανοί έλεγαν ότι στην τοποθεσία "Καταλύμματα" (πλησίον του νεκροταφείου του Αγίου Αντωνίου) κατοικούσαν "Πεμονιανοί" εννοώντας προφανώς ότι υπήρχε οικισμός με το συνθετικό "Pomonia" το οποίο συναντάται σε όλες τις Ενετικές απογραφές της περιοχής. Η πληροφορία αυτή, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η εν λόγω περιοχή ήταν φέουδο του Ενετού Αντωνίου Τζαγκαρόλα (όπως αναφέρει η απογραφή των ναών και των μονών του 1637μ.Χ.), οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η εκκλησία του Αγίου Αντωνίου πιθανότατα χτίστηκε από τον Αντώνιο Τζαγκαρόλα και προφανώς θα κτίστηκε πλησίον κατοικημένης περιοχής. Στις κατά καιρούς Ενετικές απογραφές αναφέρονται πάντα 3 ή 4 διαφορετικά "Πεμόνια" (Pomogna ή Pomonia που σημαίνει μηλόκηπος ή φέουδο), τα οποία αφορούν τα σημερινά Πεμόνια, Παϊδοχώρι, Νεροχώρι και Μελιδόνι, πιθανότατα λοιπόν στη θέση "Καταλύμματα", θα ήταν ο οικισμός με ονομασία "Pomogna de Mr Antonio Zangarol" με 162 κατοίκους (καταγράφεται κατά την απογραφή του Καστροφύλακα το 1583μ.Χ.), στην ίδια απογραφή αναφέρονται άλλα 3 Pomonia (Pollani et Callafati με 144 κατοίκους, Zuanna Barozzi με 389 κατοίκους, Francesco Pollani με 103 κατ.). Στην επόμενη απογραφή το 1630 από το Βασιλικάτα αναφέρονται μόνο 3 Pomonia (Zane, Pollani, Barrozi), δηλ. τα Pomonia Ant.Zangarol δεν μνημονεύονται. Από διάφορα κείμενα βεβαιώνεται ότι τα σημερινά Πεμόνια ήταν τα Pomonia Barozzi. Ενδεχομένως ο ενετικός οικισμός κοντά στο Μελιδόνι να καταστράφηκε και η περιοχή να έμεινε ακατοίκητη μέχρι την εποίκηση των Νιμπριωτών “Κόκκινων” και την ίδρυση του Μελιδονίου στη σημερινή θέση. Πιθανό ενδεχόμενο όμως είναι ο υπάρχων οικισμός να συνέχιζε να υπήρχε αποδεκατισμένος τον 18ο αιώνα και με την έλευση των Κόκκινων να ενισχύθηκε πληθυσμιακά και απλά να μεταφέρθηκε το κέντρο του οικισμού στη σημερινή του θέση.

Στα χρόνια της σχετικά μικρής ιστορικής διαδρομής το Μελιδόνι ανέδειξε σημαντικούς αρχηγούς που ηγήθηκαν των επαναστάσεων κατά των Τούρκων και καταξίωσαν το χωριό σε καπετανοχώρι. Ο πρώτος ήταν ο Σήφης Κωνσταντουλάκης ή Σήφακας (1770-1823, εγγονός του Σήφη Κόκκινου ή Βάφη) που έμεινε στην ιστορία ως "Σήφακας" διότι ήταν υπερφυσικός σε όψη και δυνάμεις, ο Σήφακας ήταν μυημένος στη Φιλική Εταιρία, χαΐνης & αρματολός, ο ιστορικοί λένε ότι ήταν ο πλέον γενναίος κι ατρόμητος πολεμιστής που γέννησε διαχρονικά η Κρήτη. Ο Σήφακας παντρεύτηκε την Αικατερίνη Κοκολογιάννη απ' τους Κάμπους το 1816 και έκανε 3 κόρες οι οποίες παντρεύτηκαν στο Γαβαλοχώρι, στο Παϊδοχώρι και στο Μελιδόνι. Έλαβε μέρος σε 100άδες μάχες, ήταν Αρχηγός Αποκορώνου και επίσημα 500ρχος το 1821. Αρρώστησε από πνευμονία στη Ρογδιά Κισσάμου και πέθανε στα Τοπόλια Κισσάμου, τάφηκε στη Μονή Γωνιάς μέσα σε εθνικό πένθος. Αδελφός του ήταν ο Αντώνης Σήφακας (1795-1897), ήταν το 8ο παιδί του Κωστάντουλα, τιμητικά έλαβε το επίθετο Σήφακας λόγω του ήρωα αδερφού του, την περίοδο που ήταν έγκυος η μάνα του, επεδίωξε να αποβάλλει κουβαλώντας στην πλάτη της νερό από τις "Γεράνες" Μελιδονίου, διότι ντρεπόταν για την εγκυμοσύνη της σε μεγάλη ηλικία, σύζυγός του ήταν η Αικατερίνη Μαριακάκη από τον Βάμο, εξαιτίας των Τουρκικών διωγμών κατέφυγε στην Πάρο (1830-1833), έπειτα στην Αθήνα (1834-1866) απ' όπου όμως επανερχότανε στην Κρήτη σε κάθε επανάσταση, το υπόλοιπο διάστημα της ζωής του κατοικούσε στο Μελιδόνι, διατέλεσε Λοχαγός Φάλαγγας με 2 μετάλλια ανδρείας, πολέμησε σε πολλές μάχες με σπουδαιότερη τη μάχη του Φαλήρου εναντίον του Κιουταχή (1827) δίπλα στον Γ. Καραϊσκάκη, κατά το έτος 1828 ορίσθηκε Αρχηγός Αποκορώνου και κατά την επανάσταση του 1866-1869 Γενικός Υπαρχηγός Αποκορώνου. Μια ακόμη σημαντική προσωπικότητα που γεννήθηκε στο Μελιδόνι ήταν ο Αντώνιος Σήφακας του Γεωργίου (1852-1910) ο οποίος σπούδασε στην Ιατρική και στη Νομική, παντρεύτηκε την Ελένη Μυλωνογιανάκη του Ματθαίου, ήταν ζωγράφος και συγγραφέας, Σχολάρχης Βάμου κατά το 1876, αντιπρόσωπος επαρχίας Αποκορώνου το 1878, δύο φορές βουλευτής Αποκορώνου (το 1881 & 1895), Αρχηγός Ακρωτηρίου (επανάσταση 1897), Νομάρχης Ρεθύμνου & Λασιθίου, επαγγελματικά ασχολούνταν με εμπόριο λαδιού με κατάστημα στο Καλέ Καπίσι, απεβίωσε από έμφραγμα και ετάφη στον Άγιο Νικόλαο. Άλλο σπουδαίο μέλος της οικογένειας των Σηφάκων ήταν ο Γεώργιος Σήφακας του Αντωνίου (1884-1953) ο οποίος αν και γεννήθηκε στον Βάμο, γράφτηκε στα μητρώα αρρένων του Μελιδονίου, έζησε στα Χανιά, σπούδασε στη Νομική Αθήνας και έγινε Διδάκτωρ της Νομικής το 1906, ήταν λόγιος & ιστορικός, διατέλεσε βουλευτής Χανίων το 1926, Νομάρχης Ρεθύμνου το 1933 και απεβίωσε το 1953 στην Αθήνα. Εξέχων αγωνιστής επίσης από το Μελιδόνι ήταν ο Μανουσάκης Σήφης του Μανούσου ή "Μανουσοσήφης" (εγγονός του Γιώργη Κόκκινου), ήταν Φιλικός και μάλιστα αυτός μύησε τον Σήφακα στην ιδέα της εθνεγερσίας και της Φιλικής Εταιρίας κατά το 1820, ήταν 2ο-ξάδερφος του Κωστάντουλα και θείος του Σήφακα, ήταν ο "πρωτοκαπετάνιος" του Σήφακα και πολέμησε σε εκατοντάδες μάχες σε Κρήτη, Μικρά Ασία και Πελοπόννησο, σκοτώθηκε στη μάχη της Σφακτηρίας (Μεσσηνία Πελοποννήσου) εναντίον των Αιγυπτίων το έτος 1825, όπου οι ελληνικές δυνάμεις ηττήθηκαν με αρχηγό τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Τέλος σε σπουδαία μορφή αναδείχτηκε και ο Ανδρέας Κακούρης (1849-1918) ο οποίος ήταν οπλαρχηγός και βουλευτής Αποκορώνου κατά το 1889, επίσης έλαβε μέρος στην επανάσταση του Θερίσου και θάφτηκε με τιμές στρατηγού το 1918 στο Μελιδόνι.

Κοινότητα ΜελιδονίουΕπεξεργασία

Περιλαμβάνοντας μόνον την έδρα της, η Κοινότητα Μελιδονίου έχει 107 κατοίκους σύμφωνα με την απογραφή του 2011.

Η Κοινότητα εκπροσωπείται από τον Πρόεδρο κ. Σπυριδώνα Νικηφορφάκη.

Κοινοτάρχες ΜελιδονίουΕπεξεργασία

Οι κάτωθι εκλέχθηκαν και υπηρέτησαν (ή υπηρετούν) ως Πρόεδροι της Κοινότητος Μελιδονίου.

Πρόεδροι Κοινότητος Μελιδονίου
περίοδος όνομα
1900-1902 Κακουράκης Εμμανουήλ του Νικολ.
1902-1903 Κοτσυφάκης Εμμανουήλ του Ιωσήφ
1903-1906 Μπαλαδάκης Νικόλαος του Ιωαν.
1906-1911 Χατζηδάκης Γέωργιος του Ιωαν.
Νικηφοράκης Σταυρούλης του Ιωαν.
Μπομπολάκης Γεώργιος του Στεφ.
Νευράκης Σταυρούλης του Εμμ.
Πλατσιδάκης Μιχαήλ του Ιωσήφ
Μαραγκάκης Στυλιανός του Νικολ.
Μανουσάκης Εμμανουήλ του Γεωργ.
Πλατσιδάκης Μιχαήλ του Ιωσήφ
Κακουράκης Ανδρέας του Νικολ.
Πλατσιδάκης Εμμανουήλ του Δημ.
Πλατσιδάκης Ευάγγελος του Μιχ.
Μαραγκάκης Στυλιανός του Νικολ.
Μανουσάκης Ανδρέας του Νικολ.
Πλατσιδάκης Ευάγγελος του Μιχ.
Μανουσάκης Γεώργιος του Μιλτ.
Μαραγκάκης Γεώργιος του Λεων.
Κανελάκης Χαράλαμπος του Εμμ.
Μαραγκάκης Νικόλαος του Στυλ.
1982–1986 Κανελάκης Χαράλαμπος του Εμμ.
1986–1990 Μαραγκάκης Γεώργιος του Λεων.
1990–1998 Νικηφοράκης Μιχαήλ του Ρούσιου
2011–2019 Κακουράκης Ανδρέας του Νικολ.
2019– Νικηφοράκης Σπυρίδων του Ρούσιου